485/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated485/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.
Full text
Απόφαση 485 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 485/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λίλα Περιμένη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 2. Ψ2 συζ. Ψ3, κατοίκου ..., 3. Κ, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου ..., οι οποίες 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 27-11-2002 αγωγή του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης ...., β) με την από 3-3-2003 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του Χ και γ) με την από 21-11-2003 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της Ψ2 συζ. Ψ3 που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3579/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6022/2006 του Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε η από 25-10-2006 ανακοπή ερημοδικίας του Χ που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 5522/2007 απόφαση του. Την αναίρεση των 5522/2007 και 6022/2006 αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 28-1-2009 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη- Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 21-11-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση των 5522/2007 και 6022/2006, ερήμην αυτού εκδοθείσας, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.
β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δε χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ... εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-2-2009, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι εν λόγω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
2.- Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι 6022/2006 και 5522/2007 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός με την από 23-12-2003 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος είχε ζητήσει ν' αναγνωριστεί συγκύριος του περιγραφομένου ακινήτου κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την 3579/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου η συνεκδικασθείσα με την ανωτέρω αγωγή από 3-3-2003 προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτήν αγωγή αποζημιώσεως του αναιρεσείοντος κατά των δικαιοπαρόχων αυτού, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.
Κατά της ως άνω απόφασης ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 19-2006 έφεση, για την οποία εκδόθηκε, ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, η 6022/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση και έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η ανωτέρω αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε την από 25-10-2006 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία όμως απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη με την 5522/2007 του Εφετείου Αθηνών. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε η συνεκδικασθείσα με την παραπάνω ανακοπή από 25-10-2006 (επικουρική) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης 3579/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία έστρεφε (και) κατά των αναιρεσιβλήτων.
Κατά των ως άνω δύο αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών εναντιώνεται ο ηττηθείς αναγόμενος- αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Α) Επί της αίτησης για αναίρεση της 5522/2007 απόφασης Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα, θεωρούνται τα κατά τα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως είναι τα πρακτικά του δικαστηρίου που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η έφεση. Συνακόλουθα, οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις, από την ανωτέρω διάταξη, για παραμόρφωση, από το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 5522/2007 απόφαση, του περιεχόμενου των πρακτικών που τηρήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) και της σ' αυτά περιεχόμενης κατάθεσης του μάρτυρα Λ, της 3579/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και της από 25-10-2006 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη 5522/2007 απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, ο επικαλούμενος από τον ήδη αναιρεσείοντα λόγος ανώτερης βίας, τον οποίο εκείνος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση της ανακοπής ερημοδικίας του κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας 6222/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν πιθανολογήθηκε από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον ανακόπτοντα, από 30-1-2006, 23-2-2006 και 4-4-2006 τρεις ιατρικές βεβαιώσεις των εξωτερικών ιατρείων του ...
Νοσοκομείου και των όσων κατέθεσε ο μάρτυρας Λ σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με την πιθανολόγηση του ανωτέρω λόγου της ανακοπής, τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και ρητώς μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.
αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα, προς απόδειξη του προαναφερθέντος λόγου της ανακοπής του, αποδεικτικά στοιχεία και δη το από 23-4-2006 αεροπορικό εισιτήριο επιστροφής του προς ... του αδελφού του Χ1 και τα 3579/2004 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας), είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποία η επίδραση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων στο διατακτικό της απόφασης, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό.
Β) Επί της αίτησης για αναίρεση της 6022/2006 απόφασης.
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1033, 1041, 1045 ΑΚ, 216 παρ. 1 α και 224 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή ακινήτου θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, αρκεί για την πληρότητά της η αναφορά των περιστατικών που απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος. Αν αμφισβητείται ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων, κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής, να ισχυριστεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου.
Αν ο ενάγων και ο εναγόμενος ανάγουν την κτήση της κυριότητας που επικαλούνται στον ίδιο προκτήτορα, δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση της κυριότητας του κοινού προκτήτορα από τον εναγόμενο, χωρίς ο τελευταίος να επικαλείται (και αν υπάρχει ανάγκη να αποδεικνύει) άλλο, εκτός από την απόκρουση της αγωγής, ειδικό συμφέρον που θεμελιώνει την αμφισβήτηση (ΑΠ 474/2004).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ, προκύπτει, ότι για την απόκτηση από κάποιον της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί του ακινήτου, με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε καλή πίστη βρίσκεται ο νομέας όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση κατά το χρόνο απόκτησης της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, ενώ νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο νομέας δικαιολογημένα, δηλαδή όχι από βαριά αμέλεια πίστευε ότι υπάρχει νόμιμος τίτλος κτήσης της κυριότητας, ενώ τέτοιος τίτλος δεν υπάρχει, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της δήλωσης περί αποδοχής της κληρονομίας, αν ο κληρονόμος καταλάβει το πράγμα νομίζοντας καλόπιστα ότι ανήκει στην κληρονομία ή καταλάβει αυτό νομίζοντας ότι είναι κληρονόμος (ΑΠ 849/2007), ο δε χρόνος της τακτικής χρησικτησίας δεν αρχίζει να τρέχει πριν από την ημέρα της μεταγραφής του τίτλου (ΑΠ 33/2003), εκτός αν ο νόμος αναγνωρίζει αναδρομικότητα της μεταγραφής, όπως στην περίπτωση αποδοχής κληρονομίας (άρθρ. 1199 ΑΚ), οπότε η μεταγενέστερη μεταγραφή δεν εμποδίζει τη χρησικτησία, παρότι έλλειπε κατά τον χρόνο κτήσης της νομής (ΑΠ 849/2007), η αναδρομική όμως αυτή ενέργεια της μεταγραφής καθιερώνεται μόνο για τον αληθή κληρονόμο.
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1710 παρ.1 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή από το νόμο επέρχεται όταν δεν υπάρχει διαθήκη, ή όταν η διαδοχή από διαθήκη ματαιωθεί ολικά ή μερικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1771 εδ.β του ίδιου Κώδικα, χρόνος επαγωγής της κληρονομίας είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου.
Τέλος, για μεν την ίδρυση του από το άρθρ. 559 αριθ. 1 α ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέστηκε σε λιγότερα (στοιχεία) από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μη προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, ότι αποδείχθηκαν, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά, τα ακόλουθα, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την από 27-11-2002 ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού:
Η Φ1, που πέθανε στις 26-12-1991, με την ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε από τον αναφερόμενο συμβολαιογράφο και δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο της τον ενάγοντα Ιερό Ναό, σε όλη την ακίνητη περιουσία της και όρισε επικαρπώτρια αυτής, μέχρι τον θάνατό της, τη Φ2, η οποία πέθανε στις 6-10-1992. Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων περιλαμβάνονται και τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου, κατά θέση και όρια, ισόγειου διαμερίσματος, εμβαδού 31,80 τ.μ.
Ο Ιερός Ναός αποδέχθηκε την κληρονομία με την ... πράξη αποδοχής κληρονομίας, της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 13-11-2002, και με τον τρόπο αυτό κατέστη κύριος, του ως άνω ποσοστού εξ' αδιαιρέτου, του επίδικου διαμερίσματος. Η ανωτέρω κληρονομουμένη, κατά το θάνατό της, κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς της, τις αδελφές της,..., καθώς και τις θυγατέρες του προαποβιώσαντος αδελφού της, ...
και Κ. Οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, μη γνωρίζοντας την ύπαρξη της ως άνω διαθήκης, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα δημοσιεύθηκε στις 7-6-2002, εμφανίστηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και με την ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Νέων Λιοσίων Μαρίας Παπαζαχαρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 21-2-1994, αποδέχθηκαν την κληρονομία της, στην οποία περιέλαβαν και τα 3/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω διαμερίσματος.
Η αποδοχή όμως αυτή είναι άκυρη, διότι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας δεν ήταν πράγματι κληρονόμοι της, αφού η τελευταία εγκατέστησε κληρονόμους της τον ενάγοντα Ιερό Ναό και τη Φ2, οι κληρονόμοι της δε αυτοί (εξ αδιαθέτου) από πλάνη περί την ύπαρξη της διαθήκης, προέβησαν στην αποδοχή της κληρονομίας της, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της.
Συνεπώς αυτές δεν απέκτησαν την κυριότητα του εν λόγω ιδανικού μεριδίου με τον ως άνω παράγωγο τρόπο. Στη συνέχεια οι ανωτέρω, με τη συγκυρία του υπολοίπου 1/4 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου Ψ4, με το ... συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησαν το ακίνητο αυτό στην Ψ2.
Η τελευταία, με το ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε το ακίνητο στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος έκτοτε έλαβε αυτό στη νομή του και το κατέχει. Όμως η Ψ2 δεν κατέστη κυρία του ποσοστού των 3/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, διότι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας, που το μεταβίβασαν σ' αυτή, δεν είχαν αποκτήσει κυριότητα.
Για τον ίδιο λόγο δεν απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο και ο εναγόμενος, που αγόρασε το ως άνω ποσοστό των 3/4 από την Ψ και ο οποίος έκτοτε κατέχει το επίδικο ακίνητο, κατά το ποσοστό αυτό συγκυριότητας. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν είναι βάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου, σύμφωνα με την οποία οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας, νεμήθηκαν το ως άνω ποσοστό του ακινήτου, με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο την ως άνω ...
πράξη αποδοχής της κληρονομίας από 26-12-1991, καθόσον η μεταγενέστερη μεταγραφή αυτής (21-2-1994), δεν εμποδίζει την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία, καθόσον η μεταγραφή αυτή ενεργεί αναδρομικά, κατ' αρθρ. 1199 ΑΚ, στη συνέχεια δε νεμήθηκε αυτό, με τα ίδια προσόντα και με νόμιμο τίτλο το ... συμβόλαιο, η δικαιοπάροχος του Ψ2 και, τέλος, νεμήθηκε αυτό ο ίδιος, με τα ίδια προσόντα και με νόμιμο τίτλο το ως άνω ...
συμβόλαιο, ο εναγόμενος ο οποίος έγινε κύριος του εν λόγω ποσοστού των 3/4 εξ αδιαιρέτου με τακτική χρησικτησία, προ της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομίας από τον ενάγοντα Ιερό Ναό, που έλαβε χώρα στις 13-11-2002. Τούτο, διότι, αφού η αποδοχή της κληρονομίας των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας και απώτερων δικαιοπαρόχων του εναγομένου, που έγινε με την ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομίας είναι άκυρη, ο εν λόγω τίτλος ισχύει ως νομιζόμενος τίτλος και η τακτική χρησικτησία των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας, με βάση αυτόν, άρχισε από τις 21-2-1994, που έγινε η μεταγραφή του και δεν ενεργεί αναδρομικά, διότι η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομίας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1199 ΑΚ, καθιερώνεται μόνο για τον αληθή κληρονόμο, έκτοτε δε μέχρι την επίδοση της αγωγής, στις 23-12-2002, που επικαλείται ο εναγόμενος ότι ασκούσαν αυτός και οι δικαιοπάροχοι του καλόπιστα πράξεις νομής, δεν συμπληρώθηκε δεκαετής νομή επί του επιδίκου, πέραν του γεγονότος ότι τη νομή των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της θανούσας δεν μπορεί ο εναγόμενος να τη συνυπολογίσει στη δική του νομή, διότι και εκείνοι δεν μπορούν να αντιτάξουν τη νομή τους κατά του αληθινού κληρονόμου του ενάγοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού έκρινε, το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος, ο οποίος με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων ισχυρίστηκε ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος δεν είχε αποδεχθεί την κληρονομία του συζύγου της Φ3, επί του 1/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και, επομένως, δεν κατέστη η ίδια, καθώς και ο ενάγων κύριοι του επιδίκου κατά το ποσοστό αυτό, δεν αμφισβήτησε παραδεκτώς με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης, τη συγκυριότητα της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί του επιδίκου, και, συνεπώς, ο τελευταίος δεν ήταν υποχρεωμένος να συμπληρώσει, με τις προτάσεις του, τον τρόπο κτήσης της κυριότητας εκ μέρους εκείνης, άλλωστε η αμφισβήτηση αυτή του εναγομένου δεν είναι αποτελεσματική, διότι για τη θεμελίωση της ως άνω ένστασής του, περί κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από τον ίδιο, επικαλείτο την ίδια την κληρονομουμένη, ως απώτερη δικαιοπάροχό του, απέρριψε την ένσταση αυτή του εναγομένου και έκανε δεκτή την αγωγή, κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος κατά της 3579/2005 απόφασής του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της κτήσης της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, από τον ενάγοντα Ιερό Ναό, από κληρονομία, με την αναφερόμενη διαθήκη της Φ1, της μη κτήσης της κυριότητας τούτου από τον εναγόμενο, τόσο με παράγωγο τρόπο, λόγω της προηγηθείσας μεταβίβασης της κυριότητας τούτου στον ενάγοντα με την ανωτέρω διαθήκη, όσο και με τακτική χρησικτησία, λόγω μη συμπλήρωσης στο πρόσωπο του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του χρονικού διαστήματος δέκα ετών άσκησης νομής επ' αυτού, του χαρακτηρισμού του τίτλου χρησικτησίας του, ήτοι της ...
πράξης αποδοχής της κληρονομίας της Φ1 από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και δικαιοπαρόχους του, ως νομιζόμενου, και του υπολογισμού του χρόνου έναρξης της τακτικής χρησικτησίας του από τη μεταγραφή αυτού (21-2-1994) και όχι από τον χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης (26-12-1991), οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1041, 1051, 1710 παρ. 2, 1711 παρ. 2, 1193, 1198, 1199 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.
Δεν ήταν δε αναγκαίο για την νομική πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης να διαληφθεί και αιτιολογία σχετικά με την κτήση του δικαιώματος κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου της άμεσης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, αφού αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, έκτος, έβδομος, ενδέκατος και δωδέκατος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.
Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το αρθρ. 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 433/2007, 344/2007, 276/2007, 203/2007).
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος, περί κτήσης της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, δέχθηκε ότι ο εν λόγω διάδικος κατέστη κύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αυτός κατέστη κύριος μόνο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και να μη λάβει υπόψη την ...
πράξη αποδοχής κληρονομίας της αναφερόμενης συμβολαιογράφου, η οποία προσκομίστηκε προς απόδειξη της κτήσης της κυριότητας, από τον αυτό διάδικο, και του επί πλέον 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι επί της ένδικης αγωγής, της οποίας η συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε στις 2-11-2004, δεν εκδόθηκε παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση.
Σε κάθε όμως περίπτωση, εφόσον μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ ή έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων τους, επί δε αναγκαστικής ομοδικίας πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δικαιούνται να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο και έχει τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής (άρθρο 89 του ίδιου Κώδικα). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και το συνδυασμό τους προς εκείνη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αν εναγόμενος προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνον κατά του οποίου, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση, ενώσει δε με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, ο δε προσεπικληθείς δεν παρέμβει νομίμως στη δίκη, αλλά εμφανιστεί απλώς ως προσεπικαλούμενος και εναγόμενος, δε δημιουργείται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ αυτών.
Συνεπώς, δεν απαιτείται, για το παραδεκτό της έφεσης που ασκεί ο ενάγων κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης επί της αγωγής του, να απευθύνεται και κατά του προσεπικληθέντος από τον εναγόμενο δικονομικού εγγυητή. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δε κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του ενάγοντος, ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, κατά της 3579/2005 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του, λόγω μη απεύθυνσης αυτής και κατά της Ψ2, η οποία είχε παραστεί κατά τη συζήτησή της, και της κατ' αυτής απευθυνόμενης, από 3-3-2003 προσεπίκλησης και σ' αυτήν ενωμένης παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, η οποία συνεκδικάστηκε με την ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την εκκληθείσα απόφαση, η ανωτέρω προσεπικληθείσα, δεν παρενέβη στην πρωτοβάθμια δίκη, αλλά παραστάθηκε προς απόκρουση της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας κατ' αυτής αγωγής, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε πρωτοδίκως, και, επομένως, η ανωτέρω έφεση του ενάγοντος δεν απαιτείτο να απευθυνθεί και κατ' αυτής.
V.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, με τον ένατο μεν λόγο αναίρεσης, διότι, ενώ ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προέβαλε, το πρώτον με την έφεσή του, ότι η αποδοχή της κληρονομίας της Φ1 από τις εξ αδιαθέτου κληρονόμους εκείνης και δικαιοπαρόχους αυτού (εναγομένου - αναιρεσείοντος) οφείλεται σε πλάνη τους και, επομένως, εφαρμογής τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 1851 ΑΚ, έτσι δε μετέβαλε τη βάση της ένδικης αγωγής του, με την οποία επικαλέστηκε απάτη εκείνων, δεν απέρριψε, σύμφωνα με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη τη μεταβολή αυτή, με το δέκατο δε λόγο αναίρεσης, διότι δεν απέρριψε, ως απαράδεκτο, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, τον εν λόγω ισχυρισμό του ενάγοντος, που προτάθηκε το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντος δεν ήταν θεμελιωτικοί της ένδικης αγωγής του, η οποία ως θεμέλιό της είχε την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από αυτόν, με παράγωγο τρόπο, ήτοι κληρονομική διαδοχή (διαθήκη) από την μέχρι τότε κυρία τούτου, αλλά αποτελούσαν αιτιολογημένη άρνηση, που υποβλήθηκε καθ' υποφορά με την αγωγή, της ένστασης του εναγομένου περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, και ειδικότερα των στοιχείων του νομιζόμενου τίτλου και της ύπαρξης καλής πίστης κατά την άσκηση της νομής επ' αυτού, και επομένως, με αυτούς δεν επέρχονταν μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής, ούτε αυτοί, ως αρνητικοί, εντάσσονταν στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
IV.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-11-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση των 5522/2007 και 6022/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ