Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding commercial organization membership and customer base contribution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision of 4786/2020. The appellants argued they should be recognized as part of the respondent's commercial organization to justify a claim for customer base compensation, but the court found their arguments regarding product sales and market expansion unsupported by evidence. Consequently, the court ruled that the previous final judgment on this specific issue remained binding and the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The court's final judgment on the integration of parties into a commercial organization constitutes res judicata, preventing re-litigation of the same legal relationship in subsequent proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 485 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 2) Δ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Vivartia Συμμετοχών Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στα…. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων", με διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Αγίου Στεφάνου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντινόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει μετονομαστεί σε "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων Μονοπρόσωπη Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 11-10-2020 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2530/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6832/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1372/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την 6832/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς το κεφάλαιο της κύριας αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς το αναιρεθέν μέρος της στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4786/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες Γ. Μ. και Δ. Σ. άσκησαν κατά της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Vivartia Συμμετοχών Ανώνυμη Εταιρεία", την από 4.12.2009 αγωγή τους, ενώπιον του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεταν ότι η εναγόμενη εταιρία είναι καθολική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Πρότυπος Βιομηχανία Γάλακτος ΑΕ" και ότι διανέμει τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τους χυμούς με το σήμα "ΔΕΛΤΑ" στο καταναλωτικό κοινό, μέσω ενός δικτύου αποκλειστικών διανομέων.
Ότι ήταν αποκλειστικοί διανομείς της εναγομένης για τα ανωτέρω προϊόντα "ΔΕΛΤΑ" και δη ο μεν πρώτος δραστηριοποιήθηκε ως αποκλειστικός διανομέας της εναγομένης στις περιοχές ... από το έτος 1983 έως και το έτος 2007 και στην περιοχή του ... τους πρώτους μήνες του έτους 2008 μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας του με την εναγόμενη στις 24-5-2008, ο δε δεύτερος δραστηριοποιήθηκε ως αποκλειστικός διανομέας της εναγομένης στις περιοχές ...
από το έτος 1983 έως και το έτος 2007 και στην περιοχή του ... τους πρώτους μήνες του έτους 2008 μέχρι και τη λήξη της συνεργασίας του με την εναγομένη στις 21-4-2008. Ότι συνδέονταν με την εναγομένη με συμβάσεις αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου, οι οποίες ανανεώνονταν συνεχώς από την εναγομένη και ως εκ τούτου κατέστησαν αορίστου χρόνου.
Ότι η αμοιβή τους για τις εκ μέρους τους παρεχόμενες υπηρεσίες συνίστατο σε ποσοστό 6,2 % επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτούς προϊόντων, εμφαινόμενη ως παγίως χορηγούμενη έκπτωση στα εκδιδόμενα από την εναγόμενη πιστωτικά τιμολόγια, η οποία (αμοιβή) ανήλθε από 1-1-2008 σε ποσοστό 6,7%.
Ότι η εναγομένη μετέβαλε αιφνίδια την περιοχή δραστηριότητάς τους, με αποτέλεσμα να καταστεί ασύμφορη η περαιτέρω συνεργασία τους, λόγω της μείωσης του τζίρου σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%. Ότι συνεπεία τούτων, εξαναγκάστηκαν να διακόψουν τη συνεργασία τους με την εναγομένη και οι καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις λύθηκαν από υπαιτιότητα της τελευταίας, σε κάθε δε περίπτωση οι συμβάσεις τους λύθηκαν λόγω ορίου ηλικίας.
Ότι ο μέσος όρος των προμηθειών που εισέπραξαν κατά την τελευταία πριν από τη λύση της συνεργασίας πενταετία, μη συνυπολογιζομένου του διαστήματος του έτους 2008 λόγω της μείωσης του τζίρου, όπως τα ποσά των τζίρων προσδιορίζονται ετησίως στην αγωγή και με βάση το ανωτέρω ποσοστό της αμοιβής (6,2%) ανέρχεται στο ποσό των 64.372,68 ευρώ για τον πρώτο και στο ποσό των 51.399,03 ευρώ για τον δεύτερο.
Ότι χάρη στη δραστηριότητά τους, αυξήθηκαν οι πωλήσεις της εναγομένης και εξευρέθηκαν νέοι πελάτες, τους οποίους απαριθμούν στην αγωγή, η δε εναγομένη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από τους πελάτες αυτούς. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει: α) ως αποζημίωση πελατείας, στον πρώτο το ποσό των 64.372,68 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 51.399,03 ευρώ, πλέον ΦΠΑ εκ ποσοστού 19% και β) για τόκους τόκων που παρήχθησαν επί των αιτηθέντων ποσών αποζημίωσης πελατείας και που οφείλονται από την επομένη της λύσης της συνεργασίας των εναγόντων και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής στις 9-12-2009, στον πρώτο το ποσό των 10.032,40 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 8.566,60 ευρώ.
Στη συνέχεια η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων", με διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ", άσκησε την από 11.10.2010 πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της εναγομένης της κύριας αγωγής, ως ειδική διάδοχός της. Επί της ως άνω αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2530/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 11.2.2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6832/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ενάγοντες με την από 21.6.2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1372/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι το τελευταίο υπέπεσε, αφενός μεν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με βάση τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ενάγοντες δεν εισέφεραν στην εναγομένη κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που τους συνέδεε νέους πελάτες, αφετέρου δε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του και δεν έκρινε τη σωρευόμενη θεμελίωση της αποζημίωσης πελατείας στην σημαντική προώθηση των υποθέσεων της εναγομένης, με διατήρηση μετά τη λύση των συμβάσεων ουσιαστικών ωφελειών αυτής από τις υποθέσεις με τους πελάτες στους οποίους διένειμαν τα προϊόντα οι ενάγοντες.
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες με την από 1.11.2018 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την ένδικη υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ` αριθ. 4786/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι τελευταίοι με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 1407/2022, ΑΠ 1501/2021, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 903/2010).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ.ΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018).
Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.
Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.
Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.
Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995.
Στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1407/2022, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018). Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή".
Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό εντάξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.
Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιο του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, που ενεργούν, ουσιαστικά, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1374/2019).
Εξάλλου, στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α και β του π.δ.219/1991 ορίζονται τα εξής: "1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου...".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (Ολ. ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 1450/2022, ΑΠ 885/2020, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1372/2018).
Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 859/2014). Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γένεσης της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 765/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 141/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εφεσίβλητη εναγομένη εταιρία (αναιρεσίβλητη) είναι καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ - ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ", η οποία δραστηριοποιείτο στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων και ποτών.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα αποτελεί ειδικό διάδοχο της εναγόμενης, καθόσον ο ανωτέρω αυτοτελής και ανεξάρτητος βιομηχανικός κλάδος (των γαλακτοκομικών και ποτών) αποσπάστηκε και εισφέρθηκε στην πρώτη (προσθέτως παρεμβαίνουσα) σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1299/2010 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Φαϊτά Βασιλονικολού. ... .
Περαιτέρω, η συνεργασία των εκκαλούντων με την εφεσίβλητη είχε το εξής αντικείμενο με βάση τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί μεταξύ τους: Από την προηγούμενη ημέρα το μεσημέρι οι συνεργάτες διανομείς στάθμευαν τα σχήματά τους στα συγκεκριμένα σημεία φόρτωσης, και γνωστοποιούσαν στην εταιρεία, ανάλογα με τις παραγγελίες που είχαν ληφθεί ήδη από τους διάφορους πελάτες που εκείνη (η εφεσίβλητη) τους είχε υποδείξει, τις συγκριμένες ποσότητες των προϊόντων που έπρεπε να φορτωθούν στο φορτηγό, ώστε την επόμενη ημέρα να μεταφερθούν και παραδοθούν στα διάφορα σημεία πώλησης.
Το πρωί κάθε ημέρας οι εκκαλούντες, διαθέτοντας την απαιτούμενη υποδομή, όπως προσωπικό, δικό τους ΙΧΦ αυτοκίνητο με ισόθερμο Ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα καθώς και λογιστική και γραμματειακή υποστήριξη, για τη διανομή και τη διάθεση των γαλακτοκομικών προϊόντων της εφεσίβλητης, παραλάμβαναν το ως άνω ΙΧΦ όχημά τους από τις εγκαταστάσεις της τελευταίας, φορτωμένο με την ποσότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων, που αντιστοιχούσε στις ανάγκες των σημείων πώλησης που εξυπηρετούσε ο καθένας από αυτούς.
Κατόπιν, προέβαιναν στην διανομή των ως άνω προϊόντων στα σημεία λιανικής πώλησης που η ίδια η εφεσίβλητη τους είχε υποδείξει, δηλ. είτε σε μικρές επιχειρήσεις (φούρνους, mini markets κλπ) είτε σε πολυκαταστήματα και super markets, όπου τα μεταπωλούσαν στο όνομα και για λογαριασμό τους, έναντι αμοιβής από την εφεσίβλητη που ανέρχονταν σε ποσοστό 6,2% (6,7% κατά το έτος 2008) επί της αξίας του κάθε προϊόντος.
Επίσης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι κάθε φορά που οι εκκαλούντες θα επετύγχαναν τον ετήσιο στόχο πωλήσεων που έθετε η εφεσίβλητη, θα έπαιρναν και πρόσθετη αμοιβή με τη μορφή bonus. Η εφεσίβλητη εξέδιδε για τα προϊόντα που παραλάμβαναν οι εκκαλούντες κάθε ημέρα πιστωτικό τιμολόγιο στο όνομά τους, στο οποίο τιμολόγιο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% σε σχέση με την αξία μεταπώλησής τους, την οποία επίσης καθόριζε η εφεσίβλητη.
Μετά το πέρας της διανομής, οι εκκαλούντες επέστρεφαν στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης, όπου και κατέβαλαν την αξία των προϊόντων της που είχαν πωλήσει, αφού αφαιρούνταν το ποσό που αντιστοιχούσε στην κατά τα ως άνω αμοιβή τους. Επίσης, κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων, τα αυτοκίνητα των εκκαλούντων έφεραν τα χρώματα και τα σήματα της εφεσίβλητης, ενώ οι ίδιοι διένειμαν και διαφημιστικό υλικό της τελευταίας στα σημεία πώλησης, δεσμευόμενοι παράλληλα να διανέμουν τα προϊόντα μόνο εντός της περιοχής που τους είχε ανατεθεί, στην οποία και όφειλαν να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστές της εφεσίβλητης, όχι μόνο κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της.
Επιπλέον, τα οχήματα των εκκαλούντων διέθεταν, φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, που βρισκόταν σε σύνδεση με τους υπολογιστές της εφεσίβλητης και στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιό τους. Είχαν, επίσης ρητά αναγνωρίσει στις ως άνω συμβάσεις ότι οι πελάτες που εξυπηρετούσαν ανήκουν στην εφεσίβλητη και παραμένουν σε αυτήν ακόμη και μετά τη λύση της συνεργασίας των εκκαλούντων μαζί της.
Δεν έφεραν τον επιχειρηματικό κίνδυνο, αφού οι ίδιοι πληρωνόντουσαν με ποσοστό επί του τζίρου των πωλήσεων που πραγματοποιούσαν, δεν επιβαρύνονταν με την αξία των προϊόντων που επιστρέφονταν λόγω λήξης ή άλλου ελαττώματος, ούτε έφεραν τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας των πελατών επί πιστώσει, αφού η εφεσίβλητη αναλάμβανε να διεκδικήσει δικαστικά τις οφειλές των πελατών αυτών, ενώ οι εκκαλούντες εισέπρατταν κανονικά την προμήθεια που αναλογούσε στις πωλήσεις αυτές, ανεξάρτητα αν τελικά η εφεσίβλητη δεν εισέπραττε το πιστωθέν τίμημα.
Το βασικό έργο των εκκαλούντων δηλαδή συνίστατο στην αγορά και εν συνεχεία μεταπώληση των προϊόντων της εφεσίβλητης σε σημεία που τους υποδεικνύονταν απ' αυτήν και έχει κριθεί αμετακλήτως, ως σχέση αποκλειστικής διανομής, ως και ανωτέρω αναφέρεται και δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των μεταξύ τους συμβάσεων, προκύπτει ότι δεν είχε συμφωνηθεί ότι στα καθήκοντά τους θα περιλαμβάνετο και η εξεύρεση νέων πελατών για λογαριασμό της εφεσίβλητης.
Ειδικότερα, στην συνημμένη στην αγωγή από 24.5.2004 κύρια σύμβαση εργασίας αναφέρεται στο άρθρο
ΙΙ περ ι . 9 :<.... ο συνεργάτης βρίσκει έτοιμα, όχι μόνο τα προϊόντα αλλά και το κατάλληλο για την υποδοχή τους κοινό .....οι πελάτες (σημεία πώλησης) ανήκουν αποκλειστικώς όχι στον συνεργάτη αλλά στην ΔΕΛΤΑ και μόνο στην ΔΕΛΤΑ, περαιτέρω έχει επίσης συμφωνηθεί ως αναφαίρετο δικαίωμα της ΔΕΛΤΑ :της προσθαφαίρεσης ή αλλαγής των διανεμόμενων προϊόντων (σημείων πώλησης) στον συνεργάτη, του διαφορετικού καθορισμού (όπως περιορισμού, επέκτασης, τροποποίησης κλπ ) της περιφέρειας, περιοχής, δρομολογίου του κάθε συνεργάτη, τονίζεται δε παρακάτω ότι οι πελάτες ανήκουν αποκλειστικά στην ΔΕΛΤΑ.
Πράγματι, η εφεσίβλητη καθώς και η προκάτοχός της από την αρχή της συνεργασίας τους με τους εκκαλούντες είχαν καθορίσει για έκαστο εξ αυτών την περιοχή δραστηριοποίησής του και σε κάθε επιμέρους περιοχή τους συγκεκριμένους πελάτες που αυτοί έπρεπε να εφοδιάσουν με τα προϊόντα της. Δηλαδή, το πελατολόγιο εκάστου των εκκαλούντων ήταν προσδιορισμένο από την εφεσίβλητη, ανεβασμένο στους υπολογιστές, τους οποίους είχαν στο φορτηγό τους και ήταν συνδεδεμένοι με τους κεντρικούς υπολογιστές της εφεσίβλητης.
Η εφεσίβλητη, ως μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρείες στον χώρο των γαλακτοκομικών προϊόντων όχι μόνο διέθετε ειδικό τμήμα marketing, αλλά συνήπτε και συνεργασίες με τρίτες εταιρείες στις οποίες είχε αναθέσει το έργο της προώθησης των προϊόντων της και την ανεύρεση νέων πελατών, στους δε εκκαλούντες είχε αναθέσει μόνο την διανομή σχετικού με τα προϊόντα της διαφημιστικού υλικού, στους πελάτες που εξυπηρετούσαν.
Τα δε παλαιότερα χρόνια που λειτουργούσε ως ΔΕΛΤΑ διέθετε προς τούτο ειδικούς Επιθεωρητές οι οποίοι επισκέπτονταν τα διάφορα σημεία, όπου μπορούσαν να διατεθούν τα προϊόντα της. Άλλωστε, ανέκαθεν οι ίδιοι οι καταστηματάρχες ενδιαφερόμενοι να εφοδιάσουν το κατάστημά τους με τα προϊόντα της εφεσίβλητης, δεδομένης της ζητήσεώς τους από το αγοραστικό κοινό, (όπως άλλωστε και των άλλων μεγάλων ελληνικών εταιρειών γαλακτοκομικών προϊόντων), ανέπτυσσαν πρωτοβουλία και έρχονταν σε επαφή με τα αρμόδια όργανα της εφεσίβλητης για να τους διαθέσει τα προϊόντα της.
Προς εδραίωση του ισχυρισμού τους ισχυρίζονται οι εκκαλούντες ότι, όταν ανέλαβαν την αποκλειστική διανομή βρήκαν στις ανατεθείσες περιοχές ο μεν πρώτος ενάγων 40 πελάτες με τζίρο 100.000 ευρώ, ο δεύτερος ενάγων 48 πελάτες με τζίρο 250.000 ευρώ, ενώ όταν διακόπηκε η αποκλειστική συνεργασία άφησαν ο μεν πρώτος ενάγων 68 πελάτες με τζίρο 962.000 ευρώ, ο δεύτερος ενάγων 83 πελάτες με τζίρο 740.000 ευρώ, ότι όταν ξεκίνησαν να εργάζονται με την εφεσίβλητη υπήρχαν 42 διανομείς και όταν έφυγαν έφθασαν τους 120 διανομείς, καθώς επίσης ότι το γεγονός της εκ μέρους τους εξευρέσεως πελατών αποδεικνύεται από την τακτική της εφεσίβλητης να αφαιρεί αυθαιρέτως πελάτες από τους εκάστοτε διανομείς και να δημιουργεί νέες περιοχές που τις ανέθετε σε νέους διανομείς.
Αποτελεί η αύξηση αυτή, την λογική εξέλιξη των πραγμάτων, βάσει της αλληλεπιδράσεως πολλών παραγόντων, που συνέτρεξαν από το έτος 1983 και 1991 αντίστοιχα έως το έτος 2008 που διακόπηκε η συνεργασία των εκκαλούντων με την εφεσίβλητη. Στο μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους (1980 - τέλη 2007 και 1991 -τέλη 2007 αντίστοιχα) η οικονομία της Χώρας εξελίχθηκε, ο αριθμός των κατοίκων του λεκανοπεδίου Αττικής συνεχώς αυξανόταν, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ζήτηση αγαθών και συνεπώς, άλλα καταστήματα να κλείσουν, να ανοίγουν συνεχώς και νέα καταστήματα (σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ, περίπτερα, φούρνοι κ.λ.π.), μέσω των οποίων διοχετεύονταν στο κοινό και προϊόντα της εφεσίβλητης, που ανήκουν στα βασικά είδη διατροφής, τα οποία πάντα είχαν απήχηση στο αγοραστικό κοινό και συνεχώς βελτιώνονταν και κυκλοφορούσαν με νέες μορφές, συσκευασίες, συνθέσεις κλ.π η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για ευπαθή προϊόντα που πρέπει κατά κανόνα (τουλάχιστον μέχρι τις 09.00 το πρωί εκάστης ημέρας) να έχουν διανεμηθεί εγκαίρως στα καταστήματα, επέβαλε και την συνεργασία της εφεσίβλητης με όλο και περισσότερους διανομείς κατά την διάρκεια όλου του ανωτέρω χρονικού διαστήματος Έχει δε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι για επιχειρησιακούς λόγους και λόγους διαχειρίσεως του πελατολογίου της, η εφεσίβλητη μετέβαλε την περιοχή εργασίας των διανομέων της, όποτε έκρινε ότι αυτό ήταν απαραίτητο και οικονομικά ωφέλιμο, γι' αυτήν αναφορικά με την ευρύτερη έγκαιρη προώθηση των προϊόντων της στους πελάτες της και όχι κακόπιστα, ώστε να μειωθεί ο τζίρος τους και να τους εκτοπίσει από την αγορά αποσπώντας απ' αυτούς την πελατεία τους, αφού σε κάθε περίπτωση είχε συμφωνηθεί ότι το πελατολόγιο και μετά την λύση των συμβάσεων θα της ανήκε, άλλωστε σε σχέση με τους εκκαλούντες, η αλλαγή περιοχής δραστηριοποιήσεώς τους, έγινε προς το τέλος της συνεργασίας τους μ' αυτήν, λίγο πριν την καταγγελία των συμβάσεών τους.
Στην προκειμένη περίπτωση η εισφορά νέων πελατών εκ μέρους των εκκαλούντων ως πραγματικό γεγονός στο οποίο θεμελιώνεται το αίτημα της κρινόμενης αγωγής δεν αποδείχθηκε, και θα έπρεπε οι εκκαλούντες να είναι σε θέση να γνωρίζουν ακριβώς ποιοι ήταν οι νέοι πελάτες που εισέφεραν στην εφεσίβλητη καθ' όλα τα έτη της συνεργασίας τους μ' αυτήν, αφού επικαλούνται ότι στον κύκλο των εργασιών τους αναγόταν και η υποχρέωση ανεύρεσης νέων πελατών, είχαν δε το πελατολόγιο τους στον υπολογιστή τους και ευχερώς θα μπορούσαν να τους εντοπίσουν.
Ειδικότερα, οι εκκαλούντες στην αγωγή τους παραθέτουν ένα κατάλογο των καταστημάτων που εξυπηρετούσαν και τους αντίστοιχους τζίρους κατά τα τελευταία δύο έτη της συνεργασίας τους με την εφεσίβλητη, υπονοώντας ότι πρόκειται συλλήβδην για πελάτες που εισέφεραν αυτοί (οι εκκαλούντες). Το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι πράγματι στον διαδραμόντα χρόνο της μεταξύ τους συνεργασίας με την εφεσίβλητη, αυξήθηκε ο αριθμός των καταστημάτων που εφοδίαζαν με τα προϊόντα της, δεν σημαίνει και ότι πράγματι οι πελάτες αυτοί ανευρέθησαν από τους εκκαλούντες.
Οι εκκαλούντες ενάγοντες φέρουν το βάρος της αποδείξεως των πραγματικών περιστατικών της αγωγής τους στο οποίο δεν ανταποκρίθηκαν (άρθρα 338 ΚΠολΔ). Δεν επικαλούνται κανένα έγγραφο στοιχείο οι εκκαλούντες παρά μόνο επικαλούνται και προσκομίζουν το από το έτος 1995 τετράδιο λήψεως σημειώσεων στο πλαίσιο εκπαιδευτικού σεμιναρίου, όπου αναφέρεται ότι: "o σωστός πωλητής και επιχειρηματίας εντοπίζει νέους πελάτες" προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό.
Το εν λόγω έγγραφο δεν είναι δυνατό να αποδείξει τον ισχυρισμό των εκκαλούντων περί του ότι ασχολούντο και με την ανεύρεση πελατών για την εφεσίβλητη, αφού αυτό (το τετράδιο) αναφέρεται γενικότερα στα καθήκοντα των επιχειρηματιών γενικώς, όπως πωλητές, αντιπρόσωποι, διανομείς, έχει περιστασιακό χαρακτήρα, αφορά μόνο το έτος 1995, είναι άγραφο (δεν φέρει καμία σημείωση), ούτε πιστοποιείται ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε στα χέρια των εκκαλούντων.
Αλλά ούτε και η συμβολή τους στην σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εφεσίβλητης αποδείχθηκε, αφού πέραν του ότι σε κάθε περίπτωση αυτό δεν ανήκε στις αρμοδιότητές τους, δεδομένου του ότι ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας και καθημερινής δραστηριότητάς τους δεν εμπεριείχε την προώθηση των προϊόντων, ούτε τη διαπραγμάτευση και συζήτηση με τους πελάτες για την επέκταση των προμηθειών τους και του ότι οι σχετικές συζητήσεις γίνονταν από το εξειδικευμένο προσωπικό επιθεωρητών και merchandisers της εφεσίβλητης στους οποίους απευθύνονταν οι πελάτες της, δεν αποδείχθηκε καμία συγκεκριμένη περίπτωση καταστήματος οιουδήποτε είδους που να έχει αυξήσει τις προμήθειές του χάρη στις προσωπικές προσπάθειες των εκκαλούντων, τις οποίες άλλωστε δεν αναφέρουν στην αγωγή τους, δηλαδή δεν προσδιορίζουν τις εμπορικές μεθόδους τις οποίες εφάρμοσαν και με τις οποίες επετεύχθη η προώθηση των εργασιών της εφεσίβλητης, καθώς και τους επιτευχθέντες απ' αυτούς τζίρους.
Αποδείχθηκε ότι η εισφορά πελατείας, η επέκταση των εργασιών και του τζίρου, οφειλόταν, αφενός στη καλή φήμη των προϊόντων της εφεσίβλητης στα οποία απέβλεπαν οι πελάτες και αφετέρου στις επιχειρηματικές προσπάθειες της εφεσίβλητης εταιρείας στην οποία λειτουργούσε ειδικό τμήμα marketing για την προώθηση των εργασιών της και την αύξηση της πελατείας.
Η εφεσίβλητη, βέβαια διατηρεί τα οφέλη από την πελατεία που εξυπηρετούσαν οι εκκαλούντες, αφού εξακολουθεί να την εκμεταλλεύεται, μέσω νέων διανομέων, πλην όμως ευθύς εξ αρχής η εκάστοτε πελατεία έχει συμφωνηθεί ότι της ανήκει από την αρχή της συνεργασίας τους καθώς και σε κάθε περίπτωση διακοπής συνεργασίας με τον εκάστοτε διανομέα.
Η σύναψη δε των ελεγχόμενων συμβάσεων διανομής στηρίχθηκε στην ελεύθερη βούληση των εκκαλούντων, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την μεγάλη διάρκεια τους και έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου από την υπ αρθμ.451/2012 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Αποδεικνύεται κατόπιν των ανωτέρω ότι οι εκκαλούντες δεν δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης πελατείας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, ..., δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες ενάγοντες, με τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή τους λόγους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 2530/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 17 παρ. 2 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, των άρθρων 288, 361 ΑΚ και του άρθρου 14 παρ. 4β Ν. 3557/2007, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσείοντες, δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, αλλά αντίθετα η εισφορά πελατείας, η επέκταση των εργασιών και του τζίρου της πρώτης αναιρεσίβλητης, οφειλόταν, αφενός στη καλή φήμη των προϊόντων της στα οποία απέβλεπαν οι πελάτες και αφετέρου στις επιχειρηματικές προσπάθειες της αναιρεσίβλητης στην οποία λειτουργούσε ειδικό τμήμα marketing για την προώθηση των εργασιών της και την αύξηση της πελατείας, δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη γένεση της συγκεκριμένης αξίωσης είναι η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον αποκλειστικό διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, προϋπόθεση που σύμφωνα με τις άνω παραδοχές δεν συνέτρεξε εν προκειμένω.
Η κρίση δε αυτή του Εφετείου δεν στηρίζεται στις προηγηθείσες νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/19 και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, σε σχέση με την δικαιούμενη από τον αποκλειστικό διανομέα αποζημίωση πελατείας, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας.
Καθόσον δε αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων που συνέδεαν τους αναιρεσείοντες με την πρώτη αναιρεσίβητη, το Εφετείο ρητά δέχθηκε και έθεσε ως βάση της αποφάσεώς του το προκύπτον από τις υπ' αριθμ. 451/2012 και 4442/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες συνδέονται με την πρώτη αναιρεσίβλητη με συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, επί των οποίων εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις π.δ.219/1991 και άρα, ως εκ του λόγου λύσεως των συμβάσεών τους, διατηρούν και δεν έχουν εκπέσει από το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του ΠΔ 219/1991.
Ερευνώντας δε εν συνεχεία κατ' ουσίαν τη συνδρομή ή μη των σχετικών προϋποθέσεων επιδίκασης της αποζημίωσης πελατείας, κατέληξε στην ουσιαστική κρίση ότι δεν συνέτρεξε η ως άνω προϋπόθεση και συνεπώς δεν εδικαιούντο οι αναιρεσείοντες να λάβουν την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, είναι αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του (υπ' αρ. 2.αα.
ββ). Συνακόλουθα, δεν συντρέχει και περίπτωση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, περί της ερμηνείας του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, όπως αβάσιμα ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και συνεπώς δεν δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης πελατείας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι το πρωί κάθε ημέρας οι εκκαλούντες, διαθέτοντας την απαιτούμενη υποδομή, όπως προσωπικό, δικό τους ΙΧΦ αυτοκίνητο με ισόθερμο Ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα καθώς και λογιστική και γραμματειακή υποστήριξη, για τη διανομή και τη διάθεση των γαλακτοκομικών προϊόντων της εφεσίβλητης, παραλάμβαναν το ΙΧΦ όχημά τους από τις εγκαταστάσεις της τελευταίας, φορτωμένο με την ποσότητα των γαλακτοκομικών προϊόντων, που αντιστοιχούσε στις ανάγκες των σημείων πώλησης που εξυπηρετούσε ο καθένας από αυτούς, β) ότι, κατόπιν, προέβαιναν στην διανομή των ως άνω προϊόντων στα σημεία λιανικής πώλησης που η ίδια η εφεσίβλητη τους είχε υποδείξει, δηλ.
είτε σε μικρές επιχειρήσεις (φούρνους, mini markets κλπ) είτε σε πολυκαταστήματα και super markets, όπου τα μεταπωλούσαν στο όνομα και για λογαριασμό τους, έναντι αμοιβής από την εφεσίβλητη που ανέρχονταν σε ποσοστό 6,2% (6,7% κατά το έτος 2008) επί της αξίας του κάθε προϊόντος, γ) ότι μετά το πέρας της διανομής, οι εκκαλούντες επέστρεφαν στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης, όπου και κατέβαλαν την αξία των προϊόντων της που είχαν πωλήσει, αφού αφαιρούνταν το ποσό που αντιστοιχούσε στην κατά τα ως άνω αμοιβή τους, δ) ότι, επίσης, κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων, τα αυτοκίνητα των εκκαλούντων έφεραν τα χρώματα και τα σήματα της εφεσίβλητης, ενώ οι ίδιοι διένειμαν και διαφημιστικό υλικό της τελευταίας στα σημεία πώλησης, ε) ότι, επιπλέον, τα οχήματα των εκκαλούντων διέθεταν φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, που βρισκόταν σε σύνδεση με τους υπολογιστές της εφεσίβλητης και στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιό τους, είχαν δε, επίσης, ρητά αναγνωρίσει στις ως άνω συμβάσεις ότι οι πελάτες που εξυπηρετούσαν ανήκουν στην εφεσίβλητη και παραμένουν σε αυτήν ακόμη και μετά τη λύση της συνεργασίας των εκκαλούντων μαζί της, στ) ότι δεν είχε συμφωνηθεί ότι στα καθήκοντά τους θα περιλαμβάνονταν και η εξεύρεση νέων πελατών για λογαριασμό της εφεσίβλητης, καθόσον, πράγματι, η εφεσίβλητη καθώς και η προκάτοχός της από την αρχή της συνεργασίας τους με τους εκκαλούντες είχαν καθορίσει για έκαστο εξ αυτών την περιοχή δραστηριοποίησής του και σε κάθε επιμέρους περιοχή τους συγκεκριμένους πελάτες που αυτοί έπρεπε να εφοδιάσουν με τα προϊόντα της, δηλαδή, το πελατολόγιο εκάστου των εκκαλούντων ήταν προσδιορισμένο από την εφεσίβλητη, ανεβασμένο στους υπολογιστές, τους οποίους είχαν στο φορτηγό τους και ήταν συνδεδεμένοι με τους κεντρικούς υπολογιστές της εφεσίβλητης, ζ) ότι η εφεσίβλητη, όχι μόνο διέθετε ειδικό τμήμα marketing, αλλά συνήπτε και συνεργασίες με τρίτες εταιρείες στις οποίες είχε αναθέσει το έργο της προώθησης των προϊόντων της και την ανεύρεση νέων πελατών, στους δε εκκαλούντες είχε αναθέσει μόνο την διανομή σχετικού με τα προϊόντα της διαφημιστικού υλικού, στους πελάτες που εξυπηρετούσαν, η) ότι η αύξηση των πελατών και του τζίρου στις ανατεθείσες περιοχές κατά τον διαδραμόντα χρόνο, αποτελεί τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, βάσει της αλληλεπιδράσεως πολλών παραγόντων, που συνέτρεξαν από το έτος 1983 και 1991 αντίστοιχα έως το έτος 2008 που διακόπηκε η συνεργασία των εκκαλούντων με την εφεσίβλητη, καθόσον στο μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους (1980 - τέλη 2007 και 1991 - τέλη 2007 αντίστοιχα) η οικονομία της Χώρας εξελίχθηκε, ο αριθμός των κατοίκων του λεκανοπεδίου Αττικής συνεχώς αυξανόταν, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ζήτηση αγαθών και συνεπώς, άλλα καταστήματα να κλείσουν, να ανοίγουν συνεχώς και νέα καταστήματα (σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ, περίπτερα, φούρνοι κ.λ.π.), μέσω των οποίων διοχετεύονταν στο κοινό και προϊόντα της εφεσίβλητης, που ανήκουν στα βασικά είδη διατροφής, τα οποία πάντα είχαν απήχηση στο αγοραστικό κοινό και συνεχώς βελτιώνονταν και κυκλοφορούσαν με νέες μορφές, συσκευασίες, συνθέσεις κ.λ.π., θ) ότι το αναμφισβήτητο γεγονός, ότι πράγματι στον διαδραμόντα χρόνο της μεταξύ τους συνεργασίας με την εφεσίβλητη, αυξήθηκε ο αριθμός των καταστημάτων που εφοδίαζαν με τα προϊόντα της, δεν σημαίνει και ότι πράγματι οι πελάτες αυτοί ανευρέθησαν από τους εκκαλούντες, οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν στο σχετικό βάρος αποδείξεως, καθόσον δεν προσκόμισαν κανένα σχετικό έγγραφο στοιχείο, ι) ότι ούτε και η συμβολή τους στην σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εφεσίβλητης αποδείχθηκε, αφού πέραν του ότι σε κάθε περίπτωση αυτό δεν ανήκε στις αρμοδιότητές τους, δεδομένου του ότι ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας και καθημερινής δραστηριότητάς τους δεν εμπεριείχε την προώθηση των προϊόντων, ούτε τη διαπραγμάτευση και συζήτηση με τους πελάτες για την επέκταση των προμηθειών τους και του ότι οι σχετικές συζητήσεις γίνονταν από το εξειδικευμένο προσωπικό επιθεωρητών και merchandisers της εφεσίβλητης στους οποίους απευθύνονταν οι πελάτες της, δεν αποδείχθηκε καμία συγκεκριμένη περίπτωση καταστήματος οιουδήποτε είδους που να έχει αυξήσει τις προμήθειές του χάρη στις προσωπικές προσπάθειες των εκκαλούντων, και ια) ότι η εισφορά πελατείας, η επέκταση των εργασιών και του τζίρου, οφειλόταν, αφενός στη καλή φήμη των προϊόντων της εφεσίβλητης στα οποία απέβλεπαν οι πελάτες και αφετέρου στις επιχειρηματικές προσπάθειες της εφεσίβλητης εταιρείας στην οποία λειτουργούσε ειδικό τμήμα marketing για την προώθηση των εργασιών της και την αύξηση της πελατείας.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα επί μέρους σκέλη του οποίου (υπ' αριθ. 3 στοιχ. α - δ) οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής ή μη της απαιτούμενης για την επιδίκαση της αιτηθείσας από αυτούς αποζημίωσης πελατείας προϋπόθεσης της εισφοράς νέων πελατών ή της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις θεμελιωτικούς της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας ισχυρισμούς τους περί εισφοράς νέων πελατών και σημαντικής προώθησης των συμφερόντων της εναγομένης, που διαλαμβάνονταν στην αγωγή και επαναφέρθηκαν και στο Εφετείο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο ισχυρίσθηκαν ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α) εσφαλμένα έκρινε ότι δεν υπήρχε συμβατική δέσμευση των εναγόντων για την εξεύρεση νέων πελατών, ενώ το αντίθετο αποδεικνύεται από το κείμενο της σύμβασης, β) εσφαλμένα απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι εύρισκαν νέους πελάτες, ενώ με ρήτρα της σύμβασης προκύπτει το γεγονός της εξεύρεσης πελατείας, και γ) εσφαλμένα έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν συνέβαλαν στην προώθηση των σημείων πώλησης με μεγαλύτερο τζίρο (Σούπερ Μάρκετ), διότι η εναγομένη συνήπτε απευθείας μαζί τους συμβάσεις, αν δε ελάμβανε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς θα κατέληγε σε ευνοϊκό για αυτούς συμπέρασμα και θα επιδίκαζε ως αποζημίωση πελατείας το αιτηθέν από τον καθένα τους ποσό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να αποδοθεί η σχετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά πρόκειται κατ' ουσίαν για επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την παραδοχή της αγωγής τους, αντλούμενα από τα επικαλούμενα από αυτούς αποδεικτικά μέσα και την αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων όλους τους άνω προβληθέντες ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1282/2018).
Ωσαύτως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 644/2015, ΑΠ 701/2008). Σε περίπτωση, δε, που το δικαστήριο δεν ερεύνησε νόμιμα προταθέντα ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 και όχι από τον αρ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2084/ 2007).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως, και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Ειδικότερα, έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019).
Τέλος, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα εν λόγω ζητήματα (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος.
Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου, από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια.
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1599/2021).
Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (ΑΠ 108/2019).
Αντίθετα, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (αριθ. 1 στοιχ. α), προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στην πληρότητά του το δεδικασμένο που παρήχθη από την υπ' αριθ. 451/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δη δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες παραδοχές της άνω τελεσίδικης απόφασης, οι οποίες λόγω του παραχθέντος δεδικασμένου το δέσμευαν.
Επικουρικά και δη υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 451/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα της συμβολής των ιδίων στην επέκταση και προαγωγή των υποθέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, κρίνοντας, εσφαλμένως, ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα αυτό.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η υπ' αριθ. 451/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων της κρινόμενης αγωγής, με την ίδια ιδιότητα (εναγόντων - εναγομένης) επί της από 20.1.2008 αγωγής των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν α) την καταβολή της διαφοράς εύλογης και καταβληθείσας αμοιβής, κατ' άρθρο 5 παρ. 2 ΠΔ 219/1991, σε συνδυασμό με το άρθρο 298 ΑΚ, β) την καταβολή διαφυγόντων κερδών, κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ και 3 ΠΔ 219/1991, γ) την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και δ) την καταβολή πρόσθετης έκπτωσης επί του τζίρου που τους είχε χορηγηθεί από την εναγομένη λόγω της συνταξιοδότησής τους.
Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, επί της οποίας εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ακολούθως έγινε δεκτό αφενός μεν ότι δεν θεμελιώνεται αξίωση των εναγόντων για διαφορά αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων, αφετέρου δε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αξίωση διαφυγόντων κερδών για το ένδικο χρονικό διάστημα.
Επίσης έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Αντίθετα, έγινε δεκτό ότι η εναγομένη, κατά την αποχώρηση των εναγόντων λόγω συνταξιοδότησής τους, ανέλαβε την υποχρέωση να τους χορηγήσει και να τους καταβάλει πρόσθετη έκπτωση επί του σταθερού τζίρου τους σε καθένα τούτων, ποσού 78.694,50 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 65.313,50 ευρώ για τον δεύτερο, έναντι του οποίου κατέβαλε ένα μέρος και εξακολουθεί να οφείλει για την ανωτέρω αιτία, στον πρώτο τούτων το ποσό των 38.694,50 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 35.000 ευρώ.
Ειδικότερα, με την άνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσείοντες με την πρώτη αναιρεσίβλητη είχαν το χαρακτήρα των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, στις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, με τις ακόλουθες, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα, παραδοχές: "...
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία είναι καθολική διάδοχος της εταιρίας γαλακτοκομικών προϊόντων με την επωνυμία "...", λόγω απορρόφησης της τελευταίας από την πρώτη τον Αύγουστο του 2006. Η εταιρία ..., που δραστηριοποιείτο στον τομέα παραγωγής, βιομηχανοποίησης και εμπορίας παγωτών, γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων, γιαουρτιού, χυμών, φρούτων, τυριών και άλλων συναφών προϊόντων, είχε καταρτίσει με τους ενάγοντες διαδοχικές συμβάσεις αποκλειστικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει την κατ' αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών της προϊόντων και χυμών σε συγκεκριμένη περιφέρεια του νομού Αττικής ο καθένας.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων δραστηριοποιείτο στις περιοχές ... και τέλος στην περιοχή ..., ο δεύτερος ενάγων στις περιοχές ... και τέλος στην περιοχή ...,.... Ο πρώτος ενάγων συνεργαζόταν με την εταιρία "..." ήδη από το έτος 1989, όταν του είχε ανατεθεί με σύμβαση παροχής έργου υπεργολαβικά από τρίτη συνεργαζόμενη με την ως άνω εταιρεία, το έργο της μεταφοράς των προϊόντων της ....
Στη συνέχεια κατάρτισε ο ίδιος ατομικά με την προαναφερόμενη εταιρεία τις από 8-7-1992, 17-7-1995 και 25-7-1998 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες, ως συμβάσεις παροχής έργου- διανομής προϊόντων, τις από 20-5-2000, 21-5-2002, 29-11- 2002 και 30-11-2004 συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ομοίου περιεχομένου, επιγραφόμενες ως συμβάσεις κυρίας συνεργασίας και στη συνέχεια τις με ημερομηνία 1-12-2006 και 2-1-2007 συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως συμβάσεις συνεργασίας.
Από τις συμβάσεις αυτές η τελευταία έληγε στις 31-8-2007, αλλά η διάρκειά της παρατάθηκε μέχρι και 31- 12-2007, με το από 1-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, και στις 2-1-2008 καταρτίστηκε η τελευταία μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων μερών σύμβαση, με ημερομηνία λήξης 31-3-2008. Ο δεύτερος ενάγων συνεργάστηκε αρχικά, τα έτη 1991-1992, με την εταιρία ..., ως εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....".
Ακολούθως, κατάρτισε ο ίδιος ατομικά με την προαναφερόμενη εταιρία τις από 12-4-1993, 10-7- 1995 και 20-7-1998 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες, ως συμβάσεις παροχής έργου-διανομής προϊόντων, τις από 1-5-2000, 2-5-2002, 3-5-2004 και 3-1-2005 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, επιγραφόμενες ως συμβάσεις κύριας συνεργασίας, και στη συνέχεια την από 2-1-2007 σύμβαση, επιγραφόμενη ως σύμβαση συνεργασίας, με λήξη στις 31-8- 2007.
Η σύμβαση αυτή παρατάθηκε μέχρι και τις 31-12-2007 με το από 1-9-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και στις 2-1-2008 καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών η τελευταία σύμβαση, με λήξη στις 31-3-2008... Όλες οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις καθόλη τη διάρκειά τους λειτουργούσαν ως εξής: Οι ενάγοντες διαθέτοντας την προς διανομή των προϊόντων της ...
υποδομή (επαγγελματική πείρα, Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, βοηθητικό προσωπικό, μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα, λογιστική υποστήριξη) παρελάμβαναν το συντηρούμενο με δικές τους δαπάνες φορτηγό αυτοκίνητό τους από τις εγκαταστάσεις της ..., το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από καθένα ενάγοντα ανάγκες των σημείων πώλησης στις εδαφικές περιοχές που εξυπηρετούσε.
Ακολούθως, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα άνω προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν, στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες που της υποδείκνυε η εναγομένη. Η τελευταία εξέδιδε στο όνομα των εναγόντων αντίστοιχο πιστωτικό τιμολόγιο για τα προϊόντα, που παραλάμβανε ο καθένας κάθε πρωί, στο οποίο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% από την προ Φ.Π.Α.
αξία, στην οποία θα τα μεταπωλούσαν οι ενάγοντες στην τιμή μεταπώλησης που καθόριζε η εναγομένη. Το ως άνω ποσοστό του 6,2% αντιστοιχούσε στην συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων για τις εκ μέρους τους παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες. Στη συνέχεια κάθε ενάγων ξεκινούσε το δρομολόγιό του, για να διαθέσει τα προϊόντα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, που η ίδια του είχε υποδείξει, όπου και τα μεταπωλούσε στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του, συνεπικουρούμενος από έναν βοηθό οδηγό.
Μετά το πέρας κάθε ημερησίου δρομολογίου καθένας των εναγόντων επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητό του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα για την επόμενη ημέρα. Στην εναγομένη απέδιδε καθημερινά λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και εισπράξεις του από την πώληση των προϊόντων, είτε με μετρητά που εισέπραττε από τους λιανοπωλητές είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές, τις οποίες παρέδιδε αυθημερόν στην εναγομένη, μαζί με τα δελτία παραγγελιών για την επόμενη ημέρα διανομής.
Μεταξύ άλλων οι ενάγοντες είχαν αναλάβει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μεριμνούν ώστε τα χρησιμοποιούμενα από τους ίδιους κατά την παροχή των υπηρεσιών τους φορτηγά αυτοκίνητα να φέρουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, να είναι εφοδιασμένα με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο της περιοχής τους, στον οποίο είχε άμεση πρόσβαση η εναγομένη, β) να διακινούν τα προϊόντα της τελευταίας αυστηρά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής που τους είχε ανατεθεί και υπό τις οδηγίες της αναφορικά με το τηρούμενο δρομολόγιο, γ) να προωθούν τα προϊόντα της εναγομένης και ιδίως τα νέα προϊόντα της, δ) να τηρούν την ακολουθούμενη τιμολογιακή πολιτική της εναγομένης, ε) να βαρύνονται με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους, όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου, οι αμοιβές και η ασφάλιση του κάθε λογής προσωπικού, και με τις φορολογικές και λογιστικές υποχρεώσεις από την άσκηση της επιχείρησή τους, στ) να τηρούν καθήκον εχεμύθειας, να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστικές της εναγομένης εταιρίες, τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, όσο και ένα έτος μετά τη λύση της και να υπόκεινται στον έλεγχο των οργάνων της, ζ) να διανέμουν διαφημιστικό υλικό στα σημεία λιανικής πώλησης και να φροντίζουν για την καλή εμφάνιση των σημείων πώλησης των προϊόντων της και η) να επιστρέφουν στην εναγομένη όσα προϊόντα δεν είχαν κατορθώσει να διαθέσουν, χωρίς να επιβαρύνονται με το κόστος της αξίας τους παρά μόνο στην περίπτωση που από υπαιτιότητά τους είχαν καταστραφεί, φθαρεί ή δεν είχαν συντηρηθεί σωστά ή ήταν ακατάλληλα προς χρήση.
Με βάση τα παραπάνω τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων συνεργασία ήταν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες προμηθεύονταν κατ' αποκλειστικότητα τα γαλακτοκομικά προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους, πελάτες στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό και με δικό τους επιχειρησιακό κίνδυνο.
Οι ίδιοι ήταν ανεξάρτητοι επαγγελματίες με δική τους υλικοτεχνική υποδομή, φέροντες το βάρος των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησής τους. Τελούσαν σε επιχειρησιακή εξάρτηση από την εναγομένη, η οποία καθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιό τους, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων, αλλά και το ποσοστό αμοιβής τους, ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγόμενης, ακολουθούσαν τις μεθόδους μάρκετινγκ της τελευταίας, συμμορφώνονταν με τις οδηγίες αυτής, την τιμολογιακή πολιτική της, τον τρόπο προώθησης των προϊόντων της, υποκείμενοι στον έλεγχο αυτής, καθόσον επέτρεπαν στους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και εκπροσώπους της εναγομένης να προβαίνουν σε διακρίβωση του περιεχομένου του αυτοκινήτου τους, ιδίως ως προς τις τηρούμενες στον ψυκτικό θάλαμο συνθήκες.
Ενημέρωναν διαρκώς την εναγομένη για όλες τις συναλλαγές τους, η οποία λάμβανε άμεσα γνώση του πελατολογίου και των συνθηκών αγοράς που επικρατούσαν στην περιοχή της αρμοδιότητάς τους. Συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης φροντίζοντας για την καλή εμφάνιση των σημείων πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό της, υποχρεούνταν στην παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια της σύμβασης και για ένα έτος μετά τη λύση της.
Με βάση τα παραπάνω οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αφού σαφώς αποδείχθηκε ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής, όπως προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτά της μεταπώλησης από τους ενάγοντες διανομείς των κατ' αποκλειστικότητα αγοραζομένων από την εναγομένη προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομά τους και για λογαριασμό τους, της υποχρέωσης των διανομέων να ακολουθούν τις οδηγίες της εναγομένης ως προς την εμφάνιση των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις, να διαφημίζουν το σήμα της εναγομένης διατηρώντας με δικά τους έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδοχή.
Περαιτέρω, οι ενάγοντες-αποκλειστικοί διανομείς, όντας ενταγμένοι στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης με έντονη εξάρτηση από αυτήν, επιτελούσαν σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου και βρίσκονταν στην ίδια με αυτόν ασθενή θέση, συνδεόμενοι δε με το δίκτυο πώλησης της εναγομένης υποχρεούνταν στην παράλειψη πράξεων ανταγωνισμού της, το πελατολόγιό τους ήταν σε γνώση της τελευταίας, ενώ τα οικονομικά τους οφέλη ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου, δοθέντος ότι ελάμβαναν αμοιβή για την επιτυχημένη διαμεσολαβητική τους δραστηριότητα, η οποία εμφανιζόταν ως παγίως χορηγούμενη έκπτωση επί της καθαρής (προ ΦΠΑ) τιμολογούμενης αξίας των πράγματι διατεθειμένων από αυτούς προϊόντων προς τους λιανοπωλητές.
Με βάση τα παραπάνω στις επίδικες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων"... Η ένδικη εμπορική συνεργασία των εναγόντων είχε μακροχρόνια διάρκεια και λειτούργησε δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, με χρήση μάλιστα του ιδίου τυποποιημένου εντύπου τα έτη 2000-2007.
Έτσι, πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση, αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ανωτέρω π.δ. 219/1991 και ιδίως εκείνες του άρθρου 8 για την καταγγελία της σύμβασης, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν... Με βάση τα παραπάνω ο ετήσιος τζίρος των πωλήσεων που επιτύγχανε κατά μέσο όρο κάθε ενάγων, όπως και οι ίδιοι άλλωστε ισχυρίζονται ανερχόταν σε 800.000- 1.000.000 ευρώ, και σε συνδυασμό με το ως άνω ορισθέν ποσοστό, η ετήσια αμοιβή καθενός ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 60.000-70.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής τους δεν ξεπερνούσαν ετησίως κατά μέσο όρο το ποσό των 35.000 ευρώ.
Έτσι η ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων, ποσοστού 6,2% έως 6,7% κρίνεται εύλογη, ... Το πιο πάνω ποσοστό τους εξασφάλιζε στους ενάγοντες ένα συνηθισμένο, μέσο και ικανοποιητικό για τις περιστάσεις εισόδημα για το επίδικο διάστημα... Επομένως, δεν θεμελιώνεται αξίωση των εναγόντων για διαφορά αμοιβής από τις πωλήσεις που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων και η αγωγική αυτή αξίωση είναι ουσιαστικά αβάσιμη....
Περαιτέρω, οι ένδικες συμβάσεις λύθηκαν με πρωτοβουλία των εναγόντων... Εξάλλου, οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι η ίδιοι συνέβαλαν ουσιωδώς στην αύξηση του τζίρου της εναγομένης με την εξεύρεση νέων σημείων πώλησης και νέων (δικών τους) πελατών δεν κρίνονται βάσιμοι. Επομένως, με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη σε πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος των εναγόντων και η διακοπή της συνεργασίας αυτών μαζί της δεν οφείλεται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εις βάρος τους και έτσι οι ενάγοντες δεν έχουν αξίωση διαφυγόντων κερδών για το ένδικο, προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 4 του π.δ.219/1991, χρονικό διάστημα...
Περαιτέρω, η εναγομένη, στα πλαίσια πρόσφατης επιχειρηματικής πολιτικής της, κατά την αποχώρηση των δύο πρώτων εναγόντων λόγω συνταξιοδότησής τους και δεδομένης της πολυετούς επιτυχημένης συνεργασίας τους, ανέλαβε την υποχρέωση να τους χορηγήσει και να τους καταβάλει πρόσθετη έκπτωση επί του σταθερού τζίρου τους σε καθένα τούτων, χαρακτηριζόμενη ως πριμ παραγωγικότητας, ποσού 78.694,50 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 65.313,50 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ 9%, εκδοθέντων των προσκομιζομένων νομίμως παραστατικών...
Η ανωτέρω σύμβαση δεν είναι σύμβαση δωρεάς... καθώς τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά συμφωνήθηκε να καταβληθούν στους ενάγοντες από την εναγομένη ως πρόσθετο αντάλλαγμα της επιτυχημένης πολυετούς παροχής των υπηρεσιών τους σ' αυτήν, πρόσθετη έκπτωση επί του επιτευχθέντος από τον καθένα τζίρου... Η εναγομένη, αφού κατέβαλε μέρος της ανωτέρω οφειλής της στους ενάγοντες, εξακολουθεί να οφείλει για την ανωτέρω αιτία, στον πρώτο τούτων το ποσό των 38.694,50 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 35.000 ευρώ...".
Περαιτέρω, επί της μεταγενέστερης από 4.12.2009 ένδικης αγωγής, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να τους επιδικασθεί αποζημίωση πελατείας, αξίωση που δεν είχαν ασκήσει με την προηγούμενη από 20.1.2008 αγωγή τους, εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 2530/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε κατ' αρχάς ότι η άνω υπ' αριθ. 451/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποφάνθηκε περί του νομικού χαρακτηρισμού των συμβάσεων ως συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, εφαρμοζόμενων αναλογικώς των διατάξεων του π.δ. 219/1991 και συνεπώς εξ αυτής παράγεται δεδικασμένο για την άνω κριθείσα έννομη σχέση και τα περιστατικά που την αποτελούν, ερευνήθηκε κατόπιν η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας και τελικά απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες εισέφεραν στην εναγομένη σημαντικό αριθμό νέων πελατών ούτε ότι αύξησαν σημαντικά τον τζίρο της ούτε ότι αυτή (εναγομένη) διατήρησε ουσιαστικά οφέλη από τις εμπορικές συναλλαγές των εναγόντων και μετά τη λύση της σύμβασης σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιούνται εύλογης προς τούτο αποζημίωσης.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι ενάγοντες την από 11.2.2013 έφεση, με την οποία δεν επικαλέστηκαν και δεν προέβαλαν ως λόγο εφέσεως την παραβίαση του προκύπτοντος από την υπ' αριθ. 451/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεδικασμένου. Μετά την αναίρεση της αρχικά εκδοθείσας επί της εφέσεώς τους υπ' αριθ. 6832/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την εκ νέου συζήτηση της έφεσής τους, με τις από 31.10.2019 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επικαλέστηκαν πλέον το δεδικασμένο που παρήχθη από την άνω υπ' αριθ. 451/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ισχυριζόμενοι ότι το δεδικασμένο αυτό αφορά στα εξής ζητήματα:
α) ότι αυτοί συνδέονταν με την εναγομένη με συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, στις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, β) ότι η λύση των συμβάσεών τους έγινε από τους ενάγοντες λόγω συνταξιοδότησής τους, οπότε δεν χάνουν το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας, και γ) ότι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει και να καταβάλει πρόσθετη έκπτωση επί του σταθερού τζίρου τους σε καθένα από τους ενάγοντες, χαρακτηριζόμενη ως πριμ παραγωγικότητας, που σημαίνει ότι οι ενάγοντες προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης.
Το Εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε επ' αυτού τα εξής: "Με τις υπ' αριθμ. 451/2012 και 4442/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν επί αντίστοιχων από 20-12-2008 και 22-12-2008 αγωγών μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων για διαφορετικά όμως κεφάλαια, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ως προδικαστικό ζήτημα, ότι οι εκκαλούντες συνδέονται με την εναγομένη με συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου επί των οποίων εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις π.δ.219/1991 και αντικείμενο την αποκλειστική διανομή και διάθεση των γαλακτοκομικών προϊόντων της εφεσίβλητης σε προκαθορισμένες περιοχές της Αθήνας και των προαστίων της.
Επίσης, με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί ότι: α/ οι ανωτέρω συμβάσεις λύθηκαν με πρωτοβουλία των εκκαλούντων, οι οποίοι την 1-4-2008 προανήγγειλαν στην εφεσίβλητη την καταγγελία εκ μέρους τους των ενδίκων συμβάσεων τους για το επόμενο χρονικό διάστημα, λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησής τους, και πράγματι για το λόγο αυτό κατήγγειλαν τις ένδικες συμβάσεις αορίστου χρόνου, ο μεν πρώτος εκκαλών στις 24-5-2008 και o δεύτερος εκκαλών στις 21-4-2008, όπως και οι ίδιοι εκθέτουν στην από 18-11-2008 εξώδικη δήλωσή τους προς την εφεσίβλητη, όπου ειδικότερα αναφέρουν ότι οι ένδικες συμβάσεις τους λύθηκαν, λόγω ηλικίας και δεν κάνουν λόγο για εξαναγκασμό τους σε διακοπή της συνεργασίας τους από την εφεσίβλητη, λόγω της μεταβολής της περιοχής δραστηριότητας τους και της συνεπεία αυτής μείωσης του Τζίρου, όπως ισχυρίστηκαν στην κρινόμενη αγωγή τους και β/ ότι η αιφνίδια αλλαγή περιοχής δραστηριοποιήσεως των εκκαλούντων δεν ήταν μια διαδικασία την οποία επανειλημμένως μετερχόταν η εφεσίβλητη, γενικότερα ως προς τους συνεργάτες της διανομείς (και εν προκειμένω εις βάρος των εκκαλούντων), στο πλαίσιο αθέμιτης εκ μέρους της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς και προκειμένου να αποσπάσει την πελατεία τους, δεδομένου ότι η πελατεία της περιοχής, όπου αυτοί δραστηριοποιούνταν στα πλαίσια της ένδικης συνεργασίας τους με την εναγομένη ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιό της.
Άρα εκ του λόγου αυτού λύσης των συμβάσεών τους οι εκκαλούντες διατηρούν και δεν έχουν εκπέσει από το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας στις συμβάσεις διανομής, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του ΠΔ 219/1991". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 KΠολΔ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως του αρ. 16 του ιδίου άρθρου, καθόσον αφενός μεν έλαβε υπόψη του τις παραδοχές της άνω προαναφερθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, για να καταλήξει, όμως, ότι από αυτές δεν συνάγεται δεδικασμένο ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα, αφετέρου δε οι ως άνω παραδοχές της απόφασης αυτής ήταν αναγκαίες για την κρίση ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, ότι επ' αυτών εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, και ότι οι συμβάσεις αυτές λύθηκαν λόγω ηλικίας των εναγόντων, όχι δε και για τη συνδρομή ή μη των ειδικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη γέννηση της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας, η οποία αξίωση δεν είχε καταχθεί στη δίκη εκείνη, με συνέπεια να μη δημιουργείται δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη αξίωση.
Ειδικότερα, οι ως άνω αναφορές, μεταξύ των οποίων και η αναφορά ότι οι ενάγοντες συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της εναγομένης και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό αυτής, γίνονται στα πλαίσια της έρευνας των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων για την πρόσδοση σ' αυτές του χαρακτήρα των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και της περαιτέρω αναλογικής επ' αυτών εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, παραδοχή, όμως, που δεν δημιουργεί δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της τελευταίας, στην οποία ερευνητέον ήταν η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 2919/1991.
Πολύ περισσότερο που, όπως προαναφέρθηκε, βασικά στοιχεία για το χαρακτηρισμό μίας σύμβασης ως σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, ενώ τα δεκτά γενόμενα με τις άνω τελεσίδικες αποφάσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και το προαναφερθέν περί συμβολής των εναγόντων στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, απαιτούνται για την κρίση περί της ένταξης των εναγόντων στο τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης και συνακόλουθα την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991.
Άλλωστε, και κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές τις εν λόγω τελεσίδικης αποφάσεως, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα σχετικά προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους, στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες που τους υποδείκνυε η εναγομένη, η δε συμβολή αυτών στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης συνδέεται μόνο με τη μέριμνα των εναγόντων για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της εναγομένης, τη διαφήμιση με τα αυτοκίνητά τους του σήματος της εναγομένης και τη διανομή του διαφημιστικού υλικού αυτής.
Ρητά μάλιστα γίνεται δεκτό στη συνέχεια ότι "οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι η ίδιοι συνέβαλαν ουσιωδώς στην αύξηση του τζίρου της εναγομένης με την εξεύρεση νέων σημείων πώλησης και νέων (δικών τους) πελατών δεν κρίνονται βάσιμοι". Εξάλλου, και η κρίση της άνω τελεσίδικης αποφάσεως περί της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, βάσει της οποίας η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει και να καταβάλει στους ενάγοντες κατά την αποχώρησή τους, λόγω συνταξιοδότησής τους, πρόσθετη έκπτωση επί του σταθερού τζίρου τους σε καθένα τούτων, χαρακτηριζόμενη ως πριμ παραγωγικότητας, ποσού 78.694,50 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 65.313,50 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, δεν αποτελεί, παρά τα αντιθέτως από τους αναιρεσείοντες προβαλλόμενα, δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού, αφορώσα μία ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων, δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της ένδικης αξίωσης, ενόψει του ότι στη μεταγενέστερη ένδικη δίκη δεν κρίθηκε στην ουσία η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό της προγενέστερης αποφάσεως και η επ` αυτού κρίση δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του ζητήματος της μεταγενέστερης ένδικης δίκης (αξίωση των αναιρεσειόντων για καταβολή αποζημίωσης πελατείας).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2020 αίτηση των: 1) Γ. Μ. του Δ. και 2) Δ. Σ. του Α., για αναίρεση της με αριθμό 4786/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ