Legislator Case Law & Legislation
485/2017 AI generated

485/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 485/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

485/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-2-2008 και 27-2-2008 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και 269/2010 του Εφετείου Κερκύρας.

Keywords

AI generated
registration of claims initial application for access lack of prosecutorial standing public access to proceedings statement of claim standing against building permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 485 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 485/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Χ., συζύγου Α. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.

Α) Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ο. Μ. του Α., 5) Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6) Μ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 7) Β. Μ. του Α., κατοίκου ... και 8) ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος, και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, η 4η απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 1-10-2015 κλήση και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πλην της 8ης , και από την αναιρεσείουσα, οι 5η, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια και η 8η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

B) Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Β) Των αναιρεσιβλήτων: Α.1) Α. Μ. του Χ. συζύγου Α. Χ., κατοίκου ... και 2) Χ. Μ. του Χ. κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ο 2ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και Β.1) Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στο ..., 4) Ο. Μ. του Α., 5) Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 6) Μ. Ν. του Α., κατοίκου ... και 7) Β. Μ. του Α., κατοίκου .... Οι Β.1ος, 2ος, 3ος, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, η 4η απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 1-10-2015 κλήση και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και οι 5η, 6η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια.

Γ) Των αναιρεσειόντων: 1). Α. Μ. του Α., κατοίκου ... ..., 2) Ο. Μ. του Α., 3) Μ. Ν. του Α., κατοίκου ... ...ς και 4) Β. Μ. του Α., κατοίκου ... .... Οι 1η, 3η, και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια, ενώ η 2η απεβίωσε, όπως προκύπτει από την από 1-10-2015 κλήση και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσείοντες και από όλους τους αναιρεσιβλήτους, πλην της 1ης.

Γ) Των αναιρεσιβλήτων : Α). Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Β). των κληρονόμων Α. Μ. ήτοι: 1) Δ. Μ., 2) Κ. Μ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 3). των κληρονόμων του Χ. Α. Μ. ήτοι: α) Σ. Μ., κατοίκου ..., β) Α. Χ., κατοίκου ... και γ) Χ. Μ., κατοίκου ... και προσωρινώς διαμένοντος στο ..., από τους οποίους η β. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η Α. Μ., υπό την ιδιότητά της ως κληρονόμου της Ο. Μ., παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ενώ οι α. και γ. δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-2-2008 και 27-2-2008 ανακοπές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και 269/2010 του Εφετείου Κερκύρας.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 5-11-2012, 11-3-2011 και 21-3-2012 τρεις αιτήσεις αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η 325/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που συνεκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις για αναίρεση της 269/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση τούτων ως προς όλους τους διαδίκους. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." με τις από 30-6-2015 και 1-10-2015 κλήσεις της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε τις από: α) 26-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-11-2012 α’ κρινόμενης αίτησης. β) την από 11-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της από 11-3-2011 β’ αίτησης αναίρεσης και γ) την από 12-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 21-3-2012 γ’ αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των παρασταθέντων αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις χωρίς ημερομηνία κλήσεις της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης με την επωνυμία "... Α.Ε.", που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 30 Ιουνίου 2015 και την 1 Οκτωβρίου 2015, αντίστοιχα, φέρονται νόμιμα προς περαιτέρω συζήτηση: α) η από 11-3-2011 αίτηση αναιρέσεως της καλούσας ανώνυμης εταιρείας, β) η από 21-3-2012 αίτηση αναιρέσεως των Α.

Μ., Ο. Μ., Μ. Ν. και Β. Μ. και γ) η από 5-11-2012 αίτηση αναιρέσεως της Α. συζ. Α. Χ., το γένος Χ. Μ., κατά της 269/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, οι οποίες συζητήθηκαν στις 14-10-2013 και εκδόθηκε επ’ αυτών η 325/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που διέταξε τη συνεκδίκαση των τριών αιτήσεων, αλλά κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτών στο σύνολό τους λόγω μη νομότυπης κλητεύσεως ορισμένων διαδίκων, ενόψει του ότι υφίσταται ταυτότητα αντικειμένου της δίκης και κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως.

Η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση μετά το θάνατο της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Ο. Μ., που συνέβη στις 24-10-2013, και η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από όλους διαδίκους, πλην της καλούσας ανώνυμης εταιρείας, όπως τούτο προκύπτει από την ...2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ..., το .../2015 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και το .../31-7-2015 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ...ς, οι οποίοι και συνεχίζουν τη δίκη τόσο ατομικά όσο και ως καθολικοί διάδοχοι της θανούσας, πλην της Α.

Χ. το γένος Χ. Μ., η οποία με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναιρέσεως που είχε ασκήσει η θανούσα, δήλωση ωστόσο η οποία είναι ανίσχυρη, εφόσον και οι λοιποί αναιρεσείοντες της από 21-3-2012 αιτήσεως δεν συνέπραξαν στην παραίτηση ως αναγκαίοι ομόδικοι αυτής.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκαν οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος των καθών η κλήση και η επισπεύδουσα τη συζήτηση προσκόμισε και επικαλέσθηκε τις ακόλουθες εκθέσεις επιδόσεως μετά των συνημμένων διαδικαστικών εγγράφων, από τις οποίες προκύπτει το νομότυπο και εμπρόθεσμο της κλητεύσεώς τους για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Ειδικότερα, για το δεύτερο των καθών Χ. Μ., ο οποίος διαμένει στο ... της Γερμανίας, η καλούσα προσκομίζει τις ...8-10-2015 και ...8-4-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Φ. Α. Σ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. ... 2015....15-10-2015 και ... ...8-4-2016 βεβαιώσεις της Εισαγγελίας του Αμβούργου, από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκαν στον ίδιο στις 10-11-2015 και 3-5-2016, αντίστοιχα, οι κλήσεις για τη συζήτηση των τριών αναιρέσεων και η βεβαίωση αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Περαιτέρω, για τον τρίτο των καθών Σ. Μ., κάτοικο ..., η καλούσα προσκομίζει την .../8-10-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Θ. Α. Α. και την ...-5-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κερκύρας Ε. Κ. Μ., από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκαν στον ίδιο οι κλήσεις για τη συζήτηση των τριών αναιρέσεων και η βεβαίωση αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Περαιτέρω, για τον τέταρτο των καθών Κ. Μ., κάτοικο ... Γερμανίας, η καλούσα προσκομίζει τις ...-10-2015 και ...8-4-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Φ. Α. Σ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. ... .../15-10-2015 και ... .../8-4-2016 βεβαιώσεις της Εισαγγελίας του Aμβούργου, από τις οποίες προκύπτει ότι εναποτέθηκαν στο ταχυδρομικό κουτί της κατοικίας του στις 2-11-2015 και 29-4-2016, αντίστοιχα, οι κλήσεις για τη συζήτηση των τριών αναιρέσεων και η βεβαίωση αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Τέλος, για τον πέμπτο των καθών Δ. Μ., κάτοικο ... Γερμανίας, η καλούσα προσκομίζει τις ...-10-2015 και ...8-4-2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Φ. Α. Σ. προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. ... 2015....15-10-2015 και ... .../8-4-2016 βεβαιώσεις της Εισαγγελίας του Aμβούργου, από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκαν στη σύνοικο τούτου Ε.

Μ. στις 6-11-2015 οι κλήσεις για τη συζήτηση των τριών αναιρέσεων και στις 9-5-2016 εναποτέθηκε στο ταχυδρομικό κουτί της κατοικίας του η βεβαίωση αναβολής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού οι ως άνω καθών δεν εμφανίσθηκαν στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικάσιμο (17-10-2016) κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήσαν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

γ’ ΚΠολΔ.

Οι αναιρεσείοντες της από 21-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου αλλά και με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς τους κατά το πρώτο μέρος του ισχυρίζονται ότι, εφόσον η από 11-3-2011 αίτηση αναιρέσεως αλλά και η από 3-4-2009 έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." δεν απευθύνονται εναντίον όλων των διαδίκων, αλλά απλώς κοινοποιούνται στους λοιπούς διαδίκους, που υπήρξαν αναγκαίοι ομόδικοι αυτής στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, θα έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτες, ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση αφορά αγωγή διανομής ακινήτων που διατάχθηκε με εκούσιο πλειστηριασμό, και ότι το Εφετείο, μη απορρίπτοντας την ως άνω έφεση ως απαράδεκτη, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος που αφορά την αίτηση αναιρέσεως της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ως λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον η ένδικη υπόθεση δεν αφορά αγωγή διανομής αλλά ανακοπές με αίτημα την ακύρωση πράξεων εκούσιου πλειστηριασμού, στον οποίο η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία αναδείχθηκε υπερθεματίστρια σε δύο από τα τέσσερα πλειστηριαζόμενα ακίνητα, ενώ περαιτέρω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν και τα ακόλουθα:

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." ήταν καθής στην ανακοπή που άσκησαν η Α. Χ. και Χ. Μ. κατ’ αυτής και των λοιπών διαδίκων με αίτημα την ακύρωση του εκούσιου πλειστηριασμού στο σύνολό του, και κατά συνέπεια όλοι οι καθών συνδέονταν μεταξύ τους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας. Συνακόλουθα τούτων τόσο η έφεση όσο και η αναίρεση που άσκησε η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία παραδεκτά απευθύνθηκε μόνο κατ’ αυτών που είχαν ασκήσει σε βάρος της την ανακοπή, και απλώς κοινοποιήθηκε στους λοιπούς αναγκαίους ομοδίκους της, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, εφόσον η δεύτερη ανακοπή, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες της από 21-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, απορρίφθηκε στο σύνολό της με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, η ως άνω ανώνυμη εταιρεία, ως καθής και στη δεύτερη ανακοπή, δεν είχε έννομο συμφέρον να απευθύνει την αναίρεσή της και κατ’ αυτών.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι των τριών συνεκδικαζόμενων αιτήσεων αναιρέσεως.

Ι. Ως προς την αίτηση αναιρέσεως της Α. Χ. Κατά το άρθρο 1021 ΚΠολΔ, όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός, εφαρμόζεται αναλόγως, μεταξύ άλλων, και η διάταξη του άρθρου 999 του ίδιου Κώδικα. Στην παρ. 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔ ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου περί καταρτίσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που περιέχει την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού κλπ, καθώς και στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου περί επιδόσεως της ως άνω περιλήψεως στον οφειλέτη μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως κλπ.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 159, 160, 161 και 933 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επιδόσεως της ως άνω περιλήψεως στον οφειλέτη κλπ επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, ενώ η απλώς άκυρη επίδοση της ως άνω περιλήψεως παράγει τις συνέπειές της, ως να ήταν έγκυρη, μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ύστερα από προσβολή της με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, οπότε, δεδομένου ότι η επίδοση αυτή θεωρείται ότι δεν έγινε, μπορεί να προσβληθεί για τον αντίστοιχο λόγο και ο πλειστηριασμός.

Περαιτέρω, στο άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται, πλην άλλων, ότι αν ο παραλήπτης επιδοτέου εγγράφου δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς που συνοικούν μαζί του. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με εκείνες των άρθρων 159, 160 και 161 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η παραβίασή της, που μπορεί να συντρέξει και όταν εκείνος στον οποίο παραδόθηκε το έγγραφο δεν συνοικούσε με τον παραλήπτη, επάγεται όχι την ανυπαρξία της επιδόσεως αλλά την ακυρότητα αυτής και μάλιστα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η εν λόγω ακυρότητα προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 102/2000, 916/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ως μη νόμιμο το λόγο της ανακοπής της αναιρεσείουσας και του αδελφού της Χ. Μ. για ακυρότητα του εκούσιου πλειστηριασμού των τεσσάρων επίκοινων ακινήτων των διαδίκων, που είχε διαταχθεί με την 8/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και διενεργήθηκε στις 7-11-2007, λόγω μη επικλήσεως εκ μέρους τους ότι υπέστησαν βλάβη από την επίδοση της αντίστοιχης περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως όχι στην κατοικία αυτών στη Θεσσαλονίκη και στο ...

της Γερμανίας, αντίστοιχα, αλλά στην ..., στον αδελφό τους Σ. Μ., ως σύνοικο τούτων, ο οποίος, όμως, δεν συνοικούσε μαζί τους, και κατόπιν αυτού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως ως προς το κύρος των σχετικών επιδόσεων και είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό τον πλειστηριασμό των επίκοινων ακινήτων, διακράτησε την υπόθεση και ερεύνησε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής τους.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακύρου του ως άνω πλειστηριασμού, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επιδόσεως της περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως στον οφειλέτη επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, ενώ η απλώς άκυρη επίδοση της ως άνω περιλήψεως παράγει τις συνέπειές της, ως να ήταν έγκυρη, μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ύστερα από προσβολή της με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, και μάλιστα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η εν λόγω ακυρότητα προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί πλαστότητας της …2007 εκθέσεως επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Α. Τ., γεγονός που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς η πλαστότητα της εκθέσεως συνεπαγόταν το ανυπόστατο της επιδόσεως και συνακόλουθα την ακύρωση του πλειστηριασμού για το σύνολο των ακινήτων λόγω μη τηρήσεως της αναγκαίας προδικασίας, αλλά θεώρησε ότι με το λόγο αυτό της ανακοπής της αμφισβητούσε μόνο τη συνοίκηση αυτής με τον αδελφό της Σ.

Μ., στον οποίο έγινε η επίδοση, επικαλείται δε περαιτέρω ότι τον λόγο αυτό της ανακοπής της επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου αντικρούοντας την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων (ανακοπής και προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο), ο ισχυρισμός περί πλαστότητας της εκθέσεως επιδόσεως σ’ αυτήν της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως συνιστούσε μεν λόγο της από 25-2-2008 ανακοπής ακυρώσεως του πλειστηριασμού, πλην όμως, αν και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος με την 104/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δεν επαναφέρθηκε εκ μέρους της με λόγο εφέσεως, έστω και επικουρικού, κατά της εφέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ενόψει του ότι με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο πλειστηριασμός των επίκοινων ακινήτων είχε ακυρωθεί με βάση άλλο λόγο της ίδιας ανακοπής, και ειδικότερα επειδή εκτιμήθηκε ότι σε κάθε περίπτωση αμφισβητούσε αυτή την ιδιότητα του Σ. Μ. ως συνοίκου της και ότι το περιστατικό αυτό, που είχε βεβαιώσει η δικαστική επιμελήτρια στην έκθεση επιδόσεως, ήταν δεκτικό ανταποδείξεως.

Κατόπιν τούτου, εφόσον ο λόγος της ανακοπής περί πλαστότητας δεν επαναφέρθηκε νομίμως ενώπιον του Εφετείου, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

ΙΙ. Ως προς την αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας "... Α.Ε." Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου πλειστηριασμού, απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή, με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα που αφορά ακίνητα κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατ’ άρθρ. 24 παρ. 1 του ίδιου νόμου και ο νομός Θεσπρωτίας.

Όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού η απαγόρευση αποσκοπεί στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων και ειδικότερα στην προστασία παραμεθορίων περιοχών από την εγκατάσταση σ’ αυτές ανεπιθύμητων προσώπων για λόγους εθνικής ασφαλείας. Η απαγόρευση μπορεί να αρθεί, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ίδιου νόμου, με τη διαγραφομένη σ’ αυτό διαδικασία, εφόσον το ζητήσουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα ελληνικής ιθαγενείας και ομογενείς, με απόφαση της επιτροπής που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού, χωρίς δηλαδή να έχει αρθεί η απαγόρευση, είναι απολύτως άκυρες, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 30 εδ. α’ του ίδιου νόμου. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιχειρήθηκε η εναρμόνιση της προγενέστερης ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο μόνο του ΠΔ της 22/24-6-1927, άρθρα 1-5 α.ν. 1366/1938) προς το Κοινοτικό Δίκαιο (Ολ.

ΔΕΚ της 30-5-1989, υπόθεση 305/1987), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 199, 513-515, 533, 1033, 1192, 1198 Α.Κ., 1021, 1055 παρ. 1 και 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τις οποίες προκύπτει ότι τόσο ο εκούσιος όσο και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, που ενεργείται με το κύρος της αρχής και τελειώνει με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή, ο οποίος αποκτά το δικαίωμα επί του πλειστηριαζομένου πράγματος και μάλιστα την κυριότητα με παράγωγο τρόπο, συνάγεται ότι στις απαγορευμένες δικαιοπραξίες του άρθρου 25 παρ. 1 ν. 1892/1990 περιλαμβάνεται και η κτήση ακινήτων με αναγκαστικό ή εκούσιο πλειστηριασμό, για την έγκυρη δηλαδή κτήση κυριότητας με τον τρόπο αυτό απαιτείται η ως άνω άδεια, αφού και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος της προστασίας της εθνικής ασφάλειας.

Όμως ο πλειστηριασμός ακινήτου, ως ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, διαφέρει από την αντίστοιχη συμβολαιογραφική σύμβαση που συνάπτεται με ελεύθερη βούληση, διότι κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 965 παρ. 3 και 5, 1004 παρ. 1 και 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού πρέπει να επακολουθήσει η εκ μέρους εκείνου που αναδείχθηκε υπερθεματιστής καταβολή του πλειστηριάσματος, γεγονός που αποτελεί αίρεση δικαίου για την ολοκλήρωση και την οριστικοποίηση της κατακυρώσεως, ακολούθως δε η έκδοση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, η οποία περίληψη, κατά τα άρθρα 1005 ΚΠολΔ και 1033 Α.Κ., είναι ιδιαίτερη πράξη αυτοτελής έναντι της εκθέσεως πλειστηριασμού, την οποία ολοκληρώνει ως προς την ανάπτυξη εμπράγματης ενέργειας και αποτελεί το νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου, από της μεταγραφής, μετατίθεται η κυριότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή.

Επέχει δηλαδή η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου μεταβιβαστικού της κυριότητας, αν και συντάσσεται κατά τις διατάξεις περί δικαστικών εκθέσεων (άρθρο 107 ΚΠολΔ - Ολ. ΑΠ 2/1993). Με τα δεδομένα αυτά, και παρότι με τον ανωτέρω ν. 1892/1990 δεν επαναλαμβάνεται η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 1 του καταργηθέντος α.ν. 1366/1938, κατά την οποία η κατακύρωση επί ακινήτων παραμεθορίων περιοχών τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εκδόσεως σχετικής εγκριτικής αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στην αληθή βούληση του νομοθέτη του ν. 1892 η ερμηνευτική εκδοχή ότι απώτερο στάδιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, μέχρι το οποίο είναι επιτρεπτή η έκδοση και η προσαγωγή στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο της εγκριτικής αδείας της επιτροπής του άρθρου 26, χωρίς να παραβλάπτεται το κύρος του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, είναι η έκδοση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως με την οποία ολοκληρώνεται η ανάπτυξη των έννομων συνεπειών του.

Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή, μη αντιτιθεμένη σε ρητή διάταξη του ν. 1892/1990, εναρμονίζεται πλήρως προς το σκοπό αυτού, δηλαδή την προστασία των παραμεθορίων περιοχών για λόγους εθνικής ασφαλείας, επιπλέον δε επιβάλλεται και τελολογικώς πλην άλλων λόγων και για την αποτροπή όχι μόνο της άσκοπης επιβαρύνσεως της αρμόδιας επιτροπής με πληθώρα αιτήσεων πριν από κάθε πλειστηριασμό, αλλά και του κινδύνου αποθαρρύνσεως μερίδας των υποψηφίων πλειοδοτών διά της παρεμβολής πρόσθετων προσκομμάτων (ΑΠ 1471/2004, 467/2004).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 25 και 26 ν. 1892/1990, και συγκεκριμένα ευθέως μεν γιατί εξομοίωσε το ανακριβές ως προς την τοποθεσία των ακινήτων περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 26 του νόμου αυτού, που είχε εκδοθεί πριν την έκδοση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, με την παντελή έλλειψη της σχετικής αποφάσεως, και μάλιστα παρά το ότι η ανακρίβεια αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητά της, εκ πλαγίου δε γιατί παρέλειψε να διευκρινίσει, αν η αρχική περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, στην οποία κατά τις παραδοχές της είχε προσαρτηθεί η ανακριβής ως προς την τοποθεσία των ακινήτων απόφαση της Επιτροπής, είχε τελικά μεταγραφεί, ώστε να επέλθουν οι έννομες συνέπειές της και να ολοκληρωθεί η κτήση της κυριότητας από τον υπερθεματιστή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με την 8/2004 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας διατάχθηκε η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των εξής ακινήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ...

και 4) ..., τα οποία βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ..., επειδή κρίθηκε ότι ήταν ανέφικτη η εκούσια διανομή τους. Σε εκτέλεση της παραπάνω δικαστικής αποφάσεως ... ορίσθηκε χρόνος διενέργειας του εκούσιου πλειστηριασμού ... η 7-11-2007 ... Τα δύο πρώτα ως άνω ακίνητα, ήτοι 1) το … οικόπεδο του Ο.Τ.

…, επιφάνειας 698,41 τ.μ. ... και 2) το … οικόπεδο του Ο.Τ. …, επιφάνειας 967,94 τ.μ. κατακυρώθηκαν στο όνομα της τελευταίας υπερθεματίστριας ... με την επωνυμία "... Α.Ε.". Μετά την εκπλήρωση όλων των οικονομικών προϋποθέσεων που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του νόμου περί διενέργειας του πλειστηριασμού, η υπάλληλος του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφος ..., ..., συνέταξε στις 30 Νοεμβρίου 2007 την υπ’ αριθμ. ...

κατακυρωτική έκθεση εκούσιου πλειστηριασμού ακινήτων, στην οποία αναφέρει ότι προσαρτάται σ’ αυτήν αντίγραφο της με αριθμό πρακτικού 26/2007 αποφάσεως της Επιτροπής του ν. 1892/1990. Η εν λόγω άδεια της Επιτροπής του ν. 1892/1990 δεν αναφέρεται στα ως άνω ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή του Δ.Δ. ..., αλλά του Δ.Δ. ..., με αποτέλεσμα ο εν λόγω πλειστηριασμός καθό μέρος αφορά τα ως άνω δύο ακίνητα να είναι άκυρος, εφόσον μέχρι της συντάξεως (ενν.

της περιλήψεως) της κατακυρωτικής εκθέσεως του εκούσιου πλειστηριασμού των ακινήτων αυτών δεν προσκομίσθηκε η σχετική άδεια της Επιτροπής του ν. 1892/1990. Μετέπειτα εκδίδεται το υπ’ αριθμ. 29/24-12-2007 πρακτικό της αποφάσεως της Επιτροπής του ν. 1892/1990 που αφορά τα ως άνω δύο ακίνητα και η ίδια υπάλληλος επί του πλειστηριασμού συντάσσει νέα κατακυρωτική έκθεση εκούσιου πλειστηριασμού με αριθμ. .../28-12-2007, όπου αναφέρει ότι σ’ αυτή προσαρτάται αντίγραφο του ως άνω πρακτικού 29/24-12-2007 της Επιτροπής του ν. 1892/1990.

Η δευτέρα αυτή κατακυρωτική έκθεση δεν είναι νόμιμη, ενόψει του ότι ναι μεν η υπάλληλος του πλειστηριασμού θα μπορούσε να προβεί στη διόρθωση της πρώτης κατακυρωτικής εκθέσεως εντός των ορίων που προδιαγράφουν οι διατάξεις των άρθρων 315 επ. ΚΠολΔ, όχι όμως στην πρόσθεση νέου στοιχείου, όπως ήταν το υπ’ αριθμ. 29/24-12-2007 πρακτικό της αποφάσεως της Επιτροπής του ν. 1892/1990. ...

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά τον πλειστηριασμό των ακινήτων 1) του … οικοπέδου του Ο.Τ. …, επιφάνειας 698,41 τ.μ. ... και 2) του … οικοπέδου του Ο.Τ. …, επιφάνειας 967,94 τ.μ., είναι ουσιαστικά βάσιμος, εφόσον όντως τα ακίνητα αυτά εκπλειστηριάσθηκαν, χωρίς να προσκομισθεί μέχρι της συντάξεως της περίληψης της κατακυρωτικής εκθέσεως πρακτικό της Επιτροπής του ν. 1892/1990 ότι επιτρέπεται η πώληση τούτων, και πρέπει να ακυρωθεί ο διενεργηθείς ως άνω πλειστηριασμός ως προς αυτά".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ανακοπή των Α. Χ. και Χ. Μ. ως προς το δεύτερο λόγο και ακύρωσε τον πλειστηριασμό των δύο ως άνω ακινήτων που είχαν κατακυρωθεί στην αναιρεσείουσα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 25 και 26 ν. 1892/1990, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή, ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ειδικότερα εξομοίωσε την απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής, η οποία είχε εκδοθεί πριν τη σύνταξη της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, -αλλά ήταν ανακριβής ως προς την τοποθεσία των ακινήτων που εκπλειστηριάσθηκαν-, με την παντελή έλλειψη της άδειας αυτής, καθώς δέχεται ότι η εν λόγω άδεια της Επιτροπής δεν αναφέρεται στα ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή του Δ.Δ. ..., αλλά του Δ.Δ. ....

Η εκδοχή όμως αυτή του Εφετείου, -όταν μάλιστα η ανακρίβεια του πρακτικού της Επιτροπής ως προς την τοποθεσία των δύο ακινήτων δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας-, θα ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στην έννομη συνέπεια της ακυρότητας του πλειστηριασμού, μόνο αν συνέτρεχαν και οι εξής προϋποθέσεις, που δεν παρατίθενται ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση:

α) αν το Δ.Δ. ... βρισκόταν σε άλλη διοικητική περιφέρεια από εκείνη στην οποία εδρεύει η Επιτροπή που εξέδωσε τη σχετική άδεια, οπότε θα ετίθετο θέμα διοικητικής πράξεως που εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, β) αν από την εσφαλμένη αναγραφή της τοποθεσίας των δύο ακινήτων δημιουργείτο αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών, οπότε δεν θα μπορούσε να επακολουθήσει η μεταγραφή της οικείας πράξεως, γ) αν από την εσφαλμένη αναγραφή της τοποθεσίας επήλθε βλάβη στους ανακόπτοντες, που δεν μπορούσε να θεραπευθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας και δ) αν λόγω της εσφαλμένης αναγραφής της τοποθεσίας η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως καταχωρίσθηκε σε κατά τόπο αναρμόδιο υποθηκοφυλακείο.

Έτσι όμως το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του ν. 1892/1990 εκ πλαγίου, με συνέπεια να κηρύξει παρά το νόμο ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού λόγω της ανακρίβειας ως προς την τοποθεσία των δύο ακινήτων στο πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 25 ν. 1892/1990. Κατόπιν τούτου και ενόψει του ότι υπήρχε πριν την έκδοση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως η σχετική άδεια της Επιτροπής του άρθρου 26 ν. 1892/1990, έστω και με ανακριβή τοποθεσία των ακινήτων που εκπλειστηριάσθηκαν, δεν έπασχε το κύρος του πλειστηριασμού ως προς τα συγκεκριμένα ακίνητα και χωρίς λόγο η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε στη συνέχεια και νέα περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, στην οποία προσάρτησε το νέο πρακτικό της ίδιας Επιτροπής με διορθωμένη την τοποθεσία αυτών.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο, κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 19 (όχι και 1) ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

ΙΙΙ. Ως προς την αίτηση αναιρέσεως της Α. Μ. κλπ Με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε εσφαλμένα να εξετάσει όχι μόνο τους λόγους της δικής τους ανακοπής κατά της υπ’ αριθμ. .../2007 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως και κατά της υπ’ αριθμ. .../2007 διορθωτικής περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, αλλά κυρίως παρέλειψε να εξετάσει τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή τούτων κατά των υπ’ αριθμ. .../2008 εκθέσεων αποβολής αυτών και εγκαταστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης ως υπερθεματίστριας στα δύο ακίνητα που πλειστηριάσθηκαν και κατακυρώθηκαν υπέρ αυτής, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ενώ περαιτέρω, απορρίπτοντας εσφαλμένα για έλλειψη εννόμου συμφέροντος τη δική τους ανακοπή λόγω αποδοχής της άλλης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, και τέλος ότι εξαιτίας του σφάλματος και των δύο δικαστηρίων (Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και Εφετείου Κέρκυρας) να μη εξετάσουν τη δική τους ανακοπή, αν και επικαλούνταν διαφορετικούς λόγους ακυρώσεως από την πρώτη ανακοπή, εξακολουθούν αυτές να υφίστανται τις δυσμενείς συνέπειες της αποβολής τους από τη διακατοχή των δύο ακινήτων, παρά το ότι ακυρώθηκαν οι πράξεις στις οποίες στηριζόταν η αποβολή τους αυτή.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε ακυρώσει τον πλειστηριασμό των επίκοινων ακινήτων των διαδίκων για λόγο που αναγόταν στην προδικασία του πλειστηριασμού, συνεκδίκασε την ανακοπή των πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων (πρώτης και δευτέρου των καθών η κλήση) και την ανακοπή των αναιρεσειουσών κατά του πλειστηριασμού και των περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων (αρχικής και διορθωτικής), δέχθηκε την πρώτη των ανακοπών τούτων και ακύρωσε τον πλειστηριασμό των δύο ακινήτων που είχαν κατακυρωθεί υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αποδεχόμενη σχετικό λόγο, που αφορούσε στη μη τήρηση των διατυπώσεων για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές, ελάττωμα που είχε προβληθεί κατά ένα μέρος με διαφορετικό αιτιολογικό και στις δύο ανακοπές, και απέρριψε τέλος την ανακοπή των αναιρεσειουσών για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού ως προς τα ακίνητα που είχαν κατακυρωθεί υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, παρείλκε η εξέταση των λόγων της δεύτερης ανακοπής που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείουσες λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, ήταν ορθή και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ίδιες για αίτησή τους που έμεινε αδίκαστη, για μη κήρυξη απαραδέκτου και μη λήψη υπόψη ισχυρισμού που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμα.

Ειδικότερα, με την αποδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής των πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων, που είχε ως συνέπεια την ακύρωση του πλειστηριασμού ως προς την κατακύρωση των δύο ακινήτων υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ως υπερθεματίστριας, απώλεσαν την οποιαδήποτε ισχύ τους τόσο η σχετική κατακυρωτική έκθεση όσο και οι αντίστοιχες περιλήψεις της κατακυρωτικής εκθέσεως, αρχική και διορθωτική, που είχε συντάξει η υπάλληλος του πλειστηριασμού.

Δηλαδή, το αίτημα που είχε υποβληθεί και με την ανακοπή των αναιρεσειουσών για ακύρωση της .../2007 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως και της .../2007 επανάληψης περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου ... Αθηνάς Ζύγου - Τσιάτση, ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού, με την αποδοχή της ανακοπής των πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων ικανοποιήθηκε πλήρως και κατά συνέπεια παρασχέθηκε σ’ αυτές η έννομη προστασία που είχαν ζητήσει με την ανακοπή τους, και συνακόλουθα δικαιολογημένα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι μετά την αποδοχή της πρώτης ανακοπής για ακύρωση του πλειστηριασμού ως προς τα δύο ακίνητα που κατακυρώθηκαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, η ανακοπή των αναιρεσειουσών ήταν απορριπτέα πλέον λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την ανακοπή τους και όσα υποστηρίζουν αυτές με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, η αιτίαση ότι στο αυτό δικόγραφο είχαν σωρεύσει και άλλη ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση των σχετικών εκθέσεων αποβολής τους από τα εν λόγω ακίνητα, και συγκεκριμένα των .../11-2-2008 εκθέσεων αποβολής τούτων και εγκαταστάσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Θεσπρωτίας Α.

Β. Ν., είναι αβάσιμη. Ειδικότερα, πέραν του ότι δεν υπήρχε σαφές αίτημα για ακύρωση των πιο πάνω πράξεων εκτελέσεως, οι οποίες διηγηματικά αναφέρονταν στο δικόγραφο της ανακοπής, ωστόσο, έστω και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι στο ιστορικό αυτής, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, περιέχεται αίτημα για την ακύρωση και των πράξεων τούτων, πέραν των περιλήψεων της κατακυρωτικής εκθέσεως, και πάλι το σχετικό αίτημα είναι αβάσιμο για τον ακόλουθο λόγο:

Η άσκηση αυτοτελούς ανακοπής κατά πράξεων εκτελέσεως οποιουδήποτε νομιμοποιείται στην άσκησή της, μπορεί να αποκρουσθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον έχει υποβληθεί ανακοπή προς ακύρωση προγενέστερης της προσβαλλομένης πράξεως εκτελέσεως για τους ίδιους λόγους, με επακόλουθο το απαράδεκτο της δεύτερης ανακοπής λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

Κατ’ εφαρμογή τούτων, εφόσον το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε γενικά ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον για την εξέταση της ανακοπής των αναιρεσειουσών, από τη στιγμή που για τους ίδιους ακριβώς λόγους είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων για προγενέστερη πράξη εκτελέσεως, δηλαδή για τη μη τήρηση των διατυπώσεων μεταβιβάσεως ακινήτων σε παραμεθόριες περιοχές, και κατόπιν αυτού απέρριψε την ανακοπή των αναιρεσειουσών για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ορθά απορρίφθηκε, έστω και σιωπηρά, ως απαράδεκτη η ανακοπή τούτων και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των μεταγενέστερων πράξεων, δηλαδή των εκθέσεων αποβολής από τα κατακυρωθέντα με τον πλειστηριασμό ακίνητα στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Κατά συνέπεια ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι, μολονότι η πρώτη αναιρεσίβλητη ηττήθηκε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, εξακολουθεί ωστόσο να παραμένει αυτή στην κατοχή των δύο ακινήτων, σε εκτέλεση των προσβαλλόμενων με την ανακοπή εκθέσεων αποβολής τους, αφού ρητά απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημά τους για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Κατά συνέπεια και ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να απορριφθούν οι υπό στοιχ. Ι και

ΙΙΙ αιτήσεις αναιρέσεως και να γίνει δεκτή η υπό στοιχ.

ΙΙ αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα του δευτέρου λόγου της ίδιας αιτήσεως. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων των υπό στοιχ. Ι και

ΙΙΙ αιτήσεων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της μεταξύ τους συγγενικής σχέσεως (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), πλην της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ως προς την οποία οι αναιρεσείοντες των υπό στοιχ. Ι και

ΙΙΙ αιτήσεων και οι αναιρεσίβλητοι της υπό στοιχ.

ΙΙ αιτήσεως πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταβάλει η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Ι αιτήσεως, στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει α) την από 5 Νοεμβρίου 2012 αίτηση αναιρέσεως της Α. Χ. και β) την από 21 Μαρτίου 2012 αίτηση αναιρέσεως των Α. Μ., Ο. Μ., Μ. Ν. και Β. Μ. για αναίρεση της 269/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.

Αναιρεί εν μέρει για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό την 269/2010 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων των υπό στοιχ. Ι και

ΙΙΙ αιτήσεων, πλην της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες των υπό στοιχ. Ι και

ΙΙΙ αιτήσεων στα δικαστικά έξοδα της ως άνω αναιρεσίβλητης και τους αναιρεσίβλητους της υπό στοιχ.

ΙΙ αιτήσεως στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσόν των οποίων ορίζει στις οκτώ χιλιάδες τετρακόσια (8.400) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ