485/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θήβας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2017 του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Legislator headnote
AI generated485/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, και συνεπώς απαγορεύεται ως καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αποτελεί ένσταση καταλυτική του ασκούμενου αγωγικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 602/2017).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 485 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΗΒΩΝ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΥΤΟΜΑΤΟΙ ΑΝΑΛΥΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΗΡΙΑ MEDICON HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ήδη "ΑΥΤΟΜΑΤΟΙ ΑΝΑΛΥΤΕΣ - ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ MEDICON HELLAS ΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μήτσιου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θήβας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2017 του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3/7/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 15/2017 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 15/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θήβας. Mε την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 1-12-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα, μετά τον περιορισμό του αιτήματος, για καταβολή των τόκων του τιμήματος από την προμήθεια των αναφερόμενων ιατρικών υλικών, με βάση τις εκτιθέμενες μεταξύ τους καταρτισθείσες άτυπες συμβάσεις πωλήσεως. Μετά δε, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν επιδικάζοντας τους τόκους που ζητήθηκαν. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Έννομη συνέπεια της υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής οφειλής, εκτός των άλλων, είναι και το, κατά το άρθρο 345 εδ. α' ΑΚ, δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, χωρίς να αποδείξει ζημία. Ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, αναγνωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, η έλλειψη υπαιτιότητάς του, που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο οφειλέτης να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία (ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, και συνεπώς απαγορεύεται ως καταχρηστική, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, αποτελεί ένσταση καταλυτική του ασκούμενου αγωγικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 602/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να καθορίζεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 825/2015) , ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 259/2009), διότι στην περίπτωση αυτή που το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη ισχυρισμό που αυτεπάγγελτα πρέπει να ληφθεί υπόψη, παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. (ΑΠ 440/2015, ΑΠ 217/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον εκ του αριθμού 1 ( ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013) του εν λόγω άρθρου. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με βάση τις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, κατά το χρονικό διάστημα από 6-7-2005 έως 14-12-2008, η αναιρεσίβλητη πώλησε και παρέδωσε στο αναιρεσείον τα περιγραφόμενα, στα αναφερόμενα εξήντα επτά τιμολόγια - δελτία αποστολής που εξέδωσε, κατά το είδος, την ποσότητα και την τιμή, ιατρικά υλικά.
Το τίμημα κάθε τιμολογίου πιστώνονταν για χρονικό διάστημα εξήντα ημερών. Το πρώτο, από τα επίδικα, τιμολόγιο εκδόθηκε στις 6-7-2005 και το τελευταίο στις 27-12-2006 Το ποσό στο οποίο ανήλθε το συνολικό τίμημα ήταν 245.307,01 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ. Λόγω της μη καταβολής του οφειλόμενου τιμήματος, η αναιρεσίβλητη άσκησε την ένδικη από 1-12-2009 αγωγή της, ζητώντας την καταβολή του τιμήματος με βάση τις καταρτισθείσες συμβάσεις πωλήσεως, και σε περίπτωση που κριθεί ότι αυτές ήταν άκυρες, λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου, το ίδιο ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επίσης, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον στην καταβολή νόμιμων τόκων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 166/2003. Με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσίβλητη, λόγω της καταβολής του οφειλόμενου τιμήματος, περιόρισε το αίτημα της αγωγής και παρέμεινε προς εξέταση μόνο το αίτημα καταβολής των αιτούμενων τόκων υπερημερίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δίκασε την υπόθεση ερήμην του αναιρεσείοντος εναγομένου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και επιδίκασε τους αιτούμενους τόκους. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την από 14-4-2015 έφεση και το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ποσού των τιμολογίων.
Το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 342 και 281 ΑΚ, επειδή επιδίκασε τόκους υπερημερίας μολονότι η καθυστέρηση της καταβολής του τιμήματος των πωληθέντων πραγμάτων, για τους λόγους που εκθέτει, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, και διότι ενώ η άσκηση του δικαιώματος, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, ενώ οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, περί μη επέλευσης υπερημερίας καθόσον η καθυστέρηση πληρωμής του τιμήματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, αποτελούν ενστάσεις καταλυτικές του δικαιώματος καταβολής των τόκων που ασκείται με την αγωγή, και συνεπώς, έπρεπε να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας καθώς επίσης να εκτίθεται στο αναιρετήριο η προβολή τους με το συγκεκριμένο περιεχόμενο και ο τρόπος προβολής αυτών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τις ως άνω ενστάσεις πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο με την έφεσή του, ή τις πρότεινε παραδεκτά το πρώτον στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν οι επίμαχες ενστάσεις είχαν προβληθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και εάν ήταν νόμιμες και ορισμένες, ώστε με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να κριθεί εάν συντρέχει η αποδιδόμενη πλημμέλεια.
Ούτε επικαλείται το αναιρεσείον κάποιο λόγο από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της πρότασης αυτών το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Από την παραδεκτή, άλλωστε, επισκόπηση της έφεσης του ερήμην δικασθέντος στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ουδόλως πρότεινε την εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση.
Επίσης, με την αίτηση αναίρεσης, το αναιρεσείον δεν αποδίδει συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, από το Εφετείο, αλλά, υπό την επίφαση του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προσβάλλει την ουσιαστική εκτίμηση των πραγμάτων. Εξάλλου, το αναιρεσείον, αναφέρεται στο νομικό κανόνα του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προτείνει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου αναίρεσης και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς καθόλου αιτιολογίες ή με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα παραδοχής της αγωγής και απόρριψης της ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε και αν θεωρηθεί ότι προβάλλεται αιτίαση εκ του λόγου αυτού, είναι εντελώς αόριστος και απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 3-7-2017 αίτηση για αναίρεση της 15/2017 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί πλήρης, καθόσον το γεγονός ότι το αναιρεσείον απολαύει των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 1 - 3 του ν. 3693/1957, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου, η οποία εφαρμόζεται στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 366/2017, ΑΠ 589/2015), τέτοια όμως δικαστική υπεράσπιση δεν έχει το αναιρεσείον.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2017 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία ""ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΗΒΩΝ" για αναίρεση της 15/2017 απόφασης του Πολυμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ