485/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 485 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated485/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 485 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 485 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 3) Σ. Λ. του Μ., κατοίκου ..., 4) Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 5) Λ. - Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 8) Δ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 9) Κ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., 10) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., 11) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 12) Θ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 13) Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 14) Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 15) Ε. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 16) Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 17) Κ. - Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., 18) Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 19) Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 20) Ι. Α. του Φ., κατοίκου ..., 21) Ι. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 22) Χ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 23) Β. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 24) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 25) Φ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 26) Α. Ο. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Περιβολαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων εννέα, ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 3140/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Α.Π. 181/2015). Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως το β εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε νόμιμα κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση όμως απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί ως προς τους νομίμως παρισταμένους ή κλητευθέντες διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της συζήτησης και της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επίσπευσης ή της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παράστασής του κατ’ αυτήν (Α.Π. 314/2010). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 29-7-2014 αίτηση για αναίρεση της 3140/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μετά από αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 20-1-2015 για τη δικάσιμο της 21-4-2015 και μετά από νέα αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (1-12-2015). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Αθηνών Μαργετίνα Στεφανάτου, ως πληρεξούσια αυτών κατά τη δήλωσή της. Η ίδια δικηγόρος κατά τη δήλωσή της εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσείοντες κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 20-1-2015, ενώ κατά την πρώτη μετ’ αναβολήν δικάσιμο της 21-4-2015 εκπροσώπησε όλους τους αναιρεσείοντες πλην της πέμπτης (Λ. - Α. Μ.). Όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η τελευταία αυτή αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει, με κάποιο από τους αναφερόμενους στην αρχή αυτής της σκέψης νόμιμους τρόπους, την πληρεξουσιότητα προς την πιο πάνω δικηγόρο προκειμένου να την εκπροσωπήσει στις δύο δικασίμους κατά τις οποίες παρέστη ως πληρεξούσια αυτής. Από τα ίδια στοιχεία δεν προκύπτει επίσης ότι η πέμπτη αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει νόμιμα την πληρεξουσιότητα προς την πιο πάνω δικηγόρο προκειμένου να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και να υπογράψει την κάτω από αντίγραφο αυτής κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο.
Συνεπώς η επίσπευση της συζήτησης από την ανωτέρω αναιρεσείουσα είναι άκυρη. Τέλος δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω μη νομίμως παραστάσα αναιρεσείουσα κλητεύθηκε για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από τους ομοδίκους της ή από την αναιρεσίβλητη. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς την πέμπτη αναιρεσείουσα, δεδομένου δε ότι η τελευταία συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους διαδίκους και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης ως προς αυτούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5).
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Εξάλλου ο όρος "δημόσιος τομέας" απαντάται στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, στο άρθρο 19 του ν. 1682/1987, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1735/1987 και στο άρθρο 51 του ν. 1892/1990. Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δημόσιος τομέας είναι το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που προκύπτει από επί μέρους νομοθετήματα που αφορούν σε περιορισμούς προσήκοντες ή συναφείς προς την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας και αναγομένους είτε στην πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του είτε στην απόκτηση και χρήση πόρων προς επίτευξη του δημόσιου σκοπού τον οποίο επιδιώκουν. Από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 106 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπάγονται στο δημόσιο τομέα, έστω και αν λειτουργούν κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Διότι, ασχέτως του ιδιωτικού προσωπείου των, οι επιχειρήσεις αυτές επιδιώκουν το δημόσιο σκοπό της διασφάλισης στο κοινωνικό σύνολο εκείνων των ζωτικών αγαθών χωρίς τα οποία δεν υφίστανται οι ομαλοί όροι για την κατά τα σύγχρονα κριτήρια αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και δραστηριότητάς του, που εγγυώνται τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου οι δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας, ασχέτως του νομικού των ενδύματος, τελούν πάντοτε υπό την εξάρτηση και εποπτεία του κράτους, από την οποία δεν δύνανται να εξέλθουν. Από τις συνταγματικές όμως αυτές διατάξεις, ιδίως δε από εκείνη του άρθρου 106 παρ. 3, συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν δεσμεύεται με τον ίδιο τρόπο καθόσον αφορά τη νομική μορφή των εν λόγω δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες επομένως επιτρέπεται να λειτουργούν είτε κατά τους κανόνες του δημοσίου δικαίου είτε κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσες στην τελευταία αυτή περίπτωση είτε αποκλειστικώς στο κράτος είτε εν μέρει σε αυτό είτε τέλος σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, εξυπηρετούν το δημόσιο σκοπό με τη μέθοδο της παραχωρήσεως. Λόγω όμως του κατά τα ανωτέρω δημοσίου σκοπού τους, οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει πάντοτε να λειτουργούν υπό τη νομική εγγύηση και εποπτεία του κράτους, ούτως ώστε να παρέχουν συνεχώς προς το κοινωνικό σύνολο καλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες. Προς τούτο εκδόθηκε ο ν. 3429/2005 με τον τίτλο "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: "1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητα της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό". Περαιτέρω στο άρθρο 1 παρ. 6 περ. γ του ν. 1256/1982, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, ορίζεται ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. Εξάλλου με το ν.δ. 4247/1962, το οποίο αντικαταστάθηκε από τον α.ν. 627/1968, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων". Στο άρθρο 1 του τελευταίου νομοθετήματος ορίζεται ότι: "1. Ιδρύεται Οργανισμός υπό την επωνυμίαν "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων", αποτελών νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εδρεύων εις Αθήνας. 2. Εποπτείαν άμεσον επί του Οργανισμού τούτου ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου αναγκαστικού νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 1 ν. 1892/1990, "Σκοπός του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (Ο.Σ.Κ.) είναι η πρόσκτηση γηπέδων, η μελέτη, η κατασκευή, ο εξοπλισμός και η διαρρύθμιση κτιρίων διδακτηρίων και διοίκησης για το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, την Εκπαίδευση, την Επαγγελματική Κατάρτιση, τη Λαϊκή Επιμόρφωση και κάθε άλλη υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων". Με το άρθρο πρώτο π.δ. 414/1998 ο εν λόγω οργανισμός μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Ανώνυμη Εταιρεία" και σε συντομογραφία "Ο.Σ.Κ. Α.Ε.", η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το καταστατικό της, τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ισχύει, και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. Α περ. 1 του καταστατικού της εταιρείας αυτής, που εγκρίθηκε με το άρθρο δεύτερο του π.δ. 414/1998, μεταξύ των σκοπών της εταιρείας περιλαμβάνεται και η ανάληψη της γενικής τεχνικής, διοικητικής και οικονομικής εποπτείας και παρακολούθησης, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής του κράτους, που αφορά στην κτιριακή υποδομή και στον εξοπλισμό των σχολικών κτιρίων για τη λειτουργία της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και της λαϊκής επιμόρφωσης με βάση το πρόγραμμα που καταρτίζει το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και αφορά στα σχολικά κτίρια της χώρας, καθώς και στα σχολικά κτίρια των ελληνικών κοινοτήτων στο εξωτερικό, με σκοπό τη διασφάλιση της ολικής ποιότητας και της οικονομίας των σχετικών έργων. Κατά το άρθρο 6 του ίδιου καταστατικού το μετοχικό κεφάλαιο της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. αποτελείται από μία μετοχή η οποία αναλαμβάνεται και καλύπτεται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά το άρθρο 8 περ. δ-στ του ίδιου καταστατικού στους οικονομικούς πόρους της εταιρείας αυτής συγκαταλέγονται η ετήσια οικονομική ενίσχυση του κράτους που εγγράφεται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τους προσαρτώμενους σε αυτό ειδικούς προϋπολογισμούς και οι ειδικές χρηματοδοτήσεις από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών. Κατά το άρθρο 132 παρ. 1.1 του ν. 4199/2013 οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω κοινωφελούς επιχείρησης του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.), καθώς και εκείνων με τις επωνυμίες "...." και "....", κατέστη η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που σύμφωνα με την παρ. 1.1 εδ. β του ίδιου άρθρου είναι εταιρεία κοινής ωφελείας και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος ν. 3429/2005 περί Δ.Ε.Κ.Ο. Κατά την παρ. 2.1 του ίδιου άρθρου σκοπός της εταιρείας αυτής, μεταξύ άλλων, είναι και εκείνος που αναφερόταν στο άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 414/1998, για τον οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, ενώ κατά την παρ. 2.3 (β) του ίδιου άρθρου το μετοχικό κεφάλαιό της απαρτιζόμενο από μια μετοχή ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ασκεί την εποπτεία για την επίτευξη του ως άνω σκοπού δια του οριζόμενου στην παρ. 3.9 του ίδιου άρθρου αρμοδίου υπουργού. Επομένως ο Ο.Σ.Κ. από την ίδρυσή του, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, καθώς και η οιονεί καθολική διάδοχος αυτού Ο.Σ.Κ. Α.Ε. (που ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη) και η οιονεί καθολική διάδοχος της τελευταίας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσίβλητη) από τη σύστασή τους, υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λόγω της ασκούμενης επ’ αυτών εποπτείας, η οποία σαφώς υπερβαίνει τη συνήθη εποπτεία των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου αλλά και διότι αφενός το σύνολο των μετοχών τους ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, και αφετέρου, ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμες εταιρείες) που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, επιδιώκουν κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς σύμφωνα και με το νόμο 3429/2005, ενώ επιχορηγούνται σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό του προϋπολογισμού τους από κρατικούς πόρους. Κατά συνέπεια η Ο.Σ.Κ. Α.Ε. καθώς και η οιονεί καθολική διάδοχος αυτής αναιρεσίβλητη, όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, δεσμεύονται από τις επιταγές του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τέλος μετά την ως άνω συνταγματική μεταβολή θεσπίσθηκε ο ν. 3027/2002 με τον τίτλο "Θέματα Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ΑΕΙ, ΔΙΚΑΤΣΑ κλπ", στο άρθρο 2 παρ. 20 του οποίου ορίζεται ότι: "Για την κάλυψη έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών της Ο.Σ.Κ. Α.Ε., που αφορούν την εκτέλεση προγραμμάτων και έργων που συγχρηματοδοτούνται από δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ή το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ή ειδικές κυβερνητικές αποφάσεις, είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται, κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση εργασίας διαρκεί όσο η περίοδος συμβατικής δέσμευσης της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. για την εκτέλεση του έργου για το οποίο γίνεται η πρόσληψη και για τέσσερα έτη κατά ανώτατο όριο, με δυνατότητα ανανέωσης έως δύο επιπλέον έτη. Σε κάθε περίπτωση η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια είτε με την πάροδο της αρχικής διάρκειάς της είτε με την πάροδο του χρόνου παράτασης, χωρίς η παράταση να καθιστά τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. καθορίζονται τα προσόντα, η διαδικασία πρόσληψης, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε συνδυασμό με όσα ορίζονται ανωτέρω, καθώς και οι λοιποί όροι απασχόλησης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα θέματα αμοιβής, η οποία βαρύνει το πρόγραμμα ή το έργο, χάριν των οποίων προσλαμβάνονται". Οι τελευταίες αυτές διατάξεις είναι σύμφωνες προς τις προαναφερθείσες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις διότι ο κοινός νομοθέτης άσκησε τη δυνατότητα που του παρείχε το Σύνταγμα να καλύψει τις έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. που αφορούν στην εκτέλεση συγκεκριμένων προγραμμάτων με την κατ’ εξαίρεση και καθ’ ορισμένη διαδικασία πρόσληψη εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και απέκλεισε τη μετατροπή της εργασιακής σύμβασης των με αυτό τον τρόπο προσλαμβανομένων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Οι διατάξεις αυτές είναι συμβατές και με την 1999/70 οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο για το δημόσιο τομέα με το π.δ. 164/2004, στο άρθρο 5 του οποίου περιλαμβάνονται ομοίου περιεχομένου διατάξεις με εκείνες που προαναφερομένου άρθρου 2 παρ. 20 του ν. 3057/2002. Τέλος οι συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου με βάση την τελευταία διάταξη δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου με την επίκληση ότι η εργοδότρια επιχείρηση συνήψε αυτές ακύρως ως ορισμένου χρόνου εκμεταλλευόμενη την ανάγκη των εργαζομένων για εργασία (άρθρο 179 Α.Κ.) ούτε με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-5-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι κατά το έτη 2006, 2007 και 2008 (και στις αναφερόμενες ακριβείς ημερομηνίες για τον καθένα τους) προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".... (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.)", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, και απασχολήθηκαν σε τμήματα οργανικών μονάδων (διευθύνσεις) της εναγομένης με τις αναφερόμενες ειδικότητες. Ότι η πρόσληψή τους έγινε υπό την επίκληση του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 3027/2002 και μετά τη δημοσίευση από την εναγομένη σχετικής προκήρυξης για την πρόσληψη 210 εργαζομένων. Ότι η κατάρτιση των συμβάσεων εργασίας τους ως ορισμένου χρόνου είναι προσχηματική αφού με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. Ότι ο προσχηματικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας τους ως ορισμένου χρόνου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 179 Α.Κ. δεδομένου ότι η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους για εργασία και τους υποχρέωσε να υπογράψουν τις συμβάσεις αυτές ως ορισμένου χρόνου. Ότι σε κάθε περίπτωση η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών (διαδίκων) που πρέπει να ανευρεθεί με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. ήταν να καταρτισθούν μεταξύ τους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με την εναγομένη με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης απασχόλησής του και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να συνεχίσει να απασχολεί καθένα από αυτούς με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την παρέλευση της ημεροχρονολογίας που έχει τεθεί ως χρόνος λήξης της σύμβασης εργασίας καθενός από αυτούς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Μετά από έφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση με την αιτιολογία ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθές ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, οι οποίες απαγορεύουν ακόμη και την από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκει η εναγομένη ή τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στηρίζουν την επικαλούμενη από τους ενάγοντες έννομη συνέπεια. Ειδικότερα αφού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 και για την πρόσληψή τους δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος διαδικασία (με διαγωνισμό ή με επιλογή ελεγχόμενη από ανεξάρτητη αρχή) αλλά η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 20 του ν. 3057/2002, ακόμη και αν η επίκληση των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου ήταν προσχηματική και ακόμη και αν οι ενάγοντες με την προσφορά των υπηρεσιών τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, οι συμβάσεις εργασίας τους δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε να χαρακτηρισθούν ως τέτοιες από το δικαστήριο. Τέλος οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου με την επίκληση ότι η εναγομένη συνήψε αυτές ακύρως ως ορισμένου χρόνου εκμεταλλευόμενη την ανάγκη των εναγόντων για εργασία ή με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Επομένως οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους ότι η επίκληση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 20 του ν. 3057/2002 χρησιμοποιήθηκε ως νομιμοφανής τρόπος κάλυψης και πλήρωσης των κενών θέσεων εργασίας της εναγομένης και ότι η πρόσληψή τους έγινε κατ’ επίφαση για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών της εναγομένης, ενώ επρόκειτο στην πραγματικότητα να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού με βάση τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη το εφετείο έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς και τους απέρριψε ως μη νόμιμους δεχόμενο ότι, ανεξαρτήτως του ότι η πρόσληψη των εναγόντων έγινε υπό την προσχηματική επίκληση του άρθρου 20 παρ. 20 ν. 3057/2002 και του ότι αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, εφόσον η πρόσληψή τους δεν έγινε με την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος, οι συμβάσεις εργασίας τους δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Α.Π. 1811/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο κατά το τρίτο σκέλος του και δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στους λόγους αυτούς. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτεθέντα ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης συνέβη εν προκειμένω.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 1082/2015). Για το ορισμένο του λόγου αυτού θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1563/2014). Εξάλλου ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και όχι όταν απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (για την απόδειξη της βασιμότητας ή αβασιμότητας της οποίας προσκομίσθηκε το έγγραφο) ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη, διότι μόνο στην πρώτη περίπτωση υπάρχει πεδίο έρευνας και συνακόλουθα παραμόρφωσης του περιεχομένου του αποδεικτικού εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων εργασίας. O λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (πέρα από την αοριστία του, η οποία έγκειται στο ότι δεν προσδιορίζεται το αληθινό περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση) προεχόντως διότι με βάση τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο το εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πεδίο έρευνας και συνεπώς παραμόρφωσης του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως προς τους λοιπούς, πλην της πέμπτης, αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, να συμψηφισθούν δε κατά τα λοιπά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-7-2014 αίτησης για αναίρεση της 3140/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πέμπτη αναιρεσείουσα Λ. -Α. Μ..
Απορρίπτει την πιο πάνω αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το οποίο ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Αυγούστου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ