Legislator Case Law & Legislation
485/2019 AI generated

485/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 485/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

485/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Keywords

AI generated
cessation of operations redundancy termination of benefits termination of service unemployment due to technical progress abandonment of employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 485 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 485/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρακώστα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καναβάρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1085/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 824/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/7/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2 Ιουλίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 5909/545/18.8.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 824/21.2.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1085/13.5.2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 4.6.2013 και με αριθ. κατάθ. 2943/4.6.2013 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της από 9.10.2012 και με αριθ.

κατάθ. 162304/4524/11.10.2012 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης υπό την τότε επωνυμία της "... ΑΕ" και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της τελευταίας να απασχολεί τον ενάγοντα στην ίδια θέση με τις ίδιες αποδοχές και την είχε υποχρεώσει στην καταβολή του ποσού των 14.972,26 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2012, λόγω ακυρότητας της από 13.7.2012 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, ως καταχρηστικής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση του ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Ειδικότερα επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Ούτε ελέγχεται δικαστικά η στα πλαίσια αυτά επιχειρηματική επιλογή του εργοδότη ν' αναθέσει ορισμένες εργασίες που μέχρι τώρα εκτελούνταν από προσωπικό της επιχείρησης σε τρίτη επιχείρηση, δυνάμει σχετικής σύμβασης έργου ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καταργώντας έτσι θέσεις εργασίας.

Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.

Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).

Επίσης οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν ν' απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004) εφόσον τούτο είναι εφικτό ως εκ των συνθηκών λειτουργίας της επιχείρησης, μορφή της οποίας συνιστά και η εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας.

Και ναι μεν με το άρθρο 38 παρ. 7 του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι καταγγελία λόγω άρνησης του εργαζομένου ν' αποδεχθεί πρόταση του εργοδότη για μερική απασχόληση είναι άκυρη, πλην όμως η ακυρότητα αυτή δεν αφορά και την περίπτωση που η πρόταση του εργοδότη δικαιολογείται από τις ανάγκες της επιχείρησης και η μερική απασχόληση προτείνεται προκειμένου ν' αποφευχθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ ) και δη αν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002 σχετ.

ΑΠ 922/2010). Μόνος ο λόγος ότι, εν όψει των προσωπικών συνθηκών του μισθωτού, ήταν από την πλευρά του τελευταίου δικαιολογημένη η άρνησή αυτού ν' αποδεχθεί τους προτεινόμενους από τον εργοδότη δυσμενέστερους όρους για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης με τροποποίηση της αρχικής σύμβασης εργασίας, δεν καθιστά αυτός καθαυτός καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη την επακολουθούσα της άρνησης καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθ. 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 1199/2002) και δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ.3 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α` 212) ορίζεται ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.

Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.

Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δυο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.

Στην πρώτη περίπτωση της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία μπορεί να συναφθεί είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας, είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη τροποποιητική συμφωνία των μερών, ο νόμος (εδάφιο α της άνω παραγράφου) δεν θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς σε αυτή, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της μονομερούς επιβολής της.

Η ίδρυση της σχέσης αυτής δεν συνδέεται δηλαδή με καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση (όπως ορισμένους λόγους επιλογής της) ή τήρησης ορισμένης διαδικασίας, πλην του έγγραφου τύπου για την κατάρτισή της (ΑΠ 697/2018). Αντιθέτως στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που άλλως θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους (ΑΠ 771/2017).

Συνακόλουθα, εάν δεν επιβληθεί μονομερώς από τον εργοδότη σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, αλλά τούτο συμφωνηθεί με τον εργαζόμενο, η εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής δεν επηρεάζεται από την μη τήρηση ή την πλημμελή τήρηση της διαδικασίας ενημέρωσης ή διαβούλευσης με τους εργαζομένους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Λόγος δε αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 1.5.1998 ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], η οποία δραστηριοποιείται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ειδικότερα στον τομέα της ραδιοφωνίας, με την ειδικότητα του ηχολήπτη on air, προκειμένου να απασχοληθεί στον ραδιοφωνικό σταθμό ..., ο οποίος στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε ..., που ανήκει στην εναγομένη.

Ο ραδιοφωνικός αυτός σταθμός από το έτος 2011 και ιδίως από τις αρχές του 2012 άρχισε ν' αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα κατά το έτος 2011 η εναγομένη εμφάνισε ζημίες ύψους 1,8 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ κατά το έτος 2012 συνέχισε να εμφανίζει ζημίες, άνω του 1,02 εκατομμυρίων ευρώ, η μείωση δε των εσόδων της κατά το έτος 2011 έφθασε στο 42,50% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το κόστος μισθοδοσίας κάλυπτε το σημαντικότερο μέρος των συνολικών λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης, το οποίο για το πρώτο δίμηνο του έτους 2012 ανήλθε στο 1,1 εκατομμύριο ευρώ, ήτοι υπερδιπλάσιο των αντιστοίχων εσόδων της ιδίας χρονικής περιόδου, ποσού 425.833 ευρώ.

Η εναγομένη, προκειμένου ν' αντιμετωπίσει άμεσα την κρίσιμη αυτή οικονομική της κατάσταση και να μην οδηγηθεί σε πλήρη αδυναμία λειτουργίας του σταθμού και κατ' αποτέλεσμα σε απώλεια θέσεων εργασίας του συνόλου των εργαζομένων, από τον Μάιο του 2012, ενόψει ενάρξεως της επομένης ραδιοφωνικής περιόδου, 1.έλαβε μέτρα εκλογίκευσης των εξόδων της, ήτοι μείωση των αμοιβών των συνεργατών της με συμβάσεις έργου παραγωγών εκπομπών και σύναψη νέων με πολύ μικρότερο κόστος αμοιβών, που συνδέθηκαν με τα αντίστοιχα έσοδα των εκπομπών από τη διαφήμιση και μείωση των λειτουργικών εξόδων, 2.

διέκοψε συμβάσεις συνεργατών της με υψηλό κόστος, 3. διέκοψε τις συμβάσεις εργασίας του εσωτερικού της λογιστή και της υπαλλήλου [του] εμπορικού τμήματος και 4. προέβη σε ενημέρωση των συνδεομένων με συμβάσεις εργασίας μισθωτών της (δημοσιογράφων, τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων) αναφορικά με την δυσμενή οικονομική της κατάσταση, προτείνοντάς τους λύσεις προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση και οι θέσεις εργασίας τους.

Η διαβούλευση που υπήρξε μεταξύ της εναγομένης και των εργαζομένων στον προαναφερόμενο ραδιοφωνικό σταθμό είχε επιτυχή κατάληξη ως προς την πλειοψηφία των εργαζομένων της (του συνόλου των δημοσιογράφων και των διοικητικών υπαλλήλων, καθώς και τριών τεχνικών), με τους οποίους τον Ιούλιο του 2012 επιτεύχθηκε συμφωνία μείωσης του κόστους μισθοδοσίας, με την υπογραφή νέων τροποποιητικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν περιορισμένη χρονική διάρκεια ισχύος ενός έτους, μετά την πάροδο του οποίου οι συμβάσεις των εργαζομένων θα επανέρχονταν σε όσα ίσχυαν προηγουμένως, ενώ σε περίπτωση απολύσεως θα δικαιούνταν αποζημίωσης με βάση το προηγούμενο (προ της μειώσεως) μισθό τους.

Η πρόταση προς το σύνολο των εργαζομένων και οι εξ αυτής τροποποιητικές συμβάσεις που ακολούθησαν, προέβλεπαν είτε τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών, όπου αυτό επιτρεπόταν από την εργατική νομοθεσία, λόγω μη υπάρξεως σε ισχύ οικείας συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως που να δεσμεύει αμφότερα τα μέρη, είτε την μείωση των ωρών απασχόλησης - μερικής απασχόλησης για τους μισθωτούς ειδικότητας τεχνικού ραδιοφώνου (ηχολήπτη), για τους οποίους υπήρχε δέσμευση για το ύψος των μισθών, λόγω ύπαρξης σε ισχύ της 8/2012 Διαιτητικής Απόφασης.

Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από τον ενάγοντα, στον οποίο ακολούθως προτάθηκε η εκ περιτροπής εργασία του σύμφωνα με την ισχύουσα εργατική νομοθεσία. Και η τελευταία αυτή πρόταση απορρίφθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος προέβη σε πολυήμερες απεργιακές κινητοποιήσεις, αρνούμενος να συζητήσει ή να προβεί σε οποιαδήποτε πρόταση για την αντιμετώπιση της κατάστασης, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί περαιτέρω η κατάσταση του ραδιοφωνικού σταθμού, αφού τα ποσοστά ακροαματικότητας μειώθηκαν κατά την διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων από το 4% σε 2%, με ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για προσέλκυση χορηγιών και διαφήμισης και κατ' ακολουθία για την οικονομική κατάσταση της εναγομένης.

Μετά ταύτα και μη υπάρχουσας οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης, η εναγομένη προέβη στην άσκηση του δικαιώματός της για μείωση των θέσεων εργασίας, εξαιτίας οικονομικών λόγων, με στόχο την αναγκαία για την επιβίωσή της μείωση του κόστους της μισθολογικής δαπάνης, προχωρώντας με την έναρξη της νέας ραδιοφωνικής περιόδου στην ανάθεση του έργου της τεχνικής υποστήριξης του σταθμού σε ανεξάρτητες επιχειρήσεις με συμβάσεις έργου, μειώνοντας έτσι το σχετικό κόστος και καθιστώντας με τον τρόπο αυτό δυνατή τη συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησής της.

Κατά συνέπεια η ένδικη απόλυση οφείλεται σε καθαρά οικονομοτεχνικούς λόγους και επιβαλλόταν, λόγω των συγκεκριμένων σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγομένη και ως εκ τούτου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, αποτελούσε την έσχατη και μόνη λύση στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας του ενάγοντος είναι απολύτως άκυρη ως καταχρηστική, αφού δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος καταγγελίας, ότι δεν οφείλεται σε πράγματι υφιστάμενους οικονομοτεχνικούς λόγους και ότι η επιλογή του εργαζομένου (ενάγοντος) δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και κατά συνέπεια η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε και ότι η εναγομένη, η οποία δεν αποδέχεται την προσφερόμενη από τον ενάγοντα εργασία, περιήλθε σε υπερημερία και του οφείλει μισθούς υπερημερίας και ακολούθως δέχθηκε την υπό κρίση αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε τόσο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όσο και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος...".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή ως βάσιμης της από 4.6.2013 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την από 9.10.2012 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την εγκυρότητα της από 13.7.2012 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία (καταγγελία), κατά τις σχετικές παραδοχές, οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομοτεχνικούς λόγους.

Ειδικότερα: 1) η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος, αλλά δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, ότι, προκειμένου ν' αποφευχθεί η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του απασχολουμένου σε αυτήν προσωπικού με τη διακοπή της λειτουργίας του πιο πάνω ραδιοφωνικού σταθμού, συνεπεία των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που είχαν ανακύψει κατά τα έτη 2011 - 2012, και να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας, πρότεινε στους εργαζομένους στον ραδιοφωνικό σταθμό (περιλαμβανομένου και του αναιρεσείοντος) τη συνέχιση των συμβάσεων εργασίας αυτών με δυσμενέστερους όρους σε σχέση με τις αρχικές των συμβάσεις, πράγμα που ο αναιρεσείων δεν αποδέχθηκε, και ότι στη συνέχεια, μετά την άρνηση αυτή, η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της ως άνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος αποκλειστικά για οικονομοτεχνικούς λόγους, ως έσχατη και μόνη λύση στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση που αυτή αντιμετώπιζε.

Επομένως ο πρώτος και ο τέταρτος κατά το τελευταίο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, του οποίου τ' αναγκαία για τη θεμελίωσή του περιστατικά δεν διαλαμβάνονται κατά τον σχετικό αναιρετικό λόγο στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Για τον ίδιο ανωτέρω λόγο είναι αβάσιμη η περαιτέρω αιτίαση, που διαλαμβάνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, και αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος σε απεργιακές κινητοποιήσεις, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα εξ αιτίας της συμμετοχής του σε αυτές και μάλιστα για λόγους εκδίκησης, αλλά αντιθέτως δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε αποκλειστικά ("καθαρά") για οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι απλώς εντάθηκαν εξ αιτίας των απεργιακών κινητοποιήσεων.

Ούτε επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε να διαλάβει περαιτέρω παραδοχές σχετικά με το κριτήριο της ορθής επιλογής του αναιρεσείοντος ως απολυτέου μεταξύ άλλων εργαζομένων, αφού στην αγωγή δεν διαλαμβάνονται συγκεκριμένα προς τούτο στοιχεία, πλην της ανωτέρω γενικής αναφοράς στην σχετική υποχρέωση του εργοδότη.

Ανεξαρτήτως δε αυτού δεν υπήρξε έδαφος επιλογής του αναιρεσείοντος ως απολυτέου μεταξύ άλλων εργαζομένων της αυτής ειδικότητας, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη ανέθεσε το έργο της τεχνικής υποστήριξης του σταθμού σε ανεξάρτητες επιχειρήσεις με σύμβαση έργου. Τέλος δεν ελέγχεται δικαστικά η απόφαση του εργοδότη να καταργήσει συγκεκριμένες θέσεις εργασίας στην επιχείρησή του και να αναθέσει το σχετικό έργο σε τρίτους με συμβάσεις έργου ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και κατά συνέπεια η περί τούτου αιτίαση περί συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας από την παράλειψη της αναφοράς στην προσβαλλόμενη απόφαση της δαπάνης ανάθεσης του έργου σε τρίτο σε σχέση με τις δαπάνες μισθοδοσίας και το όφελος από την απόλυση του αναιρεσείοντος, όπως αυτή διαλαμβάνεται στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης (πρώτο και τέταρτο), είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, 2) η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε σε κανένα σημείο του σκεπτικού της ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους στον ραδιοφωνικό σταθμό που διατηρούσε και ειδικότερα στους εργαζομένους της αυτής ειδικότητας με τον αναιρεσείοντα, παρά μόνο ότι προτάθηκε η εκ περιτροπής εργασία στον αναιρεσείοντα (προφανώς από κοινού με τους λοιπούς τεχνικούς ήχου), την οποία αυτός απέρριψε.

Επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας των παραδοχών αυτής σχετικά με την τήρηση της προβλεπομένης από το Π.Δ/μα 240/2006 και το Ν. 1767/1988 διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων πριν την μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και συνακόλουθα περί συνδρομής περίπτωσης μονομερούς βλαπτικής μεταβολής κατά το άρθρο 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 από την επιβολή του συστήματος αυτού, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, [ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι, ενόψει των απειλουμένων απολύσεων, τηρήθηκε διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους στο σταθμό], 3) η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκληση στην αγωγή του λόγων που καθιστούσαν δικαιολογημένη την άρνηση αυτού ν' αποδεχθεί την πρόταση της αναιρεσίβλητης εταιρείας για την τροποποίηση των όρων της ατομικής του σύμβασης εργασίας με δυσμενέστερους, δεν καθιστά εκ του λόγου αυτού καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού, που έλαβε χώρα στη συνέχεια της άρνησης αυτής.

Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός αυτού δεν έχει αυτοτέλεια και συνακόλουθα δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθία ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 8 [και όχι από τους αριθμούς 1 και 14] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο ίδιος από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψης υπ' όψη αποδεικτικών μέσων είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι σε αυτόν δεν εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπ' όψη της η προσβαλλομένη απόφαση, 4) στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται με επάρκεια οι οικονομοτεχνικοί λόγοι (συσσώρευση ζημιών ύψους 1.800.000 και 1.020.000 ευρώ τα προηγούμενα έτη 2011 και 2012 από τη λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού, μείωση εσόδων κατά το έτος 2011 κατά 42,50% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, λειτουργικό κόστος υπερδιπλάσιο των εσόδων κατά το πρώτο δίμηνο του 2012, περαιτέρω μείωση της ακροαματικότητας του σταθμού κατά τη διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων στο 2% από 4% με συνακόλουθη μείωση των διαφημιστικών εσόδων και την περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του σταθμού), οι οποίοι από κοινού συνεκτιμώμενοι συνιστούν κατά την κοινή πείρα λόγους που δικαιολογούν τη διενέργεια απολύσεων μέρους του προσωπικού του ραδιοφωνικού σταθμού, περιλαμβανομένου του αναιρεσείοντος, μετά την απόρριψη της πρότασης τροποποίησης επί το δυσμενέστερο των όρων παροχής της εργασίας του, προκειμένου να διασωθεί η θέση εργασίας.

Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας ν' αναφερθεί στη προσβαλλομένη απόφαση το ποσό κατά το οποίο μειώθηκαν τα έσοδα του σταθμού κατά τη διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων, πέραν της κατά τα άνω αναφοράς του ποσοστού της μείωσης της ακροαματικότητας, ούτε το ποσό της μείωσης των αποδοχών του αναιρεσείοντος που προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη σε αυτόν.

Ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης της εναγομένης. Επομένως ο τέταρτος από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ' αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος, 5) στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται παραδοχή, ότι ενόψει του νέου ραδιοφωνικού έτους, πέραν των λοιπών μέτρων μείωσης του κόστους που έλαβε, η αναιρεσίβλητη τον Μάιο του 2012 προέβη σε ενημέρωση των συνδεομένων με συμβάσεις εργασίας μισθωτών της (δημοσιογράφων, τεχνικών και υπαλλήλων) αναφορικά με τη δυσμενή οικονομική της κατάσταση, [υπό την προφανή έννοια της ενημέρωσης του συνόλου του προσωπικού της], στους οποίους προέτεινε λύσεις για τη διάσωση των θέσεων εργασίας με τη μείωση του μισθολογικού κόστους.

Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά του αριθμού των εργαζομένων που αρνήθηκαν την πρόταση αυτής [στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται παραδοχή ότι τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης αποδέχθηκε η πλειοψηφία των απασχολουμένων σε αυτήν και συγκεκριμένα το σύνολο των δημοσιογράφων και των διοικητικών υπαλλήλων, καθώς και τρεις τεχνικοί] ή του αριθμού των εργαζομένων που μετείχαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις σε σχέση με το σύνολο αυτών.

Επομένως ο πέμπτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ' αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος, 6) με τον έκτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αξιολόγησε ορθά τις αναγραφόμενες εκεί ζημίες, οι οποίες δεν αφορούν το συγκεκριμένο έτος, αλλά μεταφέρονται από προηγούμενα έτη, ότι δεν προέβη σε αξιολόγηση των εσόδων - εξόδων του πρώτου εξαμήνου του έτους 2012 για να εκτιμηθεί κατά πόσο ήταν αναγκαία η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος, λόγω μείωσης των ζημιών και ότι ταύτισε το μισθολογικό κόστος της επιχείρησης με το λειτουργικό που αναφέρεται σε δαπάνες πάσης φύσεως που προκύπτουν από τη λειτουργία αυτής.

Ο λόγος αυτός, κατά τις δύο πρώτες αιτιάσεις του, πλήττει υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης περί συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων που καθιστούσαν αναγκαία τη μείωση του προσωπικού αυτής και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Ο ίδιος λόγος κατά το τελευταίο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δεν ταύτισε το λειτουργικό κόστος του ραδιοφωνικού σταθμού με το μισθολογικό, αλλά διέλαβε παραδοχή ότι το μεγαλύτερο μέρος του λειτουργικού κόστους της ως άνω επιχείρησης ήταν το μισθολογικό.

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η επιχειρηματική επιλογή του εργοδότη να μειώσει τις δαπάνες λειτουργίας της επιχείρησης του οσάκις αυτή αντιμετωπίζει πράγματι σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και με μείωση του προσωπικού αυτής (απολύσεις), δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά την παραπάνω αιτίαση είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και 7) ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος στην αγωγή του ότι αυτός ήταν ο πρώτος εκ των εργαζομένων στους οποίους ασκήθηκε πίεση να υπογράψει τροποποιητική σύμβαση για την εφαρμογή συστήματος εκ περιτροπής εργασία, προκειμένου ως υπεύθυνος τμήματος να δώσει το παράδειγμα στους άλλους ηχολήπτες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν έχει αυτοτέλεια και συνακόλουθα δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο σχετικός αναιρετικός λόγος.

Η περαιτέρω αιτίαση ότι εξ αιτίας της άρνησης του να δεχθεί σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού από λόγους εκδίκησης και για λόγους εκφοβισμού πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε αντιθέτως ότι η απόλυση του ενάγοντος οφειλόταν αποκλειστικά σε οικονομοτεχνικούς λόγους και όχι σε λόγους εκδίκησης ή εκφοβισμού.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.7.2017 και με αριθ. κατάθ. 5909/545/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 824/21.2.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 9 Απριλίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 3 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ