Legislator Case Law & Legislation
486/2009 AI generated

486/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 486/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

486/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' και γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και μόνον αυτά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 486 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 486/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα - Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: Χ, πρώην συζ. Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδάκο.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεισείουσας - αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4880/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2866/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι παραπάνω διάδικοι, με τις από 9 Νοεμβρίου 2007 και 5 Φεβρουαρίου 2008 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε τις από 30 Δεκεμβρίου 2008 εκθέσεις του αντίστοιχα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της δικής των αιτήσεως και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου των ο καθένας και επιπλέον την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η από 5-2-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Ψ και η από 9-11-2007 αίτηση της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2.866/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 Κ.Πολ.Δ).

Ι. Επί της από 5-2-2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' και γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και μόνον αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι και μόνον αυτά, ενώ δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν επικαλέσθηκε νομίμως η ενάγουσα.

Από την ίδια βεβαίωση δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων και ειδικώτερα : 1) τα υπ' αρ. ... και ... συμβόλαια πωλήσεως τεσσάρων διαμερισμάτων, ενός καταστήματος και μιας αποθήκης, 2) την από 28-7-1970 σύμβαση δανείου, ποσού 4.500.000 δρχ., με την Τράπεζα Επενδύσεων, 3) το υπ' αρ. ...

δανειστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Δημ. Θανόπουλου, 4) Το υπ' αρ. ... δανειστικό συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου, 5) την υπ' αρ. ... πράξη παραιτήσεως του συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αρίστου Χατζάκη, 6) την από 20-2-1982 πράξη παραιτήσεως από ενέχυρο της Τράπεζας Επενδύσεων, 7) το υπ' αρ. 1487/24-5-1990 ΦΕΚ, 8) το υπ' αρ. 1776/29-5-1992 ΦΕΚ, 9).

την από 4-6-1996 οικονομική έκθεση του λογιστή ΑΑ, 10) το εκκαθαριστικό σημείωμα Φ.Μ.Α.Π. οικονομικού έτους 1999, 11) την από 30-5-2001 έκθεση εκτίμησης ωφελείας του ορκωτού λογιστή - ελεγκτή ΒΒ, 12) το από 10-4-2001 πιστοποιητικό ελέγχου του αυτού, ως άνω, ορκωτού λογιστή ΒΒ, 13) το υπ' αρ. 9817/25-7-1997 τιμολόγιο πωλήσεως φορτηγού αυτοκινήτου, 14) το υπ' αριθμό ...

τιμολόγιο πωλήσεως φορτηγού αυτοκινήτου. Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος από τους λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, αφενός μεν διότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο, ως άνω, έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ο αναιρεσείων, και αφ' ετέρου διότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο έγγραφα, τα οποία δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμοι.-

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, η οποία συνιστά το απόκτημα με την ευρεία έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δη όχι μόνον με την παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και με την παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν υπερβαίνουν την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Όταν ο υπόχρεος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου, το σύνολο της περιουσίας που υπάρχει κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) αποτελεί απόκτημα, ώστε ο ενάγων αξιώνει απευθείας από αυτό το ποσοστό κατά το οποίο συνέβαλε με τις παροχές του, στην απόκτηση από τον υπόχρεο.

Εάν δε το αξιούμενο ποσοστό είναι μείζον του 1/3, το τελευταίο εμπεριέχεται σε αυτό και αν δεν ζητείται ρητώς, αφού η συμβολή κατά το ποσοστό αυτό τεκμαίρεται από το νόμο. Περαιτέρω, ο χρόνος της λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Για την περαιτέρω όμως αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, προς εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, η ενάγουσα εκθέτει ότι με τον εναγόμενο τέλεσε γάμο, στις 27-4-1969, από τον οποίο απέκτησαν τέσσερα τέκνα, ήδη ενήλικα.

Η έγγαμη συμβίωση διασπάσθηκε το Σεπτέμβριο του 1992. Ο γάμος τους λύθηκε με διαζύγιο που απαγγέλθηκε με την υπ' αριθμό 7986/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την τέλεση του γάμου ο εναγόμενος είχε τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η αξία, αναγόμενη στο χρόνο γέννησης της αξίωσης, ανερχόταν στο ποσό των 10.831.050 δραχμών, ενώ κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά τα αναφερόμενα κινητά και ακίνητα, ανερχόμενη κατά τον ίδιο χρόνο σε 6.300.480.000 δρχ., δηλαδή η καθαρή αύξηση της περιουσίας, κατά τη διάρκεια του γάμου, ανήλθε στο ποσό των 6.289.648.950 δραχμών.

Η ίδια συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας αυτής, με την προσωπική εργασία της, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα, κατ' έτος έγγαμης συμβίωσης, αξία και αναγωγή της αξίας της συμβολής στο χρόνο γέννησης της αξιώσεως και συνολικώς, κατά ποσοστό 40%, που αντιστοιχεί σε 7.383.348 ευρώ, άλλως σε ποσοστό 33,3%, που αντιστοιχεί σε 6.152.749,95 ευρώ.

Ζητεί δε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το πρώτο, άλλως το δεύτερο από τα ως άνω ποσά, νομιμοτόκως από την 1-3-1999, οπότε επιδόθηκε σε αυτόν ομοία αγωγή της, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη. Η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό είναι ορισμένη. Άλλα πραγματικά στοιχεία δεν απαιτούνται για το ορισμένο αυτής.

Τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν ανάγονται στο νόμω βάσιμο αλλά στο κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής και θα προκύψουν από τις αποδείξεις, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή η τεκμαρτή συμμετοχή, η δε ενάγουσα, και αν δεν αποδείξει τη δική της συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του υπόχρεου, εφόσον αποδειχθεί ότι υπήρξε αύξηση της περιουσίας αυτού, εκτός αν ο εναγόμενος, προς ανατροπή, ολική ή μερική, του τεκμηρίου συμμετοχής της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του, ισχυρισθεί και αποδείξει ότι αυτή δεν είχε καμία ή είχε ελάσσονα από το ένα τρίτο συμμετοχή σε αυτή.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω, το Εφετείο ορθώς έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος της. Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες της μη κηρύξεως της αγωγής απαράδεκτης, λόγω αοριστίας της, και της εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 1400 ΑΚ, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ο τέταρτος, είναι αβάσιμοι.-

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο, στις 27-4-1969. Από αυτόν απέκτησαν τέσσερα τέκνα, τα οποία είναι ενήλικα.

Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1992, οπότε ο εναγόμενος αποχώρησε από το συζυγικό οίκο. Ο γάμος αυτών λύθηκε με διαζύγιο που απαγγέλθηκε με την υπ' αριθμό 7.986/1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την τέλεση του γάμου ο εναγόμενος είχε τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) δυνάμει του με αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολάκου, νόμιμα μεταγραμμένου, ο εναγόμενος απέκτησε το έτος 1964, μαζί με τον αδελφό του ΓΓ και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος ένα οικόπεδο, έκτασης 359,30 τ.μ., που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ..., στο ..., μετά του επ' αυτού κτισμένου ισογείου καταστήματος και υπόγειας αποθήκης.

Εν συνεχεία ο εναγόμενος και ο ΓΓ ανήγειραν από κοινού επί του ακινήτου αυτού, με κοινές τους δαπάνες, και από το έτος 1969 έως το έτος 1972, οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, πρώτον υπέρ το ισόγειο και δεύτερον υπέρ το ισόγειο, ορόφους, στην οποία δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συνέστησαν αυτοτελείς και οριζόντιες ιδιοκτησίες και τελικά η οικοδομή αποτελείτο από την υπόγεια αποθήκη, το ισόγειο κατάστημα τα υπό στοιχεία Α1 και Α2 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, τα υπό στοιχεία Β1 και Β2 διαμερίσματα του δεύτερου ορόφου και του δικαιώματος υψούν, δηλαδή κατασκευής των Γ1 και Γ2 διαμερισμάτων του τρίτου ορόφου, των Δ1 και Δ2 διαμερισμάτων τον τέταρτο ορόφο και του δώματος υπέρ του τέταρτου ορόφου.

Στις 3-6-1972 ο εναγόμενος και ο αδελφός του ΓΓ πώλησαν και μεταβίβασαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας σε τρίτους τις ιδιοκτησίες τους αυτές και ειδικότερα τα μεν διαμερίσματα Α1, Α2, Β1 και Β2 και το δικαίωμα του υψούν, με το αναλογούν στις ιδιοκτησίες αυτές συνολικό ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου εκ 6140/00 εξ αδιαιρέτου, πώλησαν κοινά και αδιαίρετα στους ...

και ..., δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Γρηγορίου Βαρυμπομπιώτη, νόμιμα μεταγραμμένου, έναντι τιμήματος 1.100.000 δραχμών, εκ του οποίου ο εναγόμενος έλαβε το ήμισυ, ήτοι 550.000 δραχμές, το δε κατάστημα και την αποθήκη, με το αναλογούν στις ιδιοκτησίες αυτές ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου εκ 3760/00 εξ αδιαιρέτου, πώλησαν και μεταβίβασαν στον ..., δυνάμει του με αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Θεοδώρου Καλαμαρά, νόμιμα μεταγραμμένου, έναντι τιμήματος 860.000 δραχμών, από το οποίο οι πωλητές έλαβαν εις χείρας τους 415.755 δραχμές κατά το ήμισυ έκαστος και το υπόλοιπο ποσό 444.225 δραχμών παρέμεινε στα χέρια των αγοραστών, προκειμένου αυτοί να εξοφλήσουν δύο προσημειώσεις και μία υποθήκη που βάρυναν τα πωληθέντα ακίνητα.

Αναφορικά με το τίμημα εκ 207.877 δραχμών που έλαβε ο εναγόμενος από την πώληση της αποθήκης και του καταστήματος, επειδή τα ακίνητα αποκτήθηκαν πριν την τέλεση του γάμου του, ορθώς θεωρήθηκε πρωτοδίκως ως περιουσία που προϋπήρχε του γάμου, η αξία της οποίας αναγόμενη στο χρόνο γέννησης της ένδικης αξίωσης, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του έτους 1995 (Σεπτέμβριος 1992 διεκόπη η έγγαμος συμβίωση ως ανωτέρω συν τρία έτη) ανέρχεται στο ποσό των 8.137.065 δραχμών περίπου, σύμφωνα με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 8-7-2004 έγγραφο της Τραπέζης της Ελλάδος, που αναφέρει την αντιστοιχία 1.000 δραχμών παλαιότερων ετών σε δραχμές Σεπτεμβρίου 1995.

Επίσης, αναφορικά με το τίμημα των 550.000 δραχμών που έλαβε ο εναγόμενος από την πώληση των υπόλοιπων οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, μέρος αυτού και δη το 1/3 ή 33,3% περίπου, ως ορθώς εκρίθη πρωτοδίκως δηλαδή 183.333 δραχμές, κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, αντιστοιχεί στην αξία του οικοπέδου που αποκτήθηκε πριν το γάμο και αποτελεί υφιστάμενη προ του γάμου περιουσία, που αναγόμενη στο χρόνο γέννησης της επίδικης αξίωσης αντιστοιχεί, σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο της Τ.Ε.

στο ποσό των 7.176.325 δραχμών περίπου, ενώ το υπόλοιπο τίμημα των 366.667 δραχμών αντιστοιχεί στην αξία των κτισμάτων, που ανεγέρθηκαν μετά το γάμο και αποτελεί περιουσία επί της οποίας η ενάγουσα δύναται να έχει κάποια αξίωση και η οποία αναγόμενη στο χρόνο γέννησης της αξίωσης (Σεπτ. 1995) αντιστοιχεί στο ποσό των 14.352.688 δραχμών περίπου ως ορθώς υπολογίσθηκε πρωτοδίκως, (επαυξητικό ποσό της περιουσίας του εναγομένου υπό στοιχείον Ι).

Από τις ίδιες αποδείξεις προέκυψε ότι ο εναγόμενος προ του γάμου του είχε ποσοστό 25% της ομόρρυθμης εταιρίας "ΑΔΕΛΦΟΙ ... ΟΕ", της οποίας αυτός και τα τρία αδέλφια του ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ ετύγχαναν μόνοι ομόρρυθμοι εταίροι. Η εταιρία αυτή συστήθηκε δυνάμει του από 12-11-1960 καταστατικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, νομίμως δημοσιευθέντος στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε ως αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία ειδών λευκοσιδηρουργίας.

Η αξία της καθαρής εταιρικής περιουσίας κατά το χρόνο σύναψης του γάμου των διαδίκων, δηλαδή το έτος 1969, ανέρχονταν στο ποσό των 10.000.000 δραχμών περίπου, το δε ποσοστό του εναγόμενου στο ποσό των 2.500.000 δραχμών περίπου, το οποίο ο εναγόμενος διέθεσε κατά τη διάρκεια του γάμου του, κατά τον κατωτέρω αναφερόμενο αναλυτικά τρόπο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η περιουσία του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης αυξήθηκε σημαντικά. Ειδικότερα, δυνάμει των με αριθμ. ..., ..., ... και ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολάκου, νόμιμα μεταγραμμένων, ο εναγόμενος και τα άλλα τρία αδέλφια του, ομόρρυθμοι εταίροι της άνω εταιρίας, αγόρασαν επ' ονόματί της τέσσερα ακίνητα (οικόπεδα), που βρίσκονται επί της οδού ...

στο ..., όμορα μεταξύ τους, προς το σκοπό συνένωσής τους και ανέγερσης επ' αυτών εργοστασίου κατασκευής ειδών λευκοσιδηρουργίας και λοιπών επαγγελματικών χώρων και καταστημάτων. Το έτος 1971 επί του όλου γηπέδου, εμβαδού 3.002 τ.μ., ανεγέρθηκε το εργοστάσιο της εταιρίας αποτελούμενο από υπόγειο και ισόγειο όροφο, εμβαδού εκάστου ορόφου 1.636,27 τ.μ.

Επίσης, οι ομόρρυθμοι εταίροι, το έτος 1971, αποφάσισαν τη μετατροπή της ομορρύθμου εταιρίας τους σε ανώνυμο εταιρία και προέβησαν στη σύνταξη του με αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμεινώνδα Τριάντου, νόμιμα δημοσιευθέντος στο ΦΕΚ και στο Δελτίο ΤΑΕ και ΕΠΕ της Νομαρχίας Αθηνών. Με το ως άνω συμβόλαιο μετατράπηκε η ανωτέρω ομόρρυθμος εταιρία σε Ανώνυμο, με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Υδραυλικών, Μεταλλικών και Λευκοσιδηρουργικών Κατασκευών" και με τον διακριτικό τίτλο "ΒΕΛΠΑΜ" και εισφέρθηκε ως εταιρικό κεφάλαιο το σύνολο του ενεργητικού της ομόρρυθμης εταιρίας, ποσού 10.132.000 δραχμών. Το μετοχικό κεφάλαιο της Ανώνυμης Εταιρίας, η οποία σημειωτέον έχει το αυτό αντικείμενο εργασιών με την ομόρρυθμη και επί πλέον δραστηριοποιείται στην εκμετάλλευση ακινήτων επαγγελματικών χώρων, αποτελούνταν αρχικά από 1.132 ονομαστικές μετοχές, αξίας 1.000 δραχμών εκάστη, από τις οποίες ο εναγόμενος ανέλαβε να καλύψει 2.533 μετοχές, αξίας 2.533.000 δραχμών, με εισφορά καθαρής περιουσίας της μετατραπείσης ομόρρυθμης εταιρίας, που αντιστοιχούσε στο ποσοστό 25% συμμετοχής του σε αυτή, ποσού 2.477.844 δραχμών και με εισφορά σε μετρητά ποσού 55.156 δραχμών.

Συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, εφόσον αποδειχθεί συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου τέως συζύγου της αναφορικά με το περιουσιακό αυτό στοιχείο, δηλαδή τις 2.533 μετοχές του της άνω ανώνυμης εταιρίας, που εκπροσωπούν τη συμμετοχή του στο αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, η αξίωση της αυτή υφίσταται μόνο για το ποσό των 55.156 δραχμών, το οποίο απέκτησε ο εναγόμενος διαρκούντος του γάμου, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 2.477.844 δραχμών δεν υφίσταται, καθώς αποδείχθηκε ότι αποκτήθηκε με μεταβίβαση περιουσιακού του στοιχείου που προϋπήρχε του γάμου ως ορθώς εδέχθη και το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι διαρκούσης της εγγάμου συμβιώσεως και κατόπιν διαδοχικών αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, ο εναγόμενος απέκτησε μέχρι το έτος 1992, δηλαδή μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, 123.989 μετοχές, αξίας 123.989.000 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 52% επί του συνόλου του (αυξηθέντος) μετοχικού κεφαλαίου και κατ' αρχήν στην αύξηση αυτή, η αξίωση της διατηρείται για το ποσό των (123.989.000 - 2.477.844=) 121.511.156 δραχμών, το οποίο, αναγόμενο στο χρόνο (Σεπτ. 1995) γέννησης της επίδικης αξίωσης, ανέρχεται στο ποσό των 170.639.331 δραχμών ή 500.775,73 ευρώ ως ορθώς υπολογίσθηκε υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου (επαυξητικό ποσό της περιουσίας του συζύγου υπό στοιχείον II).

Στο σημείο τούτο επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη η ενάγουσα, εφόσον αποδειχθεί συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, δεν διατηρεί αξίωση επί των επιμέρους περιουσιακών στοιχείων της ανωνύμου εταιρίας, τα οποία ανήκουν στο νομικό πρόσωπο, αλλά στα καθαρά κέρδη που τυχόν αποκόμισε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης ο εναγόμενος από τη λειτουργία και εκμετάλλευση της διότι μόνον τα εισπραχθέντα καθαρά κέρδη που αναλογούν στον μέτοχο - σύζυγο δύναται να επαυξήσουν την περιουσία του.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι μετά τη σύσταση της άνω ανώνυμης εταιρίας οι μέτοχοι αυτής ανήγειραν σταδιακά, από το έτος 1972 έως το έτος 1974, προσθήκη ορόφων επί του ακινήτου στην οδό ..., στο ..., αποτελούμενη από Α', Β' και Γ' ορόφους, συνολικού εμβαδού 2.410 τ.μ. Επιπλέον, κατασκεύασαν από το έτος 1982 και εντεύθεν σε όμορο του εργοστασίου ακίνητο και δη επί του οικοπέδου που βρίσκεται επί της οδού ...

στο ..., οικοδομή αποτελούμενη από δύο υπόγειους ορόφους, ισόγειο κατάστημα και τρεις υπέρ το ισόγειο ορόφους. Το ακίνητο (οικόπεδο) επί του οποίου κατασκευάστηκε η οικοδομή περιήλθε στην Α.Ε. "Αδελφοί ... Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία Υδραυλικών, Μεταλλικών και Λευκοσιδηρουργικών Κατασκευών", δυνάμει του με αριθμ. ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Επαμεινώνδα Τριάντου, νόμιμα μεταγραμμένου. Κατόπιν των ανωτέρω η ανώνυμος εταιρία ανέπτυξε διπλή - παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα και δη αφενός μεν συνέχισε την παραγωγή και εμπορία ειδών λευκοσιδηρουργίας και αφετέρου εκμεταλλεύονταν τα ως άνω ακίνητα, μισθώνοντας αυτά σε τρίτους και αποκομίζοντας τα αντίστοιχα μισθώματα κατ' έτος.

Αναφορικά με την πρώτη δραστηριότητα της η ανωτέρω εταιρία εμφάνισε κερδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα κατά τα έτη 1981, 1987 και 1992, ποσών 265.117 δραχμών, 659.415 δραχμών και 403.043 δραχμών, αντίστοιχα, τα οποία αντιστοιχούν στο χρόνο γέννησης της επίδικης αξίωσης στα ποσά των 2.359.514 δραχμών, 1.991.433 δραχμών και 565.872 δραχμών αντίστοιχα και συνολικά στο ποσό των 4.916.846 δραχμών.

Από τα ως άνω κέρδη χρήσης στον εναγόμενο, μέτοχο της εταιρίας με ποσοστό 25%, όπως προαναφέρθηκε, αναλογούν κέρδη 2.556.760 δρχ. ή 7.503,33 ευρώ. Το ποσό τούτο αποτελεί ακαθάριστα κέρδη του εναγομένου εκ της ανωτέρω συμμετοχής του πλην όμως φορολογείται στην πηγή, δηλαδή στην εταιρία, με ποσοστό 35% και το υπόλοιπο εξ 1.661.894 δρχ.

ή 4.877,16 ευρώ (επαυξητικό ποσό της περιουσίας του συζύγου υπό στοιχ. III), το ποσό αυτό αποτελεί το καθαρό κέρδος τούτου, το οποίο είναι απόκτημα κατά τα άρθρα 1 επόμ. Ν.Δ. 3843/1958 σε συνδ. με Ν. 2065/1992. Στη μείωση αυτή προέβη το Εφετείο, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με τη δεύτερη δραστηριότητά της, ότι η ανώνυμη εταιρία υπήρξε κερδοφόρα σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρία εκμίσθωσε από το έτος 1975 έως το έτος 1992 προς τρίτους καταστήματα και εν γένει επαγγελματικούς χώρους, ευρισκόμενα στο ανωτέρω τριώροφο κτίριο, που βρίσκεται επί της οδού ... στο ... . Ειδικότερα μίσθωνε στα ΕΛΤΑ επαγγελματικό χώρο εμβαδού 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στο ισόγειο και το υπόγειο του κτιρίου, στην εταιρία "Ι.

Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" επαγγελματικό χώρο εμβαδού 400 τ.μ., που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, στην εταιρία "ΒΙΟΤΕΧΑΛ ΑΕΒΕ", επαγγελματικό χώρο εμβαδού 1.200 τ.μ., που βρίσκεται στο ισόγειο και υπόγειο του κτιρίου, στην εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" επαγγελματικό χώρο εμβαδού 800 τ.μ., που βρίσκεται στον ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτιρίου, στην επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." επαγγελματικό χώρο εμβαδού 700 τ.μ.

που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτιρίου, στην εταιρία "... και ... ΟΕ" κατάστημα - επαγγελματικό χώρο εμβαδού 300 τ.μ., που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, στην επιχείρηση "...", επαγγελματικό χώρο 400 τ.μ. -, που βρίσκεται στο ισόγειο και υπόγειο του κτιρίου, στην εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" επαγγελματικό χώρο εμβαδού 200 τ.μ., που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, στην εταιρία "ΚΑΜΠΕ ΑΕ" επαγγελματικό χώρο εμβαδού 1.500 τ.μ., που βρίσκεται στο υπόγειο, στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του κτιρίου.

Από την εκμίσθωση των ανωτέρω χώρων η ανώνυμος εταιρία εισέπραξε τα κάτωθι μισθώματα αναφερόμενα κατόπιν αναπροσαρμογής σε τιμές Σεπτεμβρίου 1995, δηλαδή 1) το έτος 1975: Από τα ΕΛΤΑ 1.500.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 1.030.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΧΑΛ ΑΕΒΕ" 900.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 790.000 δραχμές, από την επιχείρηση "ΚΕΕSSING PUBLISHING GREECE B.V." 1.680.000 δραχμές, από την εταιρία "...

και ... ΟΕ" 1.230.000 κ δραχμές, από την επιχείρηση "..." 780.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 430.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ ΑΕ" 1.660.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1975 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 10.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 25% δηλαδή 5.200.000 δραχμές ή 15.260,45 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγομένου.

Επίσης το έτος 1976 εισέπραξε τα εξής μισθώματα. Από τα ΕΛΤΑ 3.000.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 2.060.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΧΑΛ ΑΕΒΕ" 1.800.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 1.5 80.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 3.360.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 2.460.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 1.560.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 860.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 3.320.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1976 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 20.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 10.400.000 δραχμές ή 30.520,90 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1977 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 3.750.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 2.575.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 2.250.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ AE" 1.975.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 4.200.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 3.075.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 1.950.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 1.075.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 4.150.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1977 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 25.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 13.000.000 δραχμές ή 38.151,13 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης το έτος 1978 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 4.500.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 3.090.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 2.700.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 2.370.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 5.040.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 3.690.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 2.340.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 1.290.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 4.980.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1978 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 30.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 15.600.000 δραχμές ή 45.781,36 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1979 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 5.250.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 3.605.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 3.150.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 2.765.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 5.880.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 4.305.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 2.730.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 1.505.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 5.810.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1979 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 35.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 18.200.000 δραχμές ή 53.411.59 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1980 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 7.500.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 5.150.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 4.500.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 3.950.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 8.400.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 6.150.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 3.900.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.150.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 8.300.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1980 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 50.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 26.000.000 δραχμές ή 76.302,27 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1981 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 7.800.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 5.356.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 4.680.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 4.108.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 8.736.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 6.396.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.056.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.236.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 8.632.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1981 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 52.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 27.040.000 δραχμές ή 79.354,36 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1982 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 8.100.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 5.562.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 4.860.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 4.266.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 9.072.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 6.642.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.212.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.322.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 8.964.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1982 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 54.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 28.080.000 δραχμές ή 82.406,45 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1983 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 8.400.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 5.768.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 5.040.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 4.424.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 9.408.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 6.888.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.368.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.408.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 9296.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1983 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 56.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 29.120.000 δραχμές ή 85.458,54 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1984 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 8.700.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 5.974.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 5.220.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 4.582.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 9.744.000 δραχμές, από την εταιρία ".... και ...

ΟΕ" 7.134.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.524.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.494.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 9.628.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1984 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 58.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 30.160.000 δραχμές ή 88.510,63 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1985 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 9.000.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 6.180.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 5.400.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 4.740.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 10.080.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 7.380.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.680.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.580.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 9.960.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1985 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 60.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 31.200.000 δραχμές ή 91.562,72 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1986 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από το ΕΛΤΑ 9.300.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 6.386.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 5.580.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 4.898.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 10.416.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 7.626.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.836.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.666.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 10.292.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1986 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 62.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 32.240.000 δραχμές ή 94.614,82 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1987 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 9.600.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 6.592.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 5.760.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 5.056.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 10.752.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 7.872.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 4.992.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.752.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 10.624.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1987 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 64.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 33.280.000 δραχμές ή 97.666,91 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1988 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 9.900.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 6.798.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 5.940.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 5.214.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 11.088.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 8.118.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 5.148.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.838.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 10.956.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1988 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 66.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 34.320.000 δραχμές ή 100.719,00 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1989 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 10.200.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 7.004.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 6.120.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 5.372.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 11.424.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 8.364.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 5.304.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 2.924.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 11.288.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1989 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 68.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 35.360.000 δραχμές ή 103.771,09 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1990 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 10.500.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 7.210.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 6.300.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 5.530.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 11.760.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 8.610.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 5.460.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 3.010.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 11.620.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1990 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 70.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 36.400.000 δραχμές ή 106.823,18 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου.

Επίσης, το έτος 1991 εισέπραξε τα εξής μισθώματα: Από τα ΕΛΤΑ 10.800.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 7.416.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 6.480.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 5.688.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 12.096.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ...

ΟΕ" 8.856.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 5.616.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν. ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 3.096.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 11.952.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1991 η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 72.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 37.440.000 δραχμές ή 109.875,27 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου και τέλος το έτος 1992 και δη από 1-1-1992 έως Αύγουστο του 1992 εισέπραξε τα εξής μισθώματα:

Από τα ΕΛΤΑ 10.800.000 δραχμές, από την εταιρία "Ι. Τσουκαρίδης ΑΒΕΤΕ" 7.416.000 δραχμές, από την εταιρία "ΒΙΟΤΕΞΑΛ ΑΕΒΕ" 6.480.000 δραχμές, από την εκδοτική εταιρία "ΚΑΠΠΑ ΜΟΥΛΤΙ ΑΕ" 5.688.000 δραχμές, από την επιχείρηση "KEESSING PUBLISHING GREECE B.V." 12.096.000 δραχμές, από την εταιρία "... και ... ΟΕ" 8.856.000 δραχμές, από την επιχείρηση "..." 5.616.000 δραχμές, από την εταιρία "Ν.

ΤΣΕΛΙΟΣ ΑΤΕΕ" 3.096.000 δραχμές και από την εταιρία "ΚΑΜΠΕ Α.Ε." 11.952.000 δραχμές. Συνολικά δηλαδή για το έτος 1992 και για το άνω διάστημα η εταιρία εισέπραξε μισθώματα ύψους 72.000.000 δραχμών, από τις οποίες το 52%, δηλαδή 37.400.000 δραχμές ή 109.875,27 ευρώ αντιστοιχούν στα κέρδη του εναγόμενου. Επομένως, η άνω ανώνυμος εταιρία εισέπραξε συνολικά από 1-1-1975 έως 31-8-1992 μισθώματα ύψους 924.000.000 δραχμών, σε τιμές Σεπτεμβρίου 1995.

Τα κέρδη αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο εδέχθη ως καθαρά κέρδη παρά τις αποδείξεις ενώ πρόκειται για κέρδη προ φόρων, αποσβέσεων, τελών και τόκων (στην καθομιλουμένη Ε.Β.Ι.Τ.Α). Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε ν' αφαιρέσει από το ανωτέρω άθροισμα ακαθαρίστων κερδών το ποσοστό φόρου (εκ 35%) το ποσοστό τελών υπέρ τρίτων (π.χ.

ΕΥΔΑΠ, χαρτόσημον ΟΓΑ) εξ 6,6% και τις νόμιμες αποσβέσεις αφού δεν προέκυψαν τόκοι. Άλλως έπρεπε να διατάξει την διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης (που δεν αιτείται) προκειμένου να πολλαπλασιασθούν όλα τα ακαθάριστα έσοδα της ανωτέρω Α.Ε. που δεν προσδιορίζονται επί του εκάστοτε ισχύοντος νομίμου μοναδικού συντελεστή καθαρού κέρδους κατά περίπτωση και οικονομικό έτος (χρήση).

Το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι επειδή τα μισθώματα είχαν εκχωρηθεί σε τράπεζα και προβάλλονται ως μέρος κερδών της Α.Ε. δεν θα βοηθήσει στον υπολογισμόν της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου η λογιστική πραγματογνωμοσύνη η οποία δεν θα καταλήξει σε δίκαιο ποσό καθαρών κερδών αφού αφ' ενός θα υπολογισθεί διπλή η φορολόγηση των και στην Α.Ε.

και στον υπόχρεο αφ' ετέρου δε, θα υπάρχει υπερβολική καταφυγή στον προσδιορισμόν κατ' εκτίμηση, των ακαθαρίστων εσόδων λόγω παρόδου πολλών ετών απ' ορισμένης χρήσης. Κατόπιν των ανωτέρω δυσχερειών το Δικαστήριο κρίνει ως ορθότερον τρόπον εξευρέσεως των καθαρών κερδών του υπόχρεου συζύγου, που αποτελεί και απόκτημα κατά την έννοια του Νόμου, είναι η αφαίρεση από το ποσό των ακαθαρίστων ποσών μισθωμάτων που αναλογούν σε αυτόν εκ 480.480.000 δρχ. (1.410.006,03 ευρώ) όλων των ανωτέρω νομίμων επιβαρύνσεων ήτοι 1.410.066 - (35% + 6,6% + 25%) αποσβέσεις από 1/1/75 μέχρι 31/8/92 = 470.962,05 ευρώ (επαυξητικό στοιχείο της περιουσίας του συζύγου υπό στοιχ.

IV). Ως προς τ' ανωτέρω ποσά μειώσεων ελήφθησαν επιπροσθέτως υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως βάσει της αρχής JURANOVIT CURIA και τ' άρθ. 43 παρ. 2 Ν. 2065/1992 που κατήργησε το τέλος 3% ύδρευσης (Ν.Δ. 2916/1954) και τ' άρθ. 3 Π.Δ. 100/1998 περί υπολογισμού αποσβέσεων κατά την σταθερή μέθοδο ως περιουσιακά στοιχεία Α.Ε. που αποκτήθησαν πριν της 31/12/1997.

Σημειώνεται ότι δεν αφαιρέθηκαν τόκοι από τ' ανωτέρω μισθώματα λόγω μη καθορισμού τούτων υπό του φέροντος το βάρος αποδείξεως των υπόχρεου συζύγου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν υπάρχει επαύξηση της περιουσίας του εφόσον τα ανωτέρω μισθώματα είχαν εκχωρηθεί στην δανείστρια Τράπεζα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τοιαύτη επαύξηση υπάρχει και επί μειώσεως του παθητικού (των υποχρεώσεων) και όχι μόνον επί αυξήσεως ενεργητικού.

Ακολούθως έκρινε ότι ο λόγος της εφέσεως τούτου, περί εσφαλμένης εκτίμησης της επαύξησης της περιουσίας του εκ μισθωμάτων, λόγω μη υπολογισμού υπό του πρωτόδικου Δικαστηρίου των φόρων εισοδημάτων, των δαπανών επισκευής, ανακατασκευής κλπ (υπό στοιχ. δ' λόγος έφεσης) είναι βάσιμος όπως προαναπτύχθηκε για τα ακαθάριστα κέρδη χρήσεως, με την διευκρίνιση ότι αντικαταστάθηκε η πραγματική έννοια των πάσης φύσεως δαπανών επί των μισθίων με την νομική έννοια των αποσβέσεων, σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ένα ακίνητο (οικόπεδο), επί του οποίου ανήγειρε διώροφη οικοδομή, που βρίσκεται εντός των ορίων του Οικισμού ... του Νομού ..., έκτασης 2.020 τ.μ. κατά την τελευταία καταμέτρηση, εμφαινόμενο με το γράμμα Α και περιμετρικά με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από Αυγούστου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., που προσαρτάται στο με αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αικατερίνης Καραγεωργάκη - Λεφάκη. Η διώροφη οικοδομή που ανεγέρθηκε στο άνω οικόπεδο αποτελείται από ισόγειο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει το κλιμακοστάσιο εμβαδού 8,5 τ.μ. και ένα ενιαίο χώρο επιφάνειας 115 τ.μ. και από τον πρώτο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει το κλιμακοστάσιο εμβαδού 8,5 τ.μ., και μία οικία εμβαδού 115 τ.μ., συγκείμενη από καθιστικό, τέσσερα υπνοδωμάτια, δύο W.C.

και διάδρομο επικοινωνίας. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον εναγόμενο δυνάμει του με αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καστορίου Δημητρίου Σπυρίδωνος Πελεκάνου, νόμιμα μεταγραμμένου, από διανομή που έγινε μεταξύ του εναγόμενου και της μητέρας του ΣΤ, στους οποίους είχε περιέλθει σε μείζονα έκταση στην μεν ΣΤ από κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της ΖΖ, κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και στον εναγόμενο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από αγορά που αυτός έκανε δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Στασινόπουλου, νόμιμα μεταγραμμένου και την οποία μείζονα έκταση οι συνιδιοκτήτες κατέτμησαν σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και τα διένειμαν μεταξύ τους με την ανωτέρω πράξη διανομής και ο εναγόμενος έλαβε το' ανωτέρω περιγραφόμενο τμήμα.

Το ανωτέρω οικόπεδο και η επ αυτού διώροφη οικία υπήρχε στην περιουσία του εναγόμενου τόσο το έτος 1992, όταν διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση, όσο και το έτος 1995, ημερομηνία γέννησης της επίδικης αξίωσης πλην, όμως, ο εναγόμενος, δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αικατερίνης Καραγεωργάκη - Λεφάκη, νόμιμα μεταγραμμένου, το πώλησε και το μεταβίβασε προς την ανώνυμο εταιρία της οποίας ήταν κύριος μέτοχος, δηλαδή αυτής με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ ...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Υδραυλικών, Μεταλλικών και Λευκοσιδηρουργικών Κατασκευών" και με το διακριτικό τίτλο "ΒΕΛΠΑΜ", έναντι τιμήματος 30.000.000 δραχμών, το οποίο έλαβε ο εναγόμενος από την αγοράστρια εταιρία και έτσι στη θέση του περιουσιακού αυτού στοιχείου που πωλήθηκε υποκαταστάθηκε το ανωτέρω τίμημα, που αντιστοιχεί στο ποσό των 88.041,08 ευρώ (ποσό που επαύξησε την περιουσία του συζύγου υπό στοιχείο V) ή 29.999.998 δρχ.

Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι συμφωνα με όλα τα ανωτέρω, η περιουσία του εναγόμενου από την τέλεση του γάμου του μέχρι τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης αυξήθηκε κατά το ποσό των (14.352.688 + 170.639.331 + 1.664.894 + 218.774.554 + 29.999.998=) 435.428.465 δραχμών ή 1.277.853,16 ευρώ και ότι άλλη αύξηση της περιουσίας του εναγομένου εκτός των ανωτέρω πέντε επαυξητικών ποσών (υπό στοιχ.

Ι, Π, III, IV και V), δεν αποδείχθηκε και γι' αυτό απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας που αποτελούν και αντίστοιχους λόγους έφεσης ως αβάσιμους, πλην εκείνου περί προσμετρήσεως των αποδοχών του εναγομένου προέδρου και διαχειριστή της ανωτέρω Α.Ε. (πρωτοδίκως είχαν προσμετρηθεί 66.830,45 ευρώ) που είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη τους ως κονδύλιο προσωποπαγών αποκτημάτων χωρίς να αναφέρεται στην αγωγή κτήση περιουσιακών στοιχείων με αυτά.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η ενάγουσα ανάμεσα στις οικογενειακές και επιχειρηματικές εργασίες έδωσε προτεραιότητα στις τελευταίες, μεταβαίνοντας σχεδόν καθημερινώς στην έδρα των ανωτέρω εταιρειών, καθόλην την διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως, όπου υποβοηθούσε την προώθηση εργασιών των εταιρειών αυτών κατά τις ώρες αιχμής ή απλώς επέβλεπε, ως οφθαλμός της διεύθυνσης, τις εργασίες αυτές, συνήθως για ολίγες ώρες, αλλά μερικές φορές, όταν υπήρχε πολύ μεγάλη επιχειρηματική κίνηση, σχεδόν καθ' όλη την ημέρα.

Έτσι η ενάγουσα δεν είχε στην πραγματικότητα τον χρόνο vα απασχοληθεί με τις οικογενειακές εργασίες περισσότερον της οφειλομένης συνεισφοράς της. Αντιθέτως η ανωτέρω προσφορά εργασίας στην ανωτέρω οικογενειακή επιχείρηση υπερβαίνει, τα όρια της οφειλομένης από αυτήν συνεισφοράς ως μητέρας πολύτεκνης, που είχε, ούτως ή άλλως, αυξημένες υποχρεώσεις στον συζυγικό οίκο.

Η εργασία αυτή της ενάγουσας συνέβαλε αμέσως στην αύξηση της περιουσίας της ανωτέρω εταιρείας και εμμέσως στην περιουσία του κυρίου μετόχου της εναγομένου. Η τελευταία είναι αποτιμητή εις χρήμα και ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ συνολικώς (ποσό επαυξητικό της περιουσίας υπ' αρ. VI), λαμβανομένου υπόψιν του ποσοστού συμμετοχής του εναγομένου στην εν γένει επιχείρηση αλλ' όχι και του ποσού που θα καταβάλλετο κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο σε τρίτο πρόσωπο εμπιστοσύνης προς εκτέλεση των εργασιών που διεξήγαγε η ενάγουσα κατ' ανεξάρτητη και μερική απασχόληση.

Επίσης ελήφθη υπ' όψιν το ότι η εκάστοτε εργοδότρια είχε ασφαλίσει την ενάγουσα αναγνωρίζουσα ούτω μεταξύ των άλλων την προσφορά εργασίας της. Το ποσό αυτό είναι το άθροισμα των ετησίων ποσών επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου μόνον ανατιμωμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο εκτίμησης των σύμφωνα με τον προαναλυθέντα τρόπο.

Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι η εν λόγω προσφορά εργασίας της ενάγουσας στην επιχείρηση του συζύγου της δίδει σε αυτήν το δικαίωμα να διεκδικήσει αυξημένη συμμετοχή κατά ποσοστό 40% στην προεκτεθείσα αύξηση της περιουσίας τούτου, καθ' υπέρβαση του νομίμου ποσοστού του 1/3, αφού αυτή μολονότι είχε αυξημένες ενδοοικιακές υποχρεώσεις, ως πολύτεκνη μητέρα, αποδείχθηκε ότι προθύμως, επιτυχώς και αποτελεσματικώς προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες της στην επιχείρηση τούτου, έχουσα σημαντική συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 40% αντί 33,33% στο οποίο την είχε προσδιορίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 482.710,76 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, δεδομένου ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε και το νόμιμο χαρακτηρισμό αυτών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Οι πέμπτος έως και έννατος, αντίθετοι, λόγοι της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος, κατά το οποίο, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσεως, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.-

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 19/1998, Ολομ.ΑΠ 17/1995).

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υπόχρεου (Ολομ.ΑΠ 8/2001, Ολομ.ΑΠ 1/1997).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑ.Π. 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα καταχρηστικώς ασκεί την αξίωσή της, διότι προβάλλει τις παντελώς αβάσιμες και αναληθείς αξιώσεις παρόλο που γνωρίζει ότι από το 1959 με τα αδέλφια του είχαν δημιουργήσει μία σοβαρή λευκοσιδηρουργία, η οποία λειτουργούσε ως ομόρρυθμη εταιρία, η οποία μέχρι τη μετατροπή της σε ανώνυμη είχε αγοράσει τα γήπεδα, είχε κατασκευάσει εργοστάσιο, είχε τεράστιο μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό, όπως άλλωστε προκύπτει από τα συμβόλαια, τις δανειστικές συμβάσεις και διότι γνώριζε ότι μαζί με τον αδελφό του ΓΓ εκποίησαν ένα πολυόροφο κτίριο και το τίμημα το εισέφεραν στην ανώνυμη εταιρία για την εξόφληση χρεών τα οποία δημιουργήθηκαν από την κατασκευή του εργοστασίου και τον μηχανολογικό εξοπλισμό του, ενώ τα ενοίκια από το εργοστάσιο, από το 1976 τα εισέπραττε η δανείστρια Τράπεζα Επενδύσεων, γεγονός το οποίο γνώριζε η ενάγουσα.

Τον ισχυρισμό αυτόν επανέφερε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως. Τα συνιστώντα όμως αυτόν πραγματικά γεγονότα, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αντιβαίνουν και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε δεν είναι νόμιμος και η από το Εφετείο μη λήψη υπόψη του προταθέντος ως άνω μη νόμιμου ισχυρισμού δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως. Επομένως, ο εκ της άνω διατάξεως αντίθετος δέκατος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση αυτή. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναριεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΙΙ. Επί της από 9-11-2007 αιτήσεως αναιρέσεως της Χ:

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχε, εφαρμογή και πpί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983, "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική της συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή". Για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία) πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Περαιτέρω, επί εταιρειών που έχουν νομική προσωπικότητα, σε αντίθεση με εκείνες που στερούνται νομικής προσωπικότητας (άρθρα 758 παρ. 1, 759, 761 ΑΚ), η εταιρική περιουσία ανήκει στο νομικό πρόσωπο και διακρίνεται από τις ατομικές περιουσίες των εταίρων. Η ιδιότητα εταίρου σε εταιρεία με νομική προσωπικότητα δεν παρέχει σε αυτόν κανένα δικαίωμα περιουσιακής φύσεως επί των επί μέρους στοιχείων που απαρτίζουν την εταιρική περιουσία αλλά ποσοστό οικονομικής συμμετοχής επί της εταιρικής περιουσίας ως χωριστής (αυτοτελούς) ομάδας.

Από αυτό παρέπεται ότι ο υπόχρεος σύζυγος που έχει αποκτήσει κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγγαμης συμβίωσης, με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου, την ιδιότητα εταίρου προσωπικής εταιρείας με νομική προσωπικότητα, απόκτημα δεν αποτελούν τα κατ' ιδίαν στοιχεία, τα οποία συνθέτουν το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας, αλλά η ατομική περιουσία του ως μετόχου ή εταίρου, δηλαδή η οικονομική συμμετοχή του και συγκεκριμένα οι μετοχές ή η μερίδα συμμετοχής, καθώς και τα αναλογούντα στο ποσοστό συμμετοχής του καθαρά κέρδη και μόνον επ' αυτών των ατομικών περιουσιακών στοιχείων δύναται να έχει αξίωση συμμετοχής ο δικαιούχος σύζυγος.

Τέτοια αξίωση συμμετοχής υπάρχει και επί συμβολής στην απόκτηση μετοχών, οπότε δύναται να ζητηθεί μέρος αυτών. Σε περίπτωση παροχής εργασίας εκ μέρους του δικαιούχου συζύγου σε εταιρεία με νομική προσωπικότητα, της οποίας εταίρος είναι ο υπόχρεος σύζυγος, αυτός έχει αξίωση κατ' εκείνης, κατά τα άρθρα 648 επ.

ή 904 επ. ΑΚ και όχι κατά του υπόχρεου συζύγου, εφόσον η εργασία αυτή δεν ελήφθη υπόψη ως συμβολή αμέσως στην αύξηση της περιουσίας της εταιρίας και εμμέσως της περιουσίας του εναγομένου μετόχου της. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα αυτά τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1137/2001, ΑΠ 416/1999, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομότυπα οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 ΚΠολΔ), μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε η εναγομένη, και ειδικώτερα: 1) τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 2) την υπ' αρ. 7386/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), 3) το από 24-7-1999 σημείωμα του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 4) την από 17-7-2001 αγωγή του ΕΕ, 5) το υπ' αρ. ...

πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Περιστερίου, 6) το υπ' αρ. ... πρακτικό της γενικής συνελεύσεως της εταιρίας του εναγομένου, 7) τις υπ' αρ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθαλίας Παπαδάκου - Αναστασιάδου, καθώς και τις υπ' αρ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις, ως μαρτύρων, των ..., ...

και ... . Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, αντίθετος (χωρίς αρίθμηση), λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι ο εναγόμενος έγινε εταίρος ανώνυμης εταιρείας το έτος 1971, κατ' ακολουθίαν προηγουμένης συμμετοχής του, κατά ποσοστό 25%, σε προϋπάρχουσα ομόρρυθμη εταιρεία υδραυλικών εργασιών και υπάρξεως εισοδημάτων από εκείνη, το ύψος των οποίων προσδιορίζει εσφαλμένως κατά την αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός (τρίτος) της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση παραβάσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και η αναίρεση αυτή.

Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και1 83 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 5-2-2008 αίτηση του Ψ και την από 9-11-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 2.866/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 5-2-2008 αίτηση αναιρέσεως του Ψ.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει την από 9-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της Χ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ