Legislator Case Law & Legislation
485/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds regarding additional compensation for traffic accident victim.

Case Number 485/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident claim. The victim successfully argued that a new twenty-year limitation period began after the initial compensation claim matured, rendering the subsequent claim for additional compensation under Article 931 of the Civil Code valid. The court upheld this reasoning, rejecting the appellants' argument that the five-year limitation had expired and ordering them to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 931 and 268(e)(a) of the Civil Code; The limitation period for a claim for additional compensation under Article 931 of the Civil Code is twenty years from the date the initial claim for total compensation matures, not five years from the accident date.

Keywords

AI generated
statute of limitations additional compensation traffic accident Civil Code Article 931 appeal dismissal legal costs limitation period calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 931 of the Civil Code
Article 268(e)(a) of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 937 of the Civil Code
Article 10(2) of Law 489/1976
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 485 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 485/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Φ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σκουλά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1221/2015 εν μέρει οριστική και 1073/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3015/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-6-2019 (αρ. κατ. 552/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 3015/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτή έγινε δεκτό ότι η ήδη αναιρεσίβλητη-παθούσα οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα της, τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα,που συνέβη στις 4-10-2009, στο Μαρούσι Αττικής, από αποκλειστική υπαιτιότητα (παραβίαση STOP σε μονόδρομο) του 1ου αναιρεσείοντα, που οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας αυτού, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 2η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.

Η παθούσα - αναιρεσίβλητη άσκησε την αρχική από 20-10-2010 αγωγή της κατά των φερόμενων με αυτή ως υποχρέων, εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων οδηγού και ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου οχήματος, ζητώντας αποζημίωση για τις ζημίες, που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 3624/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον ήδη 1ο αναιρεσείοντα οδηγό και δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αρχική αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Κατά της απόφασης αυτής (επί της αρχικής αγωγής) ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις και εκδόθηκε η υπ' αρ. 4473/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία με ισχύ δεδικασμένου δέχθηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και υπόχρεος για την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς και της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα παθούσα λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα ήταν ο ήδη 1ος αναιρεσείων, ενώ επίσης, δέχθηκε εν μέρει την αρχική αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα-παθούσα τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μειώνοντας τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά.

Ακολούθως, η παθούσα - αναιρεσίβλητη άσκησε σε βάρος των υποχρέων αναιρεσειόντων την ένδικη (2η στη σειρά) από 2-10-2014 (αρ. κατ. 4830/6-10-2014) αγωγή ,η οποία επισκοπούμενη επιτρεπτά ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι επιδόθηκε στους εναγομένους στις 9-10-2014 (βλ. την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή).

Με την ένδικη 2η αγωγή η παθούσα αξίωνε περαιτέρω θετική ζημία ποσού 698,35 ευρώ για ιατρικές επισκέψεις και φάρμακα ,καθώς και πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ ,ποσού 50000 ευρώ, διότι, όπως ανέφερε στο αγωγικό δικόγραφο, εξαιτίας του τραυματισμού της υπέστη μόνιμη αναπηρία συνιστάμενη στην εμφάνιση μετατραυματικού γλαυκώματος ,καθώς και παραμόρφωση στον δεξιό οφθαλμό ( μυδρίαση της κόρης αυτού), που επηρεάζει αρνητικά την εξωτερική της εμφάνιση και επιδρά δυσμενώς στο κοινωνικό- οικονομικό και επαγγελματικό της μέλλον.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1221/2015 εν μέρει οριστική απόφαση, που διέταξε τη διενέργεια ιατρικής δικαστικής πραγματογνωμοσύνης για το κονδύλιο της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς το κονδύλιο της θετικής περαιτέρω ζημίας, επιδικάζοντας αναγνωριστικά (μετά το νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος) για την αιτία αυτή το ποσό των 520,99 ευρώ.

Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα δίκη. Μετά τη διεξαγωγή της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η οριστική υπ' αρ. 1073/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει το κονδύλιο εκ του άρθρου 931 ΑΚ και αναγνώρισε, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα-παθούσα το ποσό των 40000 ευρώ για την αξίωση αυτή.

Κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατά της εν μέρει οριστικής 1221/2015 απόφασης αυτού οι εναγόμενοι-υπόχρεοι άσκησαν την από 12-6-2018 (αρ. κατ. 3874/2018) έφεση , επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ,η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και ειδικότερα ,κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, απέρριψε τον 1ο λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν την ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, την οποία αυτοί είχαν προβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , καθώς επίσης απέρριψε και τον 2ο λόγο της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες έπλητταν επί της ουσίας την επιδίκαση της ως άνω αξίωσης στην παθούσα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1126/2014, ΑΠ 317/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση, αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α` ΑΚ και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.

α` ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιωσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ` άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 2039/2013).

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α` Α.Κ., από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας, που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ.

από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων. (ΑΠ 1270/2019, ΑΠ 1752/2017, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 317/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθή κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.

Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 677/2019, ΑΠ1572/2018, ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016,ΑΠ 150/2015, ΑΠ 317/2013).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες . Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες .

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018,ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στην αναιρεσίβλητη-παθούσα ,πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ , την οποία αυτή αξίωσε το πρώτον με την ένδικη (2η στη σειρά) αγωγή , διότι δήθεν εμπίπτει στην 20ετή παραγραφή και να απορρίψει αντίστοιχα εσφαλμένα (κατά την άποψή τους) την ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης αυτής, την οποία είχαν προβάλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφεραν επίσης παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με τον 1ο λόγο της έφεσής τους, παραβίασε ευθέως Α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 931,937 ΑΚ και 10 παρ.2 Ν.489/1976, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε , αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους , καθώς επίσης Β) την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 268 παρ.1 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για την επιμήκυνση σε εικοσαετή παραγραφή της αξίωσης του άρθρου 931 ΑΚ ,η οποία, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ' αρ.4473/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής ως άνω αγωγής της αναιρεσίβλητης και αφορούσε διαφορετικές αξιώσεις και ειδικότερα εκ του άρθρου 929 και 932 ΑΚ, οι οποίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, στηρίζονται σε διαφορετική νομική βάση με την αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ.

Εξάλλου, με τον συναφή 2ο επικουρικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αξίωση του άρθρου 931 ΑΚ εμπίπτει στην εικοσαετή παραγραφή, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 931 και 268 παρ.1 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 929, 937 ΑΚ και 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με αποτέλεσμα υπάρχουν αμφιβολίες κατά τον αναιρετικό έλεγχο, εάν τα αποδειχθέντα περιστατικά μπορούσαν να υπαχθούν στις ουσιαστικές διατάξεις, που το Εφετείο εφάρμοσε και ειδικότερα, εάν η αυτοτελής αξίωση της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, που άσκησε η αναιρεσίβλητη, το πρώτον με την ένδικη αγωγή ,ήταν αξίωση ενεργή, η οποία επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή ή εάν συνιστούσαν προβλεπτή περαιτέρω ζημία εκ του άρθρου 929 ΑΚ ,που είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Από την επιτρεπτή κατ' αρ.561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το Εφετείο, για τα ερευνώμενα με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζητήματα, δέχτηκε τα ακόλουθα, μετά από εκτενή νομική ανάπτυξη της ένστασης παραγραφής της αξίωσης του άρθρου 931 ΑΚ :..... ".....Επί της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 20-10-2010 αγωγής της ήδη ενάγουσας Α.

Π., κατά των ήδη εναγομένων Χ. Φ. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3624/2011 οριστική απόφαση αυτού. Μετά την άσκηση εφέσεων κατά της εν λόγω αποφάσεως εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων μερών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4473/2013 οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα:

Την 4-10-2009 και περί ώρα 16:40 η μεν ως άνω ενάγουσα, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρα της Κ. Π., εκινείτο επί της οδού Μελισσιών στο Μαρούσι Αττικής με κατεύθυνση από Βριλήσσια προς Λεωφόρο Κηφισίας, πλησιάζοντας στη διασταύρωση αυτής με την οδό Κωστή Παλαμά, ο δε πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της οδού Κωστή Παλαμά. Η οδός Μελισσιών είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 6,80 μ, το οποίο σταδιακά μειώνεται και γίνεται αμέσως μετά την συμβολή με την οδό Κωστή Παλαμά 5,70 μ, έχει μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία, ως προς τις συνθήκες φωτισμού ήταν ημέρα, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν για αμφότερες τις οδούς 50 χλμ/ώρα.

Η οδός Κωστή Παλαμά είναι μονόδρομος, με πλάτος οδοστρώματος 5,70 μ, είναι ευθεία, η επ' αυτής κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν κατά το χρόνο εκείνο αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, υπήρχε δε ρυθμιστική απαγορευτική πινακίδα Ρ-2 (STOP) στην πορεία του πρώτου εναγομένου, ακριβώς προ της διασταύρωσης της με την οδό Μελισσιών.

Μόλις ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στην εν λόγω διασταύρωση, από αμέλεια του ήτοι έλλειψη προσοχής περί την οδήγηση την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματος του. ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους ελιγμούς, και δεν σταμάτησε, όπως όφειλε το όχημά του προ της προαναφερθείσας απαγορευτικής πινακίδας, πριν εισέλθει στην οδό Μελισσιών, ούτε έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της τελευταίας οδού, παραχωρώντας την προτεραιότητα σ αυτά, αλλά αντίθετα εισήλθε στην ανωτέρω οδό, ενώ το αυτοκίνητο της ενάγουσας βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από την συμβολή των οδών, παρεμβληθείς αιφνιδιαστικά στο ρεύμα κυκλοφορίας της Η ενάγουσα, η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητο της με τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση, με ταχύτητα κατώτερη των 50 χλμ./ώρα, επειδή δεν προλάβαινε να πεδήσει το όχημά της, λόγω της μικρής απόστασης που τη χώριζε από το αυτοκίνητο του εναγομένου, ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και απέφυγε την σύγκρουση με αυτό, πλην όμως με την κίνησή της αυτή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προσέκρουσε στο πεζοδρόμιο και, στη συνέχεια, σε δένδρο που βρισκόταν πάνω σ' αυτό.

Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η ενάγουσα, λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα στον δεξιό οφθαλμό, μεταφέρθηκε αυθημερόν στο "ΚΑΤ" και ακολούθως την ίδια ημέρα στο Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "ΥΓΕΙΑ Α.Ε.", όπου υποβλήθηκε σε βηθοσκόπηση, οφθαλμολογική εξέταση, Α και Β υπερηχογράφημα, διαπιστώθηκε δε η ύπαρξη μικρών μετατραυματικών αποτυπώσεων κερατοειδούς και μετατραυματικό ύφαιμα και της συνεστήθη περαιτέρω έλεγχος.

Την 5-10-2009 η ενάγουσα εξετάσθηκε στο "Οφθαλμιατρείο Αθηνών", όπου υπεβλήθη σε υπέρηχο δεξιού οφθαλμού και διαπιστώθηκε στον τελευταίο οίδημα κερατοειδούς, ύφαιμα 3 mm, ιριδοδιάλυση, άνω κροταφικά, και χύμωση βολβικού επιπεφυκότα, έλαβε δε φαρμακευτική αγωγή και υποβλήθηκε μεταγενέστερα σε πολλαπλές εξετάσεις, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε σταδιακή απορρόφηση του υφαίματος.

Κατά την τελευταία δε εξέτασή της, την 21-10-2009 ανευρέθησαν οπτική οξύτητα δεξιού οφθαλμού - αντίληψη φωτός, φυσιολογικές προβολές αυτού, οίδημα κερατοειδούς, οπίσθιες συνέχειες ίριδας, ιριδοδιάλυση 4η με 6η ώρα Δ.Ο., παθολογική δοκιμασία Maddox Δ.Ο., τόνος Δ.Ο. 28 mmHg. Επίσης, η ενάγουσα λόγω της αιμορραγίας υαλοειδούς, του τραυματικού καταρράκτη και της διάλυσης της ίριδας, υπεβλήθη σε αντιφλεγμονώδη αγωγή και χειρουργήθηκε στην Κεντρική Κλινική Αθηνών, την 11-11-2009, όπου έγινε δεξιά ιριδοπλαστική, αφαίρεση του τραυματικού καταρράκτη, ένθεση ενδοφακού και κρυοπηξία στις περιφερικές αμφιβληστροειδείς διαλύσεις, με πολύ καλή μετεγχειρητική πορεία.

Μετεγχειρητικά υποβλήθηκε σε αντιφλεγμονώδη αγωγή, η αιμορραγία του υαλοειδούς σταδιακά απορροφήθηκε, η οπτική οξύτητα έφθασε τα 8-9/10 με διορθωτικό γυαλί, πλην όμως η ικανότητα του οφθαλμού να εστιάζει σε όλες τις αποστάσεις καταργήθηκε, λόγω της αντικατάστασης του κρυσταλλοειδούς φακού με ψευδοφακό, και η ίριδα παρέμεινε σε μόνιμη μυδρίαση (διαστολή) λόγω τραυματικής ιριδοπληγίας, κατάσταση που προκαλεί φωτοφοβία στην ασθενή και μειώνει την ποιότητα της όρασης της.

Ακολούθους, η ενάγουσα, την 25-11-2010, υποβλήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων σε αντιγλαυκωματική εγχείρηση δεξιού οφθαλμού με τοποθέτηση βαλβίδας (AHMED), λόγω μη αντιρροπούμενου φαρμακευτικά μετατραυματικού γλαυκώματος, και την 16-3-2011 υποβλήθηκε σε YAG lazer οπίσθια κάψουλοτομή δεξιού οφθαλμού λόγω δευτερογενούς καταρράκτη.

Η ενάγουσα χρειάζεται τακτική οφθαλμολογική εξέταση, έχει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς και λόγω της ιριδοπληγίας είναι απαραίτητη η χρήση γυαλιών ηλίου με πλήρη απορροφητικότητα σε UVA και UVB ακτινοβολία. Τα παραπάνω έγιναν δεκτά με δύναμη δεδικασμένου με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 4473/2013 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα την 22-7-2014 εξετάστηκε από την Χειρουργό - Οφθαλμίατρο Α. Κ. στο εξωτερικό οφθαλμολογικό ιατρείο του Γενικού Νοσοκομείου Νέας Ιωνίας "ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ ΠΑΤΗΣΙΩΝ" και, όπως προκύπτει και από το με αριθμ. πρωτ. …/…-7-2014 πιστοποιητικό, διαπιστώθηκε ότι ο δεξιός οφθαλμός της έχει οπτική οξύτητα 8/10 (σε αντίθεση με τον αριστερό οφθαλμό που έχει οπτική οξύτητα 10/10), υπάρχει τραυματισμός βολβού στο παρελθόν, χειρουργηθείς τραυματικός καταρράκτης, ενδοφακός οπισθίου θαλάμου, πλήρης ιριδοπληγία (κόρη σε μυδρίαση) - συνέχειες ίριδος οπίσθιες, τραύμα ίριδος στην 5η ώρα, YAG lazer καψουλοτομή.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η ασθενής παρουσιάζει μετατραυματικό γλαύκωμα και υποβλήθηκε την 24-11-2010, στην κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου, σε ένθεση βαλβίδας Ahmet. Ακόμα, αποδείχθηκε ότι η τελευταία, παρά την τοποθέτηση της ως άνα" βαλβίδας, ακολουθεί μόνιμη αγωγή με αντιγλαυκωματικά κολλύρια (Cosopt 1X2 και Alphagan 1X2), ενώ απαιτείται η συνεχής και τακτική παρακολούθησή της και ο έλεγχος του μετατραυματικού γλαυκώματος με ειδικές εξετάσεις (οπτικά πεδία - OCT).

Επίσης, και από το προσκομιζόμενο από 22-7-2014 ιατρικό σημείωμα του Χειρουργού Οφθαλμιάτρου Σ. Μ. αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρακολουθείται οφθαλμολογικά σε τακτά χρονικά διαστήματα λόγω βαρύτατου θλαστικού τραύματος δεξιού οφθαλμού. Στο ίδιο ως άνω σημείωμα αναφέρεται ότι η ασθενής υποβλήθηκε σε εγχείρηση τραυματικού καταρράκτη και σε αντιγλαυκωματική επέμβαση με ένθεση βαλβίδας λόγω μετατραυματικού γλαυκώματος.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω ιατρός αναφέρει ότι η αποτελεσματικότητα της αντιγλαυκωματική ς επέμβασης δεν είναι ικανή να ρυθμίσει επαρκώς την ενδοφθάλμια πίεση και ως εκ τούτου είναι απαραίτητη και η συντηρητική με κολλύρια αντιμετώπιση του μετατραυματικού γλαυκώματος. Προσθέτει δε ότι η ασθενής βρίσκεται σε χρόνια και επ' αόριστον θεραπευτική αγωγή με col Cosopt και col Alphagan, ενώ η πίεση του δεξιού οφθαλμού τηςε ρυθμίζεται οριακά στα 18-20 mmHg, με φυσιολογικές τιμές 11-21 mmHg.

Ακόμα, στο εν λόγω ιατρικό σημείωμα αναφέρεται ότι το μετατραυματικό γλαύκωμα είναι ένα επιθετικό γλαύκωμα, ανθεκτικό στην συντηρητική με κολλύρια αντιμετώπιση, και, συνεπώς, ο κίνδυνος απώλειας οπτικών ινών και οπτικού πεδίου είναι πολύ μεγάλος. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο κρίνεται επιβεβλημένη η συνεχής και στενή παρακολούθηση της ασθενούς με μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης, έλεγχο του οπτικού πεδίου και των οπτικών ινών με OCT (Οπτική Τομογραφία Συνοχής), οπότε, αν κατά την παρακολούθηση αυτή διαπιστωθεί αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης ή απώλεια οπτικών ινών, τότε θα χρειαστεί και δεύτερη αντιγλαυκωματική επέμβαση.

Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, η τελευταία παρακολουθείται μόνιμα από οφθαλμίατρο, έχει φωτοευαισθησία. δουλεύει σε υπολογιστές και λόγω της κατάστασης του δεξιού οφθαλμού της πρέπει να κάνει διαλείμματα στην εργασία της. Ακόμα, η ενάγουσα βλέπει με την χρήση γυαλιών 8/10 από τον τραυματισμένο δεξιό οφθαλμό της, ενώ η ίριδα του τελευταίου έχει παραμορφωθεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υποβλήθηκε σε δαπάνες για επισκέψεις σε ιατρούς, νοσοκομεία, αγορά φαρμάκων και κολλυρίων για την θεραπεία του δεξιού οφθαλμού της και κυρίως για την αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής υπερτονίας του Δ.Ο. και του μετατραυματικού γλαυκώματος του Δ.Ο. (βλ. ιδίως το με αριθμ.

πρωτ. …/…-7- 2014 πιστοποιητικό της Χειρουργού Οφθαλμιάτρου στο Γενικό Νοσοκομείο Ν. Ιωνίας "ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΕΙΟ ΠΑΤΗΣΙΩΝ", η οποία αναφέρει/6τι η ενάγουσα πάσχει, μεταξύ άλλων, από μετατραυματικό γλαύκωμα και βρίσκεται σε μόνιμη αγωγή με αντιγλαυκωματικά κολλύρια Cosopt και Alphagan), καθώς και το από 22-7-2014 ιατρικό σημείωμα του Χειρουργού - Οφθαλμιάτρου Σ.

Μ., ο οποίος, εκτός των άλλων, κάνει λόγο για ενδοφθάλμια πίεση δεξιού οφθαλμού για την ρύμιση της οποίας είναι απαραίτητη και η συντηρητική με κολλύρια (col Cosopt και col Alphagan) αντιμετώπιση"...

Επίσης το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα :.... "...Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 52/2016 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Χειρούργου- Οφθαλμίατρου Χ. Α., που διορίστηκε με την πρώτη από τις εκκαλούμενες αποφάσεις, προκύπτει ότι η ενάγουσα, συνεπεία του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, υπέστη ευρείας έκτασης διαταραχή της αρχιτεκτονικής του προσθίου ημιμορίου του δεξιού οφθαλμού της, με καταστροφή της φυσιολογικής μορφολογίας της ίριδας, χειρουργική μετατραυματική θόλωση του φακού [καταρράκτης] και ένθεση τεχνητού φακού, μετατραυματικό γλαύκωμα, ανθεκτικό στην απλή φαρμακευτική αγωγή, χειρουργηθέν δις.

με ένθεση βαλβίδων Ahmed και ενδοσκοπική κυκλοφωτοπηξία. Οι ανωτέρω βλάβες είναι παγιωμένες και μόνιμες, χωρίς περαιτέρω περιθώριο ίασης η βελτίωσης. Το μετατραυματικό γλαύκωμα συνιστά μια ιδιαίτερα επιθετική μορφή γλαυκώματος, με σοβαρή πιθανότητα επιδείνωσης στο μέλλον και υπάρχει κίνδυνος αρρύθμιστης αύξησης της ενδοφθάλμιας πίεσης, με αποτέλεσμα απώλεια οπτικών έως τύφλωση.

Στην παρούσα φάση το ποσοστό αναπηρίας υπολογίζεται σε 15-20%. Η ιριδοπληγία γίνεται άμεσα αντιληπτή από το μέσο άνθρωπο, ο οποίος θα έρθει σε απόσταση συνεργασίας γραφείου η κοινωνικής συζήτησης με την ενάγουσα. Είναι εμφανής ως "μια πολύ διεσταλμένη κόρη του ματιού" ή "ως μάτι με διαφορετικό χρώμα", και επάγει το συμπέρασμα ότι υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα, επηρεάζει δε αρνητικά την εξωτερική εμφάνιση, με την ιδιαιτερότητα ότι, εκτός από τη δυσμορφία, επάγει και την εντύπωση της αναπηρίας, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για τη θέση της ενάγουσας.

Η διάμετρος της κόρης καθορίζει την ποσότητα φωτός που εισέρχεται στο μάτι και ως εκ τούτου η παθολογικά διευρυμένη κόρη του δεξιού οφθαλμού της είναι υπεύθυνη για την δυσχερή και κοπιώδη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Περαιτέρω, λόγω της χειρουργικής αφαίρεσης του φυσιολογικού φακού του οφθαλμού, ο δεξιός οφθαλμός της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία της προσαρμογής, δηλαδή λειτουργεί όπως τα μάτια με πρεσβυωπία, με αποτέλεσμα την επίταση της οπτικής κόπωσης.

Τα ανωτέρω δεν αφορούν μόνο την επαγγελματική δραστηριότητα της ενάγουσας, αλλά και τις ενασχολήσεις κατά τον προσωπικό της χρόνο, όπως η παρακολούθηση τηλεόρασης, η οδήγηση κ.λ.π, το δε πρόβλημα θεωρείται μόνιμο. Τέλος, καταλήγει ο ως άνω πραγματογνώμονας, για μία νέα, μορφωμένη γυναίκα, 27 ετών, η οποία επιθυμεί να συμμετάσχει ισοτιμία σε όλα τα πεδία δραστηριοτήτων ανθρώπων της ηλικίας της, η επίγνωση του οφθαλμικού προβλήματος -τόσο του τρέχοντος όσο και επί μελλοντικής τυχόν δυσμενούς εξέλιξης προς απώλεια όρασης- αναμένεται να δημιουργεί ανάλογη μειονεξία.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το προπεριγραφέν πρόβλημα στον οφθαλμό της ενάγουσας επιδρά δυσμενώς στην επαγγελματική της εξέλιξη, αφού εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε εταιρεία logistics και αναγκάζεται να κάνει καθημερινά πολλές παύσεις από την εργασία της μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, λόγω των ενοχλήσεων που της προκαλεί ο φωτισμός της οθόνης.

Εκτός όμως από την επαγγελματική πλευρά της ζωής της, επιδρά σημαντικά και στο μέλλον της προσωπικής της ζωής, καθόσον επηρεάζει δυσμενώς την εξέλιξη των προσωπικών της σχέσεων, αλλά και των ενασχολήσεων και ενδιαφερόντων της, που θα είχε ως μέσος υγιής άνθρωπος νεαρής ηλικίας. Επομένως, αφού αποδείχθηκε ότι η αναπηρία, αλλά και η δυσμορφία της ενάγουσας, επιδρούν στο επαγγελματικό, οικονομικό, οικογενειακό και κοινωνικό μέλλον της και δυσχεραίνουν τις δημόσιες σχέσεις και συναναστροφές της, ενόψει και της ηλικίας (26 ετών) που διένυε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, χωρίς να χρειάζεται να προκύπτει η πρόκληση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, σύμωωνα και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η παραπάνω δικαιούται ιδιαίτερης και αυτοτελούς αποζημίωσης, πέραν των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ.

Ενόψει τούτων, αφού ληφθεί υπόψη το είδος και το μέγεθος της αναπηρίας και της δυσμορφίας της ενάγουσας, όπως αυτή ανωτέρω αναλύθηκε, η επαγγελματική της ενασχόληση με ηλεκτρονικό υπολογιστή, η οποία καθίσταται δυσχερής και επίπονη λόγω του προβλήματος στον οφθαλμό της, το γεγονός ότι προκαλούνται σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στη μελλοντική προσωπική και επαγγελματική ζωή της, κατά την έννοια του άρθρου 931 ΑΚ, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας της, αλλά και της αποκλειστικής υπαιτιότητας του υπαίτιου οδηγού, το ύψος της κατ' άρθρο 931 ΑΚ ειδικής αποζημίωσης πρέπει να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των 40.000 ευρώ, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη δεύτερη από τις εκκαλούμενες αποφάσεις, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του δευτέρου λόγου της εφέσεως, με τον οποίο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ.

Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται, ως αποζημίωση για τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για ιατρικές επισκέψεις και αγορά φαρμάκων και κολλυρίων, το ποσό των 520,99 ευρώ, ως ειδική δε αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ το ποσό των 40.000 ευρώ, όπως ορθώς κρίθηκε αντιστοίχως με τις εκκαλούμενες αποφάσεις-: Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τόσο η σωματική βλάβη, όσο και η πιθανολογούμενη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας, ήταν γνωστά σ" αυτήν από την ημέρα του ατυχήματος, αφού περιγράφονται στην πρώτη, από 2-10-2010 αγωγή αυτής, και έγιναν δεκτά με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και, συνεπώς, δεν υπάρχει απρόβλεπτη επιδείνωση αυτής.

Επομένως, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας άρχισε στις 4-10-2009, οπότε συνέβη το αυτοκινητικό ατύχημα εξαιτίας του οποίου προκλήθηκε η βλάβη της υγείας της;, ενώ η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 9-10-2014 -όπως προκύπτει από την επί του προσκομιζόμενου αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Γ.

Μ., συνομολογείται δε από την ίδια την ενάγουσα- μετά δηλαδή την παρέλευση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ (ως προς τον πρώτο εναγόμενο) και τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 Ν. 489/1976, όπως ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (ως προς τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία)/Πλην όμως, εφόσον η ένδικη αξίωση της ενάγουσας ήταν προβλέψιμη από την ημέρα του ατυχήματος και συνεπώς δεν τρέχει γι' αυτήν νέα παραγραφή, η δε υπ' αριθμ. 3624/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20.10.2010 αρχικής αγωγής της, έγινε τελεσίδικη στις 18.7.2013, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 4473/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (που απέρριψε την κατ' αυτής έφεση της ενάγουσας και δέχτηκε την έφεση των εναγομένων), δηλαδή τελεσιδίκησε η εν λόγω αξίωση εντός του χρόνου της προβλεπόμενης από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετίας για την παραγραφή της, οι ασκηθείσες με την υπό κρίση από 2.10.2014 αγωγή ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού, μετά τη βεβαίωση, με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ 4473/2013 τελεσίδικη απόφαση, της ύπαρξης αξιώσεως της ενάγουσας για θετική ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, επήλθε επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία της ως άνω αποφάσεως η οποία δεν είχε παρέλθει μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο οι εναγόμενοι επικαλούνται παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων.

Με βάση τα παραπάνω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.".

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης για πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, ποσού 40000 ευρώ εξαιτίας της σωματικής βλάβης, που αυτή υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα και της επιδείνωσης της εξέλιξης της υγείας της αποτελούσε προβλεπτή ζημία , ότι η παραγραφή της αξίωσης αυτής άρχισε από την επομένη του ατυχήματος, που συνέβη στις 4-10-2009 και ότι αν και η ένδικη 2η αγωγή ασκήθηκε στις 9-10-2014,δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας η αξίωσή της εξακολουθούσε να είναι ενεργή, διότι η ενιαία αξίωση αποζημίωσης από την αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος τελεσιδίκησε στις 18-7-2013 (δηλαδή πριν από την πάροδο της πενταετίας) και ότι συνακόλουθα η κατ' αρχήν πενταετής παραγραφή επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε (απορρίπτοντας την ένσταση πενταετούς παραγραφής) τις ουσιαστικού κανόνα διατάξεις των άρθρων 937 ΑΚ και 10 παρ. 2 Ν. 489/1976, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 931,268 παρ.1 ΑΚ περί επιμήκυνσης της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή, διότι τα πραγματικά περιστατικά ,που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε , δηλαδή για την επιμήκυνση σε εικοσαετία της επί μέρους αξίωσης της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ,η οποία απορρέει από την ίδια αδικοπραξία του τροχαίου ατυχήματος ,εφόσον το δεδικασμένο της υπ'αρ. 4473/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, καταλαμβάνει και την επί μέρους πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη παθούσα ,ηλικίας 27 ετών κατά το ατύχημα, κατέστη ανάπηρη σε ποσοστό 15-20% λόγω του μετατραυματικού γλαυκώματος, για το οποίο χειρουργήθηκε δις και ότι εμφανίζει δυσμορφία λόγω ιριδοπληγίας, με διευρυμένη την κόρη του δεξιού οφθαλμού της, ότι η αναπηρία και η δυσμορφία- παραμόρφωση επηρρεάζει δυσμενώς ,τόσο την επαγγελματική της εξέλιξη ως ιδιωτική υπάλληλος σε εταιρεία LOGISTICS, όσο και τις προσωπικές της σχέσεις και τις καθημερινές της δραστηριότητες λόγω της οπτικής κόπωσης και μειονεξίας που βιώνει,ως νέο άτομο, σε σχέση με το μέσο υγιή άνθρωπο νεαρής ηλικίας κα ότι συνεπώς δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ.

Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε ότι η ανωτέρω αξίωση, που αποτελεί μέρος της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης, που απορρέει από το ίδιο αδικοπρακτικό βιοτικό συμβάν- τροχαίο ατύχημα, συνιστούσε προβλεπτή ζημία,η οποία κατ'αρχήν υπόκειται στην σύντομη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (για τον 1ο αναιρεσείοντα υπαίτιο οδηγό) και του άρθρου 10 παρ.2 Ν. 489/1976 (για τη 2η αναιρεσείουσα υπόχρεη ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου) ,η οποία όμως επιμηκύνθηκε σε εικοσαετία ,εφόσον η ενιαία αξίωση αποζημίωσης της παθούσας αναιρεσίβλητης, μέρος της οποίας συνιστά και η πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ (η οποία σημειωτέον μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς) είχε τελεσιδικήσει πριν την πάροδο της πενταετίας.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές ,η πενταετής παραγραφή της 931 ΑΚ άρχισε από την επομένη του ατυχήματος, που συνέβη στις 4-10-2009, δηλαδή από 5-10-2009 και συμπληρωνόταν στις 5-10-2014. Η ένδικη αγωγή (2η) ασκήθηκε, όπως δεν αμφισβητείται, στις 9-10-2014 (όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του δικογράφου της ένδικης 2ης στη σειρά αγωγής, δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας, πλην όμως η αρχική αγωγή αποζημίωσης για την όλη ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης είχε τελεσιδικήσει στο μεταξύ , στις 18-7-2013 με την δημοσίευση της υπ' αρ. 4473/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δηλαδή πριν να συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή.

Επομένως, από την τελεσιδικία (18-7-2013) της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή και συνεπώς, η ένδικη 2η αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη αξιώνει πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ ,που αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, μέρος της ενιαίας αξίωσης αποζημίωσης και η οποία απορρέει από την ίδια νομική και ιστορική αιτία της αδικοπραξίας του τροχαίου ατυχήματος, εξακολουθούσε να είναι ενεργή, διότι ασκήθηκε στις 9-10-2014 εντός της εικοσαετίας που συμπληρώνεται στις 18-7-2033.

Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, διότι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 931 και 268 εδ.α ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914,297,298 ΑΚ και για την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 937 ΑΚ και 10 παρ.2 Ν.489/1976, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως , αλλά ούτε εκ πλαγίου . Συνακόλουθα, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και ο συναφής επικουρικός εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου ,που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ,κατά το νόμιμο αίτημα αυτής ,όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2019 (αρ.κατ. 552/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 3015/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ