486/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Ευάγγελο Σταυρουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated486/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και μάλιστα να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, ως λόγο αναίρεσης προβάλλει την έλλειψη, (από το προσβαλλόμενο βούλευμα) της ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1, δ’ Κ.Π.Δ.) με τις εξής ειδικότερες αιτιάσεις, επί λέξει: "1. Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι η Κ.
Full text
Απόφαση 486 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 486/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Ευάγγελο Σταυρουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Ο. του Σ. συζ. Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 844/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. Π. Τ. του Σ. και 2. Σ. Ο. του Ε., κάτοικους .... Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Κ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2003 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1696/2003.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Απόστολου Οικονόμου με αριθμό 167/9.5.05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ’ αριθμ. 121/26-6-2003 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Α. συζ. Ε. Ο., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ... (οδός ...), κατά του υπ’ αριθμ. 844/2003 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ’ αριθμ. 3919/2002 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, την Α. συζ. Ε. Ο., το γένος Σ. Μ., για τα κακουργήματα: α) της απάτης, από την οποία η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη? ο δε υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και β) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση? ο δε υπαίτιος είχε σκοπό να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική βλάβη, υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (άρθρα: 46 παρ. 1, α, 94 παρ. 1, 242 παρ. 1, 3, 386 παρ. 1, β, 3 Π.Κ., όπως τα άρθρα 242 και 386 συμπληρ. και αντικ. από τα άρθρα 1 παρ. 7, β, 11 του ν. 2408/1996, 14 παρ. 6 του ν. 2721/1999, 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, αντίστοιχα, φερόμενα ως τελεσθέντα υπ’ αυτής, στην Αθήνα και στα Μέγαρα, την 31/10/1996 και την 31/1/1997, σε βάρος της Κ. χήρας Ι. Κ..
Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού η κατηγορουμένη, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απορρίφθηκε η κριθείσα έφεσή της και επικυρώθηκε το εκκληθέν βούλευμα. Κατά του τελευταίου αυτού (υπ’ αριθμ. 844/2003) βουλεύματος, στρέφεται ήδη η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία πρέπει να εξεταστεί όμως αν ασκήθηκε νομότυπα και παραδεκτά.
Η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών (άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και εμπρόθεσμα (άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), στις 26-6-2003, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδοθέν στην αναιρεσείουσα με θυροκόλληση (άρθρο 155 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) την 19/6/2003, επιδόθηκε και στον αντίκλητο δικηγόρο της κατηγορουμένης, την 7-8-2003.
Επί πλέον, ασκήθηκε αυτή από δικαιουμένη σε άσκησή της (άρθρα: 463 εδ. α’ , 482 παρ. 1, στοιχ. Α’ , α’ Κ.Π.Δ., ως η παρ. 1 του άρθρου 482 ίσχυε πριν να αντικατασταθεί από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003). Σύμφωνα όμως με το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ., προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης, είναι να περιέχει λόγους αναίρεσης εκ των περιοριστικώς καθοριζομένων λόγων αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ.
και μάλιστα να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, ως λόγο αναίρεσης προβάλλει την έλλειψη, (από το προσβαλλόμενο βούλευμα) της ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1, δ’ Κ.Π.Δ.) με τις εξής ειδικότερες αιτιάσεις, επί λέξει: "1. Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι η Κ.
Κ. είχε γίνει άβουλο όργανό μου, χωρίς να αιτιολογήσει σε ποια αποδεικτικά στοιχεία στηρίχθηκε στην κρίση του αυτή. Οι καταθέσεις των συγγενών της εν λόγω και συγγενών και φίλων της μηνύτριας, δεν μπορούν να στηρίξουν την απόδειξη αυτή, αφού προφανώς είχαν λόγω να μην καταθέσουν την αλήθεια. 2. Επίσης το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί εγώ είχα υποχρέωση να ζητήσω διευκρινήσεις και πληροφορίες, με ποιο τρόπο η Κ.
Κ. έγραψε τις αποδείξεις λήψης του τιμήματος των πωληθέντων διαμερισμάτων και συγκεκριμένα με ποιο μέσο, με ποιο δακτυλογράφο, ούτε ποιος ήταν ο προμηθεύσας το μέσο της γραφής αυτής. Δεν προέβαινα σε παράνομες πράξεις για να ενδιαφερθώ να ζητήσω τις πληροφορίες αυτές.
Όταν λοιπόν το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αποδίδει αγωνία σε εμένα με κάθε τρόπο να κατοχυρωθώ, τελείως αναιτιολόγητα πράττει. 3. Επίσης το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, τελείως αναιτιολόγητα, δέχεται ότι αν όλες οι ενέργειες της πώλησης των διαμερισμάτων γινόντουσαν με νόμιμο τρόπο, δεν θα με απέλυε η υπέργηρη πωλήτρια Κ., δεν θα με καταμήνυε και δεν θα κατέθετε ανωμοτί στον ανακριτή στις 25-10-1999 ότι "όλα είναι απάτη και πλαστογραφία της Α.".
Και αυτό, παρά την Εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο ότι "Στην μοναξιά της και στην απελπισία της εθεώρησε ότι μόνο η Α. Ο. στις δύσκολες ώρες της, της συμπαραστάθηκε. Στην συνέχεια όμως όταν την πλησίασαν η θετή κόρη της (μηνύτρια) και οι άλλοι συγγενείς της, την έκαναν προφανώς να αλλάξει γνώμη για την Α.
Ο., να μετανοιώσει για την υπέρμετρη γενναιοδωρία της και να στραφεί εναντίον της". 4. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ δέχεται ότι εγώ έπεισα την υπέργηρη πωλήτρια να προβεί στην σύνταξη των προς πώληση πληρεξουσίων, παραστήσασα σ’ αυτήν ότι ανανεωνόντουσαν τα παλαιά πληρεξούσια, για τα οποία βέβαια ποτέ δεν κατηγορήθηκα από κανέναν, εν τούτοις απαλλάσσει την απολύτως αναγκαία για τις ενέργειές μου αυτές συμβολαιογράφο, αποδίδοντας της απλή πλημμέλεια ως προς τις ενέργειές της αυτές, ενώ στην στήριξη της εναντίον μου κατηγορίας την αναφέρει ως συμπατριώτισσά μου συμβολαιογράφο και επομένως ως συνεργό μου, χωρίς να αναφέρει αν τελικά είχα παραπείσει και αυτή, ώστε να μην εξηγήσει στην Κ.
αν τα πληρεξούσια διατύπωναν την ακριβή βούλησή της, να πωλήσω εγώ τα επίδικα διαμερίσματά της". Με αυτούς τους λόγους, η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι: Ο έλεγχος από τον ‘ Αρειο Πάγο του προσβαλλομένου με αναίρεση βουλεύματος, αφορά την νομιμότητα αυτού. Εάν δε πλήττεται με την αναίρεση, όπως εν προκειμένω, η εκτίμηση από το δικαστικό συμβούλιο των προκυψάντων από την ανάκριση πραγματικών περιστατικών, η αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι ο λόγος αυτός δεν προβλέπεται από τον νόμο και ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου περί τα πράγματα (Α.Π. (σε Συμβ.) 2271/2002, Π.Χ.
ΝΓ, 803, Α.Π. 617/2002 (σε Συμβ.), Α.Π. (Ολ.Συμβ.) 19/2001, Ποιν.Δικ. 2001, 1225, Α.Π. (Ολομ.) 2/2002 Ποιν.Δικ. 2002, 128).
Εξάλλου, η αιτίαση για την απαλλαγή της κατηγορουμένης, (για ψευδή βεβαίωση, με σκοπό προσπορίσεως σε άλλον αθέμιτου οφέλους, δια βλάβης άλλου από την οποία το όφελος και η βλάβη υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των δρχ. 25.000.000, κ.λ.π.), συμβολαιογράφου και κατοίκου Μεγάρων Π. συζ. Χ. Κ., είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται χωρίς να έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 463 εδ. β’ Κ.Π.Δ.) η αναιρεσείουσα. Επειδή, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση αναίρεση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 476 παρ. 1, 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 εδ. α’ Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς --- Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η υπ’ αριθμ. 121/26-6-2003 αίτηση αναίρεσης της κατηγορουμένης Α. συζ. Ε. Ο., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ... (οδός ...), κατά του υπ’ αριθμ. 844/2003 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η άνω αναιρεσείουσα Α. συζ. Ε. Ο., το γένος Σ. Μ.. Αθήνα 7 Μαρτίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Απόστολος Οικονόμου
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, είναι να περιέχονται σ’ αυτήν λόγοι αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και μάλιστα να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, ως λόγο αναίρεσης προβάλλει την έλλειψη, (από το προσβαλλόμενο βούλευμα) της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1, δ’ Κ.Π.Δ.) με τις εξής ειδικότερες αιτιάσεις, επί λέξει: "1.
Το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι η Κ. Κ. είχε γίνει άβουλο όργανό μου, χωρίς να αιτιολογήσει σε ποια αποδεικτικά στοιχεί στηρίχθηκε στην κρίση του αυτή. Οι καταθέσεις των συγγενών της εν λόγω και συγγενών και φίλων της μηνύτριας, δεν μπορούν να στηρίξουν την απόδειξη αυτή, αφού προφανώς είχαν λόγω να μην καταθέσουν την αλήθεια. 2.
Επίσης, το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολόγησε επαρκώς γιατί εγώ είχα υποχρέωση να ζητήσω διευκρινήσεις και πληροφορίες, με ποιο τρόπο η Κ. Κ. έγραψε τις αποδέιξεις λήψης του τιμήματος των πωληθέντων διαμερισμάτων και συγκεκριμένα με ποιο μέσο, με ποιο δακτυλογράφο, ούτε ποιος ήταν ο προμηθεύσας το μέσο της γραφής αυτής.
Δεν προέβαινα σε παράνομες πράξεις για να ενδιαφερθώ να ζητήσω τις πληροφορίες αυτές. Όταν λοιπόν το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα αποδίδει αγωνία σε εμένα με κάθε τρόπο να κατοχυρωθώ, τελείως αναιτιολόγητα πράττει. 3. Επίσης το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, τελείως αναιτιολόγητα, δέχεται ότι αν όλες οι ενέργειες της πώλησης των διαμερισμάτων γινόντουσαν με νόμιμο τρόπο, δεν θα με απέλυε η υπέργηρη πωλήτρια Κ., δεν θα με καταμήνυε και δεν θα κατέθετε ανωμοτί στον ανακριτή στις 25-10-1999 ότι "όλα είναι απάτη και πλαστογραφία της Α.".
Και αυτό, παρά την Εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο ότι "Στην μοναξιά της και στην απελπισία της εθεώρησε ότι μόνο η Α. Ο. στις δύσκολες ώρες της, της συμπαραστάθηκε. Στην συνέχεια όμως όταν την πλησίασαν η θετή κόρη της (μηνύτρια) και οι άλλοι συγγενείς της, την έκαναν προφανώς να αλλάξει γνώμη για την Α. Ο., να μετανοιώσει για την υπέρμετρη γενναιοδωρία της και να στραφεί εναντίον της".
4. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα, ενώ δέχεται ότι εγώ έπεισα την υπέργηρη πωλήτρια να προβεί στην σύνταξη των προς πώληση πληρεξουσίων, παραστήσασα σ’ αυτήν ότι ανανεωνόντουσαν τα παλαιά πληρεξούσια, για τα οποία βέβαια ποτέ δεν κατηγορήθηκα από κανέναν, εν τούτοις απαλλάσσει την απολύτως αναγκαία για τις ενέργειές μου αυτές συμβολαιογράφο, αποδίδοντας της απλή πλημμέλεια ως προς τις ενέργειές της αυτές, ενώ στην στήριξη της εναντίον μου κατηγορίας την αναφέρει ως συμπατριώτισσά μου συμβολαιογράφο και επομένως ως συνεργό μου, χωρίς να αναφέρει αν τελικά είχα παραπείσει και αυτή, ώστε να μην εξηγήσει στην Κ. αν τα πληρεξούσια διατύπωναν την ακριβή βούλησή της, να πωλήσω εγώ τα επίδικα διαμερίσματά της".
Με αυτούς τους λόγους, η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι: Ο έλεγχος από τον ‘ Αρειο Πάγο του προσβαλλομένου με αναίρεση βουλεύματος, αφορά την νομιμότητα αυτού. Εάν δε πλήττεται με την αναίρεση, όπως εν προκειμένω, η εκτίμηση από το δικαστικό συμβούλιο των προκυψάντων από την ανάκριση πραγματικών περιστατικών, η αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι ο λόγος αυτός δεν προβλέπεται από τον νόμο, αναγόμενος στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου περί τα πράγματα.
Εξάλλου, η αιτίαση για την απαλλαγή της κατηγορουμένης, (για ψευδή βεβαίωση, με σκοπό προσπορίσεως σε άλλον αθέμιτου οφέλους, δια βλάβης άλλου από την οποία το όφελος και η βλάβη υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των δρχ. 25.000.000, κ.λ.π.), συμβολαιογράφου και κατοίκου Μεγάρων Π. συζ. Χ. Κ., είναι απαράδεκτη, διότι προβάλλεται χωρίς να έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 463 εδ. β’ Κ.Π.Δ.) η αναιρεσείουσα.
Κατ’ ακολουθίαν πρέπει, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, (κατά τη σχετική επί του φακέλου της δικογραφίας επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα) να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η υπό κρίση αναίρεση και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την από 26-6-2003 αίτηση της Α. συζ. Ε. Ο., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση του 844/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ