Legislator Case Law & Legislation
485/2011 AI generated

485/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 485/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 485 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 485/2011

Legislator headnote

AI generated
485/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 485 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 485/2011 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 485 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 485/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Α. χήρας Κ. Β., το γένος Κ. Α., 3) Ι. Ν. του Β., 4) Κ. Α. του Θ., 5) Σ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 6) Ν. Κ. του Ν., 7) Β. χήρας Γ. Μ. το γένος ..., 8) Χ. Μ. του Γ., 9) Μ. θυγατέρας Γ. Μ., κατοίκων ..., 10) Κ. Γ. του Π., 11) Ν. Π. του Κ., 12) α) Σ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., β) Ζ. Ν. του Κ., συζύγου Π. Κ., κατοίκου ..., γ) Δ. Ν. του Κ., συζύγου Η. Σ., κατοίκου ..., δ) Ι. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ε) Β. Ν. του Λ., στ) Μ. Ν. του Λ., ζ) Κ. Ν. του Λ., η) Χ. χήρας Λ. Ν., το γένος Ά. Ν., ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Ά. Ν. του Λ., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά υπό στοιχείο 12 αναιρεσείοντος Κ. Ν. του Ε., 13) Ε. Χ. του Π., 14) Χ. Χ. του Α., 15) Χ. Χ. του Α., 16) Χ. χήρας Α. Χ., το γένος Γ. Ν., 17) Π. Χ. του Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο και κατέθεσαν προτάσεις, 18) Π. χήρας Κ. Μ. το γένος Ι. Π., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 19) Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 20) Ν. Γ. του Γ., ..., 21) α) Μ. χήρας Λ. Κ., το γένος Κ. Ζ., β) Β. Κ. του Λ., γ) Σ. Κ. του Λ., δ) Χ. Κ. του Λ., ε) Α. Κ. του Λ., στ) Ι. Κ. του Λ., ζ) Χ. Κ. του Λ., κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά υπό στοιχείο 21 αναιρεσείοντος Λ. Κ. του Σ., 22) Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο και κατέθεσαν προτάσεις, 23) Α. Γ. του Π., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 24) Γ. Γ. του Ζ., κατοίκου ..., 25) Ε. χήρας Θ. Γ., το γένος Π. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο και κατέθεσαν προτάσεις, 26) Χ. Γ. του Θ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 27) Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 28) Π. χήρας Ι. Μ., το γένος Φ. Γ., 29) Ε. συζύγου Γ. Π. το γένος Ι. Μ., 30) Δ. Π. του Γ., κατοίκων ..., 31) Γ. Χ. του Γ. κατοίκου ..., 32) Α. Χ. του Γ., ..., 33) Κ. Μ. του Π., ..., 34) Ι. συζύγου Ι. Ν. το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 35) Μ. χήρας Θ. Γ., το γένος Π. Γ., 36) Ι. Γ. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο και κατέθεσαν προτάσεις, 37) Κ. Γ. του Θ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 38) Χ. Γ. του Θ., 39) Ά. συζύγου Θ. Γ., 40) Σ. θυγατέρας Θ. Γ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο και κατέθεσαν προτάσεις, 41) Θ. Κ. του Π., 42) Γ. Γ. του Δ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, 43) Κ. Γ. του Π., 44) Δ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 45) Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 46) Μ. Α. συζύγου Φ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γραμμένο και κατέθεσαν προτάσεις, 47) Φ. Α., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ'ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων-καλούντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Στη θέση της υπό στοιχείο 18 αναιρεσείουσας Π. χήρας Κ. Μ. το γένος Ι. Π., υπεισέρχεται ως ειδικός διάδοχος, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ο Σ. Μ. του Χ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η υπό στοιχείο 29 αναιρεσείουσα Ε. Π. είναι σύζυγος Γ. και όχι Γ. όπως έχει εσφαλμένα αναγραφεί στη αίτηση και την κλήση.

Ο υπό στοιχείο 23 αναιρεσείων Α. Γ. του Π. απεβίωσε στις 15/5/2005 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Αγρινίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού α) Π. Γ. του Α., 2) Ζ. Γ. του Α., 3) Μ. Γ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 26 αναιρεσείων Χ. Γ. του Θ. απεβίωσε στις 4/8/2009 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2009 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Πειραιά και την παρούσα δίκη συνεχίζει η κληρονόμος αυτού Ε. Χ. του Σ., ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα και την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Ά. Γ. του Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 37 αναιρεσείων Κ. Γ. του Θ. απεβίωσε στις 26/1/2011 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Αγρινίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού α) Μ. χήρα Θ. Γ., το γένος Π. Γ., β) Ι. Γ. του Θ., γ) Ά. Γ. του Θ., δ) Σ. Γ. του Θ., ε) Χ. Γ. του Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 41 αναιρεσείων Θ. Κ. του Π. απεβίωσε την 1/6/2006 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Αγρινίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού α) Γ. χήρα Θ. Κ., θυγατέρα Ν. Β., β) Θ. Κ. του Θ., γ) Α. Κ. του Θ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 42 αναιρεσείων Γ. Γ. του Δ. απεβίωσε στις 23/9/2008 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Αγρινίου, με κληρονόμους τις α) Μ. Γ. θυγατέρα Α. Κ. και β) Ζ. Γ. του Γ., οι οποίες αποποιήθηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομία τους, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 134/2008 έκθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Υπεισήλθαν στην θέση τους οι α) Ι. Γ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 28/11/1967 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/1967 ληξιαρχική πράξη θανάτου και στην θέση του υπεισήλθαν οι κληρονόμοι αυτού αα) Α. Γ. θυγατέρα Ι. Σ., η οποία απεβίωσε στις 5/5/2009 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Στράτου και οι αβ) Δ. Γ. του Ι., αγ) Β. Γ. του Ι., οι οποίοι συνεχίζουν την παρούσα δίκη, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, και β) Π. Γ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 13/1/1992 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/1992 ληξιαρχική πράξη θανάτου και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού βα) Κ. Γ. του Θ., ββ) Φ. Γ. του Π., βγ) Δ. Γ. του Π., βδ) Κ. Γ. του Π., βε) Λ. Γ. του Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 47 αναιρεσείων Φ. Α. του Κ. απεβίωσε στις 29/9/2009 σύμφωνα με την υπ' αριθμό …/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού α) Μ. χήρα Φ. Α., το γένος Ε. Ν., β) Β. Α. του Φ., γ) Α. Α. του Φ., δ) Ε. Α. του Φ., ε) Χ. Α. του Φ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2002 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 4/2/2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με αιτήσεις άλλων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3/11/2003 αίτησή τους και τους από 12/10/2006 πρόσθετους λόγους αυτής επί των οποίων εκδόθηκε η 1882/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 3/11/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αχιλλέα Νταφούλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε από τον ίδιο και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) που κυρώθηκε με το νόμο 2881/2001, προκειμένου να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται μέσα σε 30 ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του προσωρινού προσδιορισμού τιμής μονάδας και σε κάθε περίπτωση μετά πάροδο έξι μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, να ζητήσει από το αρμόδιο εφετείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριωθείσα έκταση ή το μεγαλύτερο αυτής μέρος, τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης (παρ. 1 και 2). Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο, σε χρόνο όχι βραχύτερο των 30 ημερών ούτε βραδύτερο των 40 ημερών, από την κατάθεση της αίτησης στη γραμματεία του εφετείου, η δε αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος, σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται, μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη ( παρ. 3 ). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι ορίζονται από το νόμο σύντομες προθεσμίες για την κατάθεση και επίδοση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στα πλαίσια της προσπάθειας της συντόμευσης, κατά το δυνατόν, των προθεσμιών της προδικασίας μέχρι την ημέρα της δικασίμου και στην συνέχεια την έκδοση της απόφασης με στόχο την ταχύτατη περαίωση των δικών, ενόψει της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα (άρθρ. 17 παρ. 4 εδ. 4) αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, αλλά και της ανάγκης συντόμευσης της διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού και καταβολής της αποζημιώσεως στους βαρυνόμενους με την απαλλοτρίωση των οποίων η δέσμευση της ιδιοκτησίας αποτελεί λίαν επαχθές βάρος. Η υποχρέωση, επομένως, για την τήρηση της προθεσμίας του εικοσαημέρου από την κατάθεση και των δεκαπέντε ημερών πριν από τη συζήτηση για την επίδοση της αίτησης στον καθ' ου αυτή απευθύνεται, εξυπηρετεί τους πιο πάνω σκοπούς, αν τηρηθούν και οι οριζόμενες λοιπές, σύντομες προθεσμίες της διάταξης, οριστεί δηλαδή από τον Πρόεδρο Εφετών, ημερομηνία προς συζήτηση της αίτησης το αργότερο 40 ημέρες από την κατάθεση. Διαφορετικά, αν για λόγους πληρότητας των πινακίων και φόρτου εργασίας των δικαστών του εφετείου, είναι αντικειμενικά αδύνατη η τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 3 και οριστεί ημερομηνία δικασίμου για συζήτηση της αίτησης μεγαλύτερη των 40 ημερών, αρκεί η επίδοση της αίτησης προ δεκαπέντε τουλάχιστον ημερών πριν από την ορισθείσα δικάσιμο, αφού ο χρόνος αυτός κρίθηκε αρκετός για την προετοιμασία της υπεράσπισης του καθ' ου η αίτηση και την άσκηση, εντός της προθεσμίας των πέντε ημερών πριν από τη συζήτηση, εάν το επιθυμεί, δια των προτάσεων ανταίτηση (ΑΠ 508/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ότι οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στις 27.9.2002, ενώπιον του αρμοδίου προς τούτο Εφετείου Πατρών μέσα στην προθεσμία των έξι μηνών από τη δημοσίευση της 99/25-7-1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, την από 12.9.2002 αίτηση, με την οποία ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα και τα φερόμενα ως αυτοαποζημιούμενα κτήματα με τα επικείμενα ιδιοκτησίας τους, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για τη βελτίωση της Εθνικής οδού Αντιρρίου - Αμφιλοχίας - Ιωαννίνων με την κατασκευή αυτοκινητοδρόμου Δυτικής Ελλάδος (lονία οδός) για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 3.4.2003, καθώς και ότι αντίγραφο της αίτησης επιδόθηκε στο υπόχρεο καταβολής της αποζημίωσης αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την 144/27.11.2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Αθηνών …, την 27.11.2002, μετά δηλαδή την εκπνοή της προβλεπόμενης, επί ποινή απαραδέκτου προθεσμίας των είκοσι ημερών. Για το λόγο αυτό εκτίμησε την αίτηση απλά ως αντίθετη αίτηση (ανταίτηση), σε σχέση με συνεκδικασθείσα εμπρόθεση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, έτσι την ανταίτηση εξέτασε μόνο ως προς τα αιτήματα του καθορισμού τιμής μονάδος για το έδαφος και τα επικείμενα, ενώ την απέρριψε, ως απαράδεκτη, ρητά για το αίτημα του ορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα τμήματα και σιγή για το αίτημα της αναγνώρισης της μη ύπαρξης υποχρέωσής τους για αυτοαποζημίωση, επειδή αυτά τα κεφάλαια, δεν αναφέρονταν στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι που έκρινε το εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρο 20 ν. 2882/2001, αφού αρκούσε το ότι η επίδοση της αίτησης προηγήθηκε, κατά ένα τουλάχιστον 15νθήμερο της συζήτησης της αίτησης στο ακροατήριο. Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου (κατά το πρώτο μέρος του), όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, κατ' εκτίμηση από τα εδάφια 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ..

2. Από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, των άρθρων 14, 17, 18, 19 και 20 του ν.δ. 797/1971 (όμοιων 14, 18, 19, 20 και 21 ν. 2882/2001), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3, 4, 5, 7 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών", των άρθρων 1, 2 και 3 του Π. Δ/τος 929/1979 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και των άρθρων 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. , προκύπτει, ότι στη δίκη που διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία του ν.δ. 797/1971 (ή του ν. 2882/2001) για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτων που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη εθνικών οδών, το δικαστήριο περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος, χωρίς να μπορεί να εξετάσει την ύπαρξη και την έκταση της υποχρεώσεως των ωφελουμένων παρόδιων για συμμετοχή τους στις δαπάνες απαλλοτριώσεως, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 1 του νόμου 653/1977. Η δικονομική αυτή ρύθμιση αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος αλλά και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που καθιερώνει τη δικονομική αρχή της "δίκαιης δίκης" διότι προκύπτει από την τελευταία υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 του Συντάγματος) διάταξη του άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ 53/1974, ότι κάμπτεται η προστασία της ιδιοκτησίας για λόγους δημόσιας ωφέλειας, πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεση της καταβολής πλήρους αποζημίωσης με τη σφαιρική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτρίωσης. Παρέπεται, ότι στη δίκη που διεξάγεται κατά την ειδική διαδικασία του ν.δ. 797/1971 (ή του ν. 2882/2001) για τον προσδιορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτων που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη εθνικών οδών, το δικαστήριο είναι λειτουργικά αρμόδιο να αποφανθεί περί του αν ο ιδιοκτήτης απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, έχει ή όχι ωφέλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, κάθε δε διάταξη της εσωτερικής μας νομοθεσίας (ν.δ. 797/1971 ή ν. 2882/2001) που αποκρούει την ως άνω ρύθμιση είναι ανίσχυρη (Ολ. Α.Π. 10 και 11/2004, ΑΠ 1132/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο, το υποβληθέν νομίμως κατά την ειδική αυτή διαδικασία αίτημα των αναιρεσειόντων να καθορίσει οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως και για τα θεωρούμενα ως αυτοαποζημιούμενα τμήματα των ωφελούμενων παροδίων, αφού αυτοί δεν ωφελούνται αλλά βλάπτονται από την απαλλοτρίωση μέρους των ιδιοκτησιών τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις και πρέπει, να αναιρεθεί η πρoσβαλλόμενη απόφαση, κατά το βάσιμο σχετικό τρίτο λόγο αναίρεσης (μέρος δεύτερο), όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη και από το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση, από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ..

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων την ανάλυση, δηλαδή, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Θέμα, επομένως, έλλειψης νόμιμης βάσης δεν υπάρχει και δεν θεμελιώνεται ως εκ τούτου ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν οι επισημαινόμενες ελλείψεις στην αιτιολόγηση της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στον ορισμό των επί μέρους τιμών μονάδος για την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αιτούντων, προσδιόρισε τη θέση που αυτά βρίσκονται, την ιδιότητά τους ως καλλιεργούμενων και μη αγρών, ορισμένοι από τους οποίους αρδεύονται και παρέθεσε τις τιμές μονάδος που όρισε, κατά περιοχή, η αρμόδια εκτιμητική επιτροπή για το έδαφος και τα επικείμενα, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τις τιμές μονάδος που προσδιορίστηκαν με αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου (υπ' αριθ. 462/2000 και 441/2000) για απαλλοτριωθέντα ακίνητα προς διάνοιξη της αυτής οδού στις περιφέρειες … και …, με τη σημείωση, ότι οι περιοχές εκείνες έχουν μεγαλύτερη αξία από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα της υπό κρίση απαλλοτρίωσης, γιατί βρίσκονται πλησίον της Εθνικής οδού Αντιρρίου Ιωαννίνων, ενώ τα υπό κρίση είναι πλησίον του ποταμού Αχελώου και μακράν αυτής. Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους πρώτο (πρώτο μέρος) και δεύτερο (δεύτερο μέρος) λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

4. Απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος είναι, ο ίδιος πρώτος λόγος (δεύτερο μέρος) της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 559 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με το να μη δεχθεί το δικαστήριο, ότι οι αγροί που γειτνιάζουν προς την Εθνική οδό έστω και αν δεν αρδεύονται έχουν μεγαλύτερη αξία από εκείνους τους αγρούς που ποτίζονται απ 'ευθείας από τα ύδατα του ποταμού Αχελώου, αφού η αποδιδόμενη με το λόγο αυτό πλημμέλεια, δεν αναφέρεται σε παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά σε αξιολόγηση - εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση όρισε τις τιμές μονάδος αποζημιώσεως.

5. Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο απoδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 εδ. 11 Κ.Πολ.Δικ., λόγω του ότι ανεπίτρεπτα το εφετείο έλαβε υπόψη του κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε προσδιοριστεί προσωρινά τιμή μονάδας αποζημίωσης, διότι η απόφαση του τελευταίου εξακολουθεί να έχει την ισχύ της ως κρίση που έχει εξενεχθεί από δικαιοδοτικό όργανο κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, αφού η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό δεν ενεργεί ως ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως του Μονομελούς και η τελευταία δεν εξαφανίζεται.

6. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, ότι δεν καθορίστηκε τιμή μονάδας αποζημίωσης, παρότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα τα οποία καθίστανται άχρηστα, αλλά και τις ιδιοκτησίες των απ' αυτούς Ι. Ν., Α. Β., Ε. Χ., Π., Χ. Χ. και Γ. Γ., γιατί δεν αναφέρονταν στον κτηματολογικό πίνακα οι διάφορες απαλλοτριωθείσες εκτάσεις τους (έκταση 330 τ.μ. των δύο πρώτων και 160 τ.μ. του Ι. Ν.), αλλά και διάφορα συστατικά (περιφράξεις, γεωτρήσεις, κτίσματα κ.λ.π) των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν ότι απαλλοτριώθηκαν, ενώ, κατ' αυτούς, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Γ. αποδεικνύονταν, ότι είχαν απαλλοτριωθεί και τα παραληφθέντα. Έτσι που διατυπώνεται ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από άρθρο 559 εδ. 1 και 11 Κ.Πολ.Δικ., προφανώς με την έννοια ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη το πιο πάνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Γ., είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα, με το πρόσχημα της απλής επίκλησης των παραπάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται η ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχτηκε, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν αποδείχθηκε, ότι οι ως άνω εδαφικές εκτάσεις, καθώς από τα διάφορα άλλα συστατικά (περιφράξεις, γεωτρήσεις, κτίσματα κ.λ.π.), περιλαμβάνονται στην έκταση που απαλλοτριώθηκε, εν όψει και του ότι η αρμόδια κατά το άρθρο 16 του ν. 2882/2001 υπηρεσία αρνήθηκε εδώ τη ζητηθείσα από τους αιτούντες (αναιρεσείοντες) διόρθωση - συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα της απαλλοτρίωσης αυτής (σχ. το Δ12α/Φ2Α/32945/16-5-2002 έγγραφο του "ΥΠΕΧΩΔΕ" προς την κτηματική υπηρεσία Αιτ/νίας).

7. Ύστερα απ' όλα αυτά πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη, αλλά και από τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέτρο παραδοχής του λόγου αυτού αναίρεσης, δηλαδή τα πληγέντα με αυτό κεφάλαιά της, στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). Πρέπει επίσης να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 594/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ