485/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 876/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/8/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated485/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (αρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, που ορίζουν ότι "Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία (παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 485 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νίκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 876/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/8/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 28/2/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος, δεύτερος και πέμπτος κατά τα εις το σκεπτικό μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων (αρθ. 635 επ. ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 876/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού δίκασε την από 30-8-2010 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 92/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που είχε δεχθεί τον πρώτο (κύριο) λόγο της από 24-6-2009 ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας, μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης με βάση τις αναφερόμενες σ' αυτή τραπεζικές επιταγές, των οποίων ετύγχανε νόμιμη κομίστρια, υπ' αριθ. 296/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, περί πλαστότητας της υπογραφής του ως εκδότη αυτών, δέχθηκε αυτή (έφεση), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ανακοπή τόσο κατά τον πρώτο (κύριο) λόγο αυτής, όσο και κατά το δεύτερο (επικουρικό) λόγο της περί του ότι οι επιταγές αυτές δεν αντιπροσώπευαν οφειλή του προς τη λήπτρια εταιρεία, γεγονός που γνώριζε η αναιρεσίβλητη κατά την κτήση τους και ενήργησε προς βλάβη του.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (αρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, που ορίζουν ότι "Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία (παρ. 1).
Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (παρ.2)", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2, 10 και 11 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", κατά τις οποίες για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης από επιταγή απαιτείται έγγραφη δήλωση βούλησης επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η επιταγή.
Επομένως, η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του έγγραφου του τίτλου της επιταγής, αφού από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της επιταγής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση προς υπογραφή να προκύπτει από τον τίτλο.
Η τήρηση του εγγράφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, γιατί ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται διαφορετικά ούτε απέναντι του καλής πίστεως τρίτου, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της επιταγής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.
Η υποστηριζόμενη αντίθετη άποψη, κατά την οποία αρκεί η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση που συνάγεται εκ των περιστάσεων και ιδίως από τη φύση των πράξεων που ενεργεί ο αντιπρόσωπος με την ανοχή ή την εικαζόμενη έγκριση του αντιπροσωπευομένου, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο ν. 5960/1933, δεδομένου ότι με την παραδοχή της άποψης αυτής παραβλέπεται η τυπικότητα του νόμου αυτού για την ανάληψη υποχρέωσης εκ του τίτλου μόνο με την υπογραφή, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές, οι οποίες πρέπει να τηρούνται, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσης των αξιογράφων και της αδιακώλυτης διακίνησής τους στις συναλλαγές.
Ειδικότερα, δεσμεύεται υπέρμετρα εκ του τίτλου του αξιογράφου της επιταγής ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση βούλησης για την αντιπροσωπευτική διάθεση, ούτε μεταγενέστερη έγκριση της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου. (ΟλΑΠ 19/2003, ΑΠ 1624/2012, ΑΠ 321/2009, ΑΠ 240/2009, ΑΠ 1457/2006, ΑΠ 119/2005).
Εφόσον δε η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή πρέπει να είναι έγγραφη, τον αυτόν έγγραφον τύπο πρέπει να περιβληθεί και η κατ' άρθρο 238 ΑΚ έγκριση, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ (ΑΠ 119/2005). Εξάλλου, όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής, που τέθηκε στο όνομα του φερομένου ως υποχρέου εκδότη ή οπισθογράφου από άλλον, ο εκδότης ή ο οπισθογράφος αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, ο δε κομιστής φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι εκείνος που υπέγραψε είχε πληρεξουσιότητα προς τούτο, κατά τον παραπάνω τύπο, προβάλλοντας σχετική περί τούτου αντένσταση (ΑΠ 1624/2012, ΑΠ 673/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς τον πρώτο (κύριο) λόγο της ανακοπής, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η ανακοπτομένη υπ' αριθ. 296/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης εκδόθηκε με βάση τις υπ' άριθ 00211663-4, 00211666-9, 00211664-2 και 00211668-5 τραπεζικές επιταγές της ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΕΡΙΑΣ, ποσού 8.700, 8.100, 8.630 και 8.300 ευρώ, αντίστοιχα.
Ως λήπτρια των επιταγών, οι οποίες φέρουν ως ημερομηνία έκδοσης 8-4-2009, 30-4-2009, 30-4-2009 και 20-5-2009, αναγράφεται η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ο.Χ.-Κ. Μ. Ο.Ε", η οποία και κατέθεσε αυτές ως αξία λόγω ενεχύρου στον αλληλόχρεο λογαριασμό που διατηρούσε με την καθ' ης η ανακοπή- εκκαλούσα τράπεζα. Οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, καθόσον στην οπισθία πλευρά αυτών αναγράφεται ότι παραλήφθηκαν από την καθ ης η ανακοπή, ως αξία λόγω ενεχύρου, στις 15-10-2008, 29-10-2008, 20-10-2008 και 10-11-2008, αντίστοιχα.
Στην ανακοπή του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο Κ. Μ., πριν από λίγους μήνες (από την άσκηση της ανακοπής) τον παρακάλεσε να του δώσει για μικρό χρονικό διάστημα τυχόν μπλοκ τραπεζικών επιταγών που διέθετε, διότι η επιχείρησή του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι αυτός έχοντάς του εμπιστοσύνη του παρέδωσε δύο μπλοκ επιταγών που είχε προμηθευτεί από την ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΕΡΆΣ, χωρίς να έχει συμπληρώσει τα στοιχεία.
Ο υιός του ανακόπτοντος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέθεσε ότι o Κ. Μ. είναι συγγενής εξ αγχιστείας του πατέρα του και ότι αυτός του είχε υποσχεθεί ότι τις επιταγές δεν θα τις χρησιμοποιούσε, αλλά θα τις επιδείκνυε στους τρίτους προμηθευτές προς απόδειξη της φερεγγυότητάς του.
Ο ίδιος κατέθεσε ο πατέρας του δεν διαθέτει μεγάλη πείρα σχετικά με τις επιταγές και την ευθύνη πού αναλαμβάνει κάποιος από τη κυκλοφορία αυτών, καθόσον η μόρφωσή του είναι περιορισμένη, συνιστάμενη μόνο σε γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Ο ανακόπτων όμως με την ανακοπή του συνομολογεί ότι και παλαιότερα είχε παραδώσει στον Κ.
Μ. μπλοκ επιταγών. χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα από την ενέργειά του αυτή. Από τον ισχυρισμό αυτόν προκύπτει αβιάστως ότι ο προαναφερόμενος λήπτης του μπλοκ των επιταγών συμπλήρωσε τα στοιχεία στα σχετικά φύλλα και τις μεταβίβασε σε τρίτους, γεγονός που θα περιήλθε οπωσδήποτε σε γνώση του ανακόπτοντα, ο οποίος θα έλαβε σχετική ενημέρωση από την Τράπεζα που του είχε παραχωρήσει το μπλοκ.
Συνεπώς, όταν ο ανακόπτων του παρέδιδε τα μπλοκ των επιταγών στην προκειμένη περίπτωση, γνώριζε ότι αυτές δεν θα επιδεικνύονταν απλώς σε τρίτους προς απόδειξη της φερεγγυότητας των εταιριών, στις οποίες ήταν μέτοχος ο Μ., αλλά θα μεταβιβάζονταν με οπισθογράφηση αναλαμβάνοντας και σχετική υποχρέωση με βάση τις διατάξεις του νόμου 5960/1933. Άλλωστε με την επίδειξη και μόνον των εγγράφων των επιταγών δεν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί η φερεγγυότητά της λήπτριας εταιρίας. Από τα πιο πάνω εκτιθέμενα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τεκμαίρεται αβιάστως, ότι ο ανακόπτων παρέδωσε τις επιταγές προς χρηματική διευκόλυνση των εταιριών του Κ. Μ.. Είναι πρόδηλο ότι ο ανακόπτων είχε συναινέσει, ήτοι υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους, να συμπληρώσει ο τελευταίος τις επιταγές θέτοντας την υπογραφή του στη θέση του εκδότη καθώς επίσης την ημερομηνία έκδοσης και το ποσό (ευνόητο ότι θα εκδίδονταν επιταγές μεταχρονολογημένες) και περαιτέρω ότι αυτός (ο Κ. Μ.) θα κάλυπτε τα ποσά των επιταγών με δικά του χρήματα. Άλλως, αν είχε επιφυλάξει ο ανακόπτων στον εαυτό του το δικαίωμα να συμπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία των επιταγών, δεν υπήρχε ανάγκη να παραδώσει στον Κ. Μ. τα σώματά τους.
Συνεπώς, ο λόγος της ανακοπής περί πλαστότητας των επιταγών, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Το αναφερόμενο από τον ανακόπτοντα ότι στις 21-2-2009 ο Κ. Μ. του παρέδωσε υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, με την οποία αναγνώριζε ότι συμπλήρωσε χωρίς τη συναίνεσή του τις παραδοθείσες σ' αυτόν επιταγές, ουδεμία επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ αυτών περί συμπλήρωσης των στοιχείων των επιταγών.
Ως εκ τούτου, γενομένου δεκτού του σχετικού πρώτου λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η από 30-8-2010 έφεση, ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί η από 24-6-2009 ανακοπή και δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια όπως και η εκκαλουμένη απόφαση διαδικασία (άρθ. 637επ.
ΚΠολΔ)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της καθής η ανακοπή κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή κατά τον πρώτο περί πλαστότητας των επιταγών λόγο της και είχε ακυρωθεί η με αυτή προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή κατά τον πρώτο (κύριο) λόγο της ανακοπής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί έγκυρη ανάληψη υποχρέωσης από τον ανακόπτοντα από τις ένδικες επιταγές παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε ως εκδότης αυτές αλλά ο Κ. Μ., θέτοντας την υπογραφή εκείνου, χωρίς να δέχεται την ύπαρξη έγγραφης προς τούτο πληρεξουσιότητας του πρώτου προς τον δεύτερο, ή εκ των υστέρων έγκριση του πρώτου έγγραφη παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 217 ΑΚ και 6 παρ. 2, 10, 11 και 12 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος κατά το σχετικό μέρος του, όπως εκτιμάται από τον αριθ. 1 και όχι από τον αριθ. 19 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αυτής και συγκεκριμένα του τρίτου και του τέταρτου που αφορούν πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας των παραπάνω λόγων αυτής που έγιναν δεκτοί, καθώς και του πέμπτου, κατά το σχετικό του μέρος που αφορά πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην απόρριψη υπό του Εφετείου του δευτέρου λόγου της ένδικης ανακοπής, ενόψει του ότι ο λόγος αυτός είχε υποβληθεί επικουρικά και για την περίπτωση απόρριψης του πρώτου κύριου λόγου αυτής, ο οποίος, μετά την αναίρεση, κατά τα εκτεθέντα, της προσβαλλόμενης απόφασης, θα επανακριθεί.
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με το υπ'αριθ. 4181633/2013 διπλότυπο, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθ. 188/4-9-2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Τέλος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτού, όπως στο διατακτικό ειδικότερα ( άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 876/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτόν με το υπ' αριθ. 4181633/2013 διπλότυπο.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ