Supreme Court dismisses appeal rejecting claim that technical report was ignored by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued that a technical report submitted by a surveyor failed to be considered by the lower court regarding his claim of defamation. The court found that the lower court explicitly stated it had examined all documents, including the technical report, and that the appellant's substantive claim was already rejected as inadmissible. Consequently, the appeal was rejected because the lower court did not ignore the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 KPolD; The Supreme Court reviews whether a lower court applied substantive law correctly, finding an appeal inadmissible when the lower court explicitly considered all submitted evidence, including technical reports, and the appellant's substantive claim was already rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 485 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... και 3) Κ. Χ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη - Σοφία Βαρδάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-01-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4228/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-07-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25§3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, "Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης".
Η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 362 του ισχύοντος από την 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 4619/2019 (ΦΕΚ 95/Α/11-6-2019), διατηρεί την αυτή νομοτυπική υπόσταση με διαφοροποίηση ως προς την ποινική μεταχείριση του υπαιτίου και επίταση της ποινής, όταν η πράξη τελείται δημόσια ή μέσω του διαδικτύου. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη εγκλήματος απαιτείται, πλην των άλλων, ισχυρισμός ή διάδοση, από το δράστη για άλλον, ενώπιον "τρίτου", γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη εκείνου, στον οποίο αποδίδεται.
Στην έννοια του "τρίτου", περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται.
Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου, που περιήλθε στον δικαστή, τον εισαγγελέα και τον γραμματέα του δικαστηρίου και, εν γένει, σε πρόσωπα θεσμικώς αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, με την αιτιολογία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του "τρίτου", δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση του άρθρων 362 ΠΚ, αφού, κατά το γλωσσικό νόημα της λέξεως, "τρίτος" είναι οποιοσδήποτε, που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων, οπότε ο όρος αυτός καλύπτει αδιαστίκτως κάθε φυσικό πρόσωπο, που δεν είναι ο δράστης ή ο παθών του εγκλήματος και, συνεπώς, καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως, σκοπός της οποίας είναι η προστασία του εννόμου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου μέλους μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης αυτού, που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου, που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός.
Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου "τρίτος", αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παράστασης για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ.
σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου εννόμου αγαθού.
Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους, ενώπιον των οποίων επιδιώκει να δυσφημήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη (Ολ.
ΑΠ 3/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του με αριθμό πρωτ. ΥΠΠΟ/ΥΝΕΜ ΤΕΔΕ/ΦΟ3-Β/4609/17.11.2005 εγγράφου της Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων ..., που εδρεύει στην ...
και στην οποία υπηρετούν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι (αναιρεσίβλητοι) - και συγκεκριμένα η πρώτη εξ αυτών ως προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων, ο δεύτερος ως πολιτικός μηχανικός και ο τρίτος εξ αυτών ως αρχιτέκτων μηχανικός - απορρίφθηκε η από 07.11.2005 αίτηση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) για τον αποχαρακτηρισμό της κείμενης στην ...
επί της οδού ..., οικίας των Δ. χας Π. Ν. και Π. Ν. του Π., ως διατηρητέου μνημείου, προκειμένου να προχωρήσει αυτός (ο εναγόμενος) στην ανέγερση οικοδομής επί όμορου οικοπέδου του, με την αιτιολογία ότι αποτελεί μοναδικό αντισεισμικό κτίριο της εποχής του μεσοπολέμου, πολύτιμο για τη μελέτη της αρχιτεκτονικής.
Κατόπιν αυτών, ο εναγόμενος-εκκαλών υπέβαλε στις 19-4-2007 κατά των εναγόντων-εφεσιβλήτων την από 16.04.2007 έγκλησή του (σημείωμα) ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών για παράβαση καθήκοντος, η οποία (έγκληση) απορρίφθηκε ως αβάσιμη δυνάμει της με αριθμό 154/02.04.2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών.
Ακολούθως ο εναγόμενος άσκησε κατά της τελευταίας ως άνω διάταξης την με αριθμό 102/17.06.2008 προσφυγή του (ενν. ενώπιον του) Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, η οποία, επίσης, απορρίφθηκε, δυνάμει της με αριθμό 126/30.09.2008 οικείας διάταξης αυτού ως ουσία αβάσιμη, διότι από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι πράγματι οι εγκαλούμενοι παρέβησαν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και μάλιστα με δόλια προαίρεση και με μοναδικό σκοπό να βλάψουν τον προσφεύγοντα και να ωφελήσουν τους αντιδίκους του ιδιοκτήτες του ως άνω διατηρητέου κτιρίου.
Είχε προηγηθεί η από 18-8-2006 απάντηση-μήνυση-αναφορά του εκκαλούντος που αφορούσε, μεταξύ άλλων, τους δύο από τους τρεις ενάγοντες (ήτοι την Ε. Γ. και Γ. Π.) ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ο οποίος τη διαβίβασε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου, ο οποίος με τη σειρά του εξέδωσε την υπ' αριθμ. Β10/120 διάταξή του και απέρριψε τη μήνυση (επίσης για παράβαση καθήκοντος) ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της.
Στα πλαίσια της ίδιας αντιδικίας ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών άσκησε, μεταξύ άλλων, και κατά των εναγόντων, την με αριθμό κατάθεσης 9743/3595/16-3-2007 αγωγή του, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτούς οίκοθεν στις 28.03.2013 και 29.03.2013... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην από 16.04.2007 ως άνω έγκλησή του ο εναγόμενος περιέλαβε, σε βάρος των εναγόντων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: "οι πρώτη και τρίτος αυτών, το 1994, όντες υπάλληλοι της 2ης Εφορίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων ... ( που εδρεύει στην ...), στους οποίους ανετέθη υπηρεσιακώς η εισήγηση και εισηγηθήκανε να χαρακτηρισθεί ως νεώτερο μνημείο οικεία των Δ.
χας Π. Ν. και Π. Ν. του Π., ενώ επ' ουδενί πληρούσε τις προϋποθέσεις" ... "Εν συνεχεία το 2006, ο δεύτερος των εναγόντων, σε συνεργεία με την πρώτη αυτών, παρέλειψαν τις νόμιμες ενέργειες για τον αποχαρακτηρισμό του κτιρίου, προβαίνοντας στις πράξεις της παράβασης καθήκοντος, κατάχρησης εξουσίας, ψευδούς αναφοράς, απάτης και σύστασης συμμορίας, συμφωνούντες και ομονοούντες να τηρούν κοινή στάση για τη διαμόρφωση και διατήρηση του παράνομου καθεστώτος του διατηρητέου της Δ.
Ν. και τηρώντας τη συμφωνία αυτή από το 1994 έως το 2006, οπότε και προσετέθη ο Γ. Π. ως αναγκαίος συνεργός αυτών"... "συνέπραξαν μετά της Δ. χας Π. Ν. και Π. Ν., κατ' άρθρον 386 παρ. 1, 3 εδ. α' και β' ΠΚ, διότι εγνώριζαν ότι αφενός όσα παρίσταναν οι Δ. και Π. Ν. (εννοείται περί διατηρητέου μνημείου) ήσαν αναληθή - το εγνώριζαν λόγω των επανειλημμένων εγγράφων ενημερώσεων ημών των οικοπεδούχων του υπό ανέγερσιν κτιρίου, αλλά και λόγω των επανειλημμένων τηλεφωνικών μου (εναγομένου) επικοινωνιών με αυτούς.
Συνέπραξαν δε οι εν λόγω δημόσιοι υπάλληλοι και διότι αφετέρου αποσιωπούσαν οι ίδιοι προς την Υπηρεσία τους όσα ανωτέρω αναφέρω - συνεργώντας μετά της Δ. και Π. Ν. στην αποσιώπηση αυτών... "Εξάλλου, στην κατάρτιση πλαστού, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του τις ανωτέρω δημόσιες αρχές του ΥΠ.ΠΟ., ώστε να εκδώσουν την ανωτέρω απορριπτική της αιτήσεώς μου αποχαρακτηρισμού απόφασή τους, συνέπραξαν μετά της Δ.
και Π. Ν. οι δημόσιοι υπάλληλοι - μηχανικοί της 2ης Ε.Ν.Μ.Π., διότι ενώ γνώριζαν παρά τας επανειλημμένας προς αυτούς εγγράφους και προφορικάς ενημερώσεις εκ μέρους ότι όλα τα εις την Τεχνική Έκθεση και ένορκο βεβαίωση ήσαν αναληθή και ότι επιπροσθέτως αποσιωπούντο, αλλά εξέδωσαν την ανωτέρω απορριπτική του αποχαρακτηρισμού" απόφασή τους ...
αφού οι αρμόδιες αρχές της 2ης Εφορίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων ...ς αρνούνται να αποχαρακτηρίσουν πεισμόνως απαραδέκτως, έως σήμερον, το δήθεν ψευτοδιατηρητέον κτίριον της Δ. Ν. - Ζ., παρά τας επανειλημμένας μου οχλήσεις - ενημερώσεις αρμοδίως αυτών, κατά παράβασιν καθήκοντος και κατά κατάχρησιν της εξουσίας τους και εκ προθέσεως δρώντες εις βάρος των συμφερόντων Εμού, των πολιτιστικών αξιών του Κράτους και κάθε τρίτου, με την υπόθαλψιν των ως άνω εγκληματιών (Δ.
χας Π. Ν. και Π. Π. Ν.) κατά συρροή - εξακολουθητικώς, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια πράττοντες, με σκοπό οι ως άνω δημόσιοι υπάλληλοι - μηχανικοί του ΥΠ.ΠΟ., υποβοηθούντες και υποθάλποντες ούτοι τους ως άνω (Δ. και Π. Ν.), οι οποίοι ως συμμορία - ομάδα κακοποιών δρώσα και εξαπατώντας ούτοι τα ανωτέρω αρμόδιας αρχάς του ΥΠ.ΠΟ., διέπραξαν τα ανωτέρω, κατά παράβασιν των άρθρων 13, 26 παρ. 1 εδ.
α', 27 παρ, 1 εδ. α', 45, 46, 47, 94, 98, 137 εδ. β' παρ. 1 εδ. γ' και 187 παρ. 1..." ... "οι Δ. χα Π. Ν. και Π. Π. Ν. συνέστησαν συμμορία - ομάδα κακοποιών και συνεφώνησαν μαζί με τους δημόσιους υπαλλήλους μηχανικούς της 2ης Ε.Ν.Μ.Π. του ΥΠ.ΠΟ. εις την διάπραξιν κακουργηματικών - πλημελημματικών εγκληματικών ενεργειών - πράξεων - παραλείψεων εις βάρος εμού, της Πολιτιστικής Ιστορίας του Κράτους και κάθε τρίτου, αφού εκήρυξαν "ψευτοδιατηρητέον" το εν λόγω κτίσμα, εις ..., οι ως άνω, καθ' ο μέρος ο καθένας εμπλέκεται..." ... "λόγων υπηρεσιακής αλληλεγγύης και συνέχειας της ίδιας εσφαλμένης πορείας της Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.
και των συναρμόδιων Υπηρεσιών του, που δεν θέλουν - εννοούν, παρά τις συνεχείς, έως σήμερον εγγράφους - προφορικάς ενημερώσεις μου προς αυτούς "ετσιθελικά" να αποχαρακτηρίσουν με νέα Υ.Α. του κου Υπουργού του ΥΠ.ΠΟ. το "ψευτοδιατηρητέον" εν λόγω κτίσμα, εις ..., ένεκεν πλάνης τους, άρθρα 6 παρ. 9 και 41 του Ν. 3028/2002, που ο Νόμος το επιτρέπει.
Οι άνω ώδε δημόσιοι υπάλληλοι - μηχανικοί των αρμόδιων διευθύνσεων του ΥΠ.ΠΟ., αφού αυτοί απεδέχθησαν, δηλαδή οι μηχανικοί της 2ης Ε.Ν.Μ.Π. τας πεπλανημένας καταρτισθείσας πλαστώς και ψευδείς εισηγήσεις των αρμόδιων άνευ ιδιαίτερου ελέγχου, ως όφειλαν, εξαπατώντας ούτω και αυτοί με τη σειρά τους τας ανωτέρας αρμοδίας αρχάς του ΥΠ.ΠΟ., με σκοπό το κέρδος ποσού άνω των 73.000 ευρώ, αφού εκηρύχθη το επίμαχον κτίριον εις ..., διατηρητέον μνημείον, και επωλήθη ο συντελεστής δόμησης αλλαχού και εις τρίτους με σκοπόν τον πορισμόν οικονομικού οφέλους εις Δ.
Ν.υ αλλά και προς τους ίδιους με σκοπό οι πράξεις τους, μεταξύ 1994 και 2006 να έχουν συνέχεια.". Τα ίδια δε, κατά ουσία περιεχομένου, κυρίως όσον αφορά την εκ δόλου παράβαση των καθηκόντων των εν λόγω υπαλλήλων, διαλαμβάνονται τόσο στην ως άνω από 18.08.2006 μήνυση του εναγομένου, στην οποία αναφέρει, περαιτέρω, και τα εξής: "Εσείς ανιστόρητοι, ανύποπτοι δήθεν, καρεκλοκένταυροι γραφειοκράτες, τουβλάδες - μηχανικοί, δημόσιοι υπάλληλοι της 2ης ΕΝΠ ...ς ...
εκ προθέσεως δρώντες εις βάρος μου ... εις τα δίκτυα της συμμορίας της καθ' ης μετά του υιού της και των υπολοίπων συνεργών της, όπου συγκαταλέγεσθε...", αλλά και στην ως άνω από 17.06.2008 σχετική προσφυγή του, ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, όσο και τη με αριθμό κατάθεσης 9743/3595/16.03.2007 αγωγή του, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11597/2014 απόφαση, η οποία απέρριψε την ως άνω αγωγή.
Αποδείχθηκε ότι οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα ισχυρισμοί του εναγομένου-εκκαλούντος για τους ενάγοντες συνιστούν δυσφημιστικά γεγονότα, αφού αποτελούν συγκεκριμένη συμπεριφορά, υποπίπτουσα στις αισθήσεις, δεκτική απόδειξης, η οποία, ανακοινούμενη σε τρίτο, μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, και ήταν πρόσφορη, κατά την κοινή αντίληψη, να βλάψει την τιμή και την υπόληψή τους, καθόσον αμφισβητήθηκε η ηθική ακεραιότητα, η επαγγελματική και η κοινωνική τους αξία και εμφανίσθηκαν ως άτομα, τα οποία προέβησαν σε σωρεία ποινικά κολάσιμων πράξεων (της παράβασης καθήκοντος, της κατάχρησης εξουσίας, της ψευδούς αναφοράς, της απάτης και της συμμορίας).
Των ως άνω δε επικαλούμενων εκ μέρους του εναγομένου γεγονότων έλαβαν γνώση πλήθος προσώπων, όπως Δικαστές, Εισαγγελείς και γραμματείς, που επιλήφθηκαν των οικείων υποθέσεων, καθώς και οι συνάδελφοι - συνυπηρετούντες των εναγόντων στην 2η Εφορία Πατρών... Ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα ως άνω ισχυριζόμενα με τη θέλησή του βλαπτικά γεγονότα ήσαν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, την οποία και έβλαψαν αφού ελέγχθηκαν και πειθαρχικά και ποινικά και διοικητικά ως εναγόμενοι αγωγής αποζημιώσεως σε βάρος τους, ασχέτως αν μετά την εξέταση της ουσίας της διαφοράς από τα ως άνω όργανα δικαιώθηκαν τελικά.
Ο ίδιος δε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών ως εκ της ιδιότητάς του ως δικηγόρος είχε καλύτερη και σαφέστερη αντίληψη των συνεπειών των ενεργειών του και του αντικτύπου αυτών στην προσωπικότητα και την εν γένει επαγγελματική και κοινωνική ζωή των εναγόντων. Αποδείχθηκε σαφώς ότι δυσφήμησε, και μάλιστα εξακολουθητικά, ήτοι με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της δυσφήμησης, τους ενάγοντες, στοιχειοθετούμενου του παρανόμου της συμπεριφοράς του, κατ' άρθρο 362 ΠΚ, και, με πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης αυτών, με την τελεσθείσα, δια του εγκλήματος της δυσφήμησης, αδικοπραξία του, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά τους, αφού με τους οικείους ισχυρισμούς του επενέβη μειωτικά στη σφαίρα αυτής, και συγκεκριμένα στα αγαθά της τιμής και της υπόληψής τους, και αμφισβήτησε την ηθική, επαγγελματική και κοινωνική τους αξία, εμφανίζοντάς τους ως άτομα, που προέβησαν στις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις...
Όσον αφορά στον 1ο λόγο της ένδικης εφέσεως και στην προβληθείσα ένσταση παραγραφής λεκτέα τα εξής:... Από το σύνολο των προμνημονευθέντων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι των εναγόντων (Ε. Γ. και Γ. Π.) έλαβαν γνώση της αρχικής από 18-8-2006 απάντησης-μήνυσης-αναφοράς του εναγομένου τουλάχιστον από 22-8-2006, οπότε και πρωτοκολλήθηκε ως έγγραφο αποσταλέν με fax στην υπηρεσία στην οποία υπηρετούσαν.
Λαμβάνοντας γνώση αυτού κατέθεσαν την από 1-2-2007 αναφορά-καταγγελία τους στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών κατά του εναγομένου που έφερε την ιδιότητα του δικηγόρου προκειμένου να ελεγχθεί ο τελευταίος για αντιδεοντολογική και παράνομη συμπεριφορά. Στην αναφορά τους δε αυτή κάνουν λόγο για "μακρά αλληλογραφία" και υποβάλλουν συνημμένα το υπ' αριθμ. 3855/22-8-2006 έγγραφο που δεν είναι άλλο παρά η ως άνω πρωτοκολληθείσα απάντηση-μήνυση-αναφορά.
Επίσης αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου που αφορά και τους τρεις των εναγόντων και κατατέθηκε στις 16-3-2007 επιδόθηκε οίκοθεν σε αυτούς στις 28-3-2013..., σε κάθε δε περίπτωση οι τελευταίοι είχαν λάβει γνώση αυτής τουλάχιστον κατά τον χρόνο καταθέσεως της ένδικης πλέον αγωγής (στις 23-1-2012), όπως αναφέρουν σχετικά σε αυτή...
Κατά τα λοιπά η ως άνω έγκληση (υπό μορφή σημειώματος) ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών κατατέθηκε στο Πταισματοδικείο Αθηνών στις 19-4-2007..., ενώ η ως άνω από 17-6-2008 προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών ασκήθηκε στις 19-6-2009 ενώπιον της Γραμματέως του Πταισματοδικείου Αθηνών... Η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 29-1-2013...
Επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, το περιεχόμενο και κυρίως το αίτημα αυτής, περιγράφουν μία ενιαία εξακολουθητική δυσφημιστική συμπεριφορά του εναγομένου με όλες τις μερικότερες μνημονευόμενες πράξεις σε βάρος τους. Έως την επίδοση της ένδικης αγωγής (29-1-2013) είχε παρέλθει 5ετία από τις 22-8-2006, οπότε οι δύο μόνο πρώτοι ενάγοντες έλαβαν γνώση κατά τα προαναφερόμενα) της από 18-8-2006 μηνύσεως και σε κάθε περίπτωση από τις 15-1-2007, οπότε οι ίδιοι έκαναν την προαναφερόμενη καταγγελία ενώπιον του ΔΣΑ υποβάλλοντας συνημμένη την ως άνω μήνυση.
Ήτοι όσον αφορά στη συγκεκριμένη μερικότερη πράξη δυσφημήσεως εκ μέρους του εναγομένου έχει επέλθει παραγραφή και πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η σχετική ένσταση του εναγομένου και να ληφθεί τούτο υπόψιν κατά την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως. Για όλες τις λοιπές όμως ως άνω αναφερόμενες ημερομηνίες (19-4-2007 της ασκήσεως εγκλήσεως, 19-6-2009 της ασκήσεως προσφυγής και 29-1-2013 της επιδόσεως της ασκηθείσας ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων αγωγής ή έστω 23-1-2012 του χρόνου καταθέσεως ή 18-1-2012 του χρόνου συντάξεως της ένδικης αγωγής στην οποία γίνεται λόγος και για την ως άνω αγωγή) αλλά και πράξεις δεν αποδείχθηκε το ακριβές χρονικό σημείο, κατά το οποίο οι ενάγοντες έλαβαν πράγματι γνώση των περιεχομένων στην έγκληση και προσφυγή ισχυρισμών και δη εάν έλαβαν γνώση αυτών πριν την 29-1-2008 (5 έτη πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής), λαμβανομένου υπόψιν και του ότι οι σχετικές υπ' αριθμ. 154/2008 και 126/2008 διατάξεις των Εισαγγελέως Πρωτοδικών και Εφετών Πατρών εκδόθηκαν μετά την ως άνω ημερομηνία και δη στις 20-4-2008 και 30-9-2008 αντίστοιχα.
Επίσης, πέραν του προαναφερόμενου χρόνου γνώσης της ασκηθείσας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αγωγής (29-1-2013 με την οίκοθεν επίδοση αυτής ή 23-1-2012 κατά την κατάθεση της ένδικης αγωγής...), δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτής πριν τις 29-1-2008 που είναι ο κρίσιμος εν προκειμένω χρόνος...
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι με το αποσταλέν στις 21-8-2006 fax στην Υπηρεσία των εναγόντων αρκεί για να θεωρηθεί ότι αυτοί ουσιαστικά γνώριζαν τους ισχυρισμούς του, οι οποίοι επαναλήφθηκαν με τις ως άνω αναφερόμενες λοιπές ενέργειές του δεν ευσταθεί, αφού η αδικοπρακτική συμπεριφορά του συνεχίσθηκε (κατά πλέον και των τριών εναγόντων) με τις λοιπές και μεταγενέστερες ενέργειές του με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα ούτε άπαξ τελεσθείσας αδικοπραξίας και απλώς εξακολουθητικής ζημίας ώστε να υπόκειται σε ενιαία παραγραφή όλη η ζημία και ο χρόνος της να έχει αφετηρία το χρονικό σημείο όπου ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της επέλευσης των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου για αποζημίωση.
Κατόπιν των ως άνω αποδειχθέντων οι ενάγοντες υπέστησαν αναμφισβήτητα ηθική βλάβη, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητάς τους... ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 4228/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει στο σύνολό της την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση παραγραφής, κράτησε την υπόθεση και αφού δίκασε επί της ουσίας την από 18-1-2012 αγωγή των εναγόντων κατά το άνω κεφάλαιο, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε κάθε έναν των εναγόντων το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή τους λόγω ηθικής βλάβης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 362 του ΠΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, με βάση τα άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της δυσφήμησης του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, αφού στην έννοια του "τρίτου", περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημουμένου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι` αυτόν, στον οποίο αποδίδεται.
Εξάλλου, ναι μεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένα επιπλέον περιστατικά που διαλαμβάνονται στην από 18.8.2006 μήνυση του αναιρεσείοντος, πλην όμως στη συνέχεια ρητά γίνεται δεκτό ότι ως προς τη συγκεκριμένη μερικότερη πράξη δυσφημήσεως έχει επέλθει παραγραφή και γι' αυτό δεν λαμβάνεται αυτή υπόψη για τον καθορισμό της δικαιούμενης από τους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ιδίως αυτής του άρθρου 362 του ΠΚ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τέλεσης της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμησης (άρθρο 362 του ΠΚ) εκ μέρους του αναιρεσείοντος σε βάρος των αναιρεσίβλητων, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό της εν λόγω εφαρμοστέας διάταξης, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης της απλής δυσφήμησης, που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων.
Όλες δε οι περί του αντιθέτου συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένων επί πλέον περιστατικών που διαλαμβάνονται στην από 18.8.2006 μήνυση του αναιρεσείοντος και της παραδοχής ότι η συγκεκριμένη μερικότερη πράξη δυσφημήσεως έχει παραγραφεί, αφού η πράξη αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δικαιούμενης από τους αναιρεσίβλητους χρηματικής ικανοποίησης. 2) δεν στερείται αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα διαλαμβανόμενα τόσο στην από 17.6.2008 προσφυγή του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, όσο και στη με αριθμό κατάθεσης 9743/3595/16.03.2007 αγωγή του, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού προηγείται η αναλυτική αναφορά στους ισχυρισμούς που περιέλαβε ο αναιρεσείων στην από 16.4.2007 έγκλησή του, έπεται δε η παραδοχή ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί διαλαμβάνονται στην από 17.6.2008 προσφυγή του και στην με αριθμό κατάθεσης 9743/3595/16.03.2007 αγωγή του, δεν ήταν δε αναγκαία η εκ νέου παράθεση των ίδιων αυτών ισχυρισμών. 3) δεν στερείται αιτιολογίας η προσβαλλόμενη ως προς τη διάδοση των άνω δυσφημιστικών ισχυρισμών σε τρίτους, αφού ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, όπως Δικαστές, Εισαγγελείς και γραμματείς, που επιλήφθηκαν των οικείων υποθέσεων, προσώπων δηλαδή που έχουν την ιδιότητα του τρίτου, δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλαμβάνεται περαιτέρω ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθαν σε γνώση των προσώπων αυτών οι επίδικοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος.
Ρητά δε γίνεται δεκτό ότι τα όσα ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων εις βάρος των αναιρεσίβλητων ήσαν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων, την οποία και έβλαψαν αφού ελέγχθηκαν και πειθαρχικά και ποινικά και διοικητικά ως εναγόμενοι αγωγής αποζημιώσεως σε βάρος τους.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της πληρώσεως της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του άρθρου 362 του ΠΚ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε ότι περιήλθαν σε γνώση τρίτων τα επικαλούμενα εκ μέρους του γεγονότα, χωρίς να αναφέρει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη της περιελεύσεως των εκτιθέμενων στα δικόγραφά του των ετών 2008 και επέκεινα και έτσι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Δεν ήταν δε αναγκαία η ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυπτε η κρίση του περί της γνώσεως των επικαλούμενων εκ μέρους του αναιρεσείοντος γεγονότων από πλήθος προσώπων, όπως Δικαστές, Εισαγγελείς και γραμματείς, που επιλήφθηκαν των οικείων υποθέσεων, τα επί μέρους στοιχεία των οποίων δεν απαιτείται να προσδιορίζονται, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής και δη την από 7.8.2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου-μηχανικού Γ.
Κ., από την οποία αποδεικνύεται η αλήθεια των ισχυρισμών του και η δικαιολογημένη αγανάκτησή του, η οποία τον οδήγησε στην κατάθεση των εκτιθέμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση δικογράφων, με μοναδικό σκοπό την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων του και όχι τη δυσφήμηση τρίτων προσώπων και δη των αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την άνω επικαλούμενη τεχνική έκθεση.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι από το άνω έγγραφο αποδεικνύεται η αλήθεια των ισχυρισμών του και η δικαιολογημένη αγανάκτησή του, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εκ του άρθρου 367 παρ. 1γ' προβληθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος και συνεπώς δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού μέσου, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2020 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της με αριθ. 173/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ