485/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated485/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. Ν 25/1975 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 429/1976, μετεβλήθη το σύστημα βεβαιώσεως και εισπράξεως των τελών καθαριότητος και φωτισμού του δήμου και ανετέθη το έργο αυτό στη ΔΕΗ η οποία εισπράττει τα τέλη αυτά για λογαριασμό του δήμου και τα αποδίδει στη συνέχεια σε αυτόν.
Full text
Απόφαση 485 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ, που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κίμωνα Βορίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ελιμνίων, νομικού προσώπου δημοσίου Δικαίου (Ο.Τ.Α) που εδρεύει στην Λίμνη Ευβοίας. και εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Κωνσταντίνο Μάρκου ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους Κωνσταντίνο Ψαρρό και Πολύδωρα Αδάμ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4763/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5078/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 5078/06 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή διαιτητικής αποφάσεως, πριν ασκηθεί κατ' αυτής κάποιο ένδικο μέσο, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του. Για τη παραίτηση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και συνεπώς μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου ή και με συμφωνία των διαδίκων, είτε σιωπηρά με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς η πρόθεση αυτή (ΑΠ 848/06).
Εν προκειμένω ο αναιρεσίβλητος με τις νομότυπα κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ κατατεθείσες προτάσεις της, προβάλλει το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, για το λόγο ότι η ανεπάρκεια πριν από την άσκηση της αναιρέσεως αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι με την 5078/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλλει σ' αυτόν το ποσό των 232.987,91 ευρώ, ως αποζημίωση, καθ' όσον από παράλειψη των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας, εισεπράχθηκσαν τα έλη καθαριότητος και φωτισμού των δημοτών τους των ετών 2000, 2001 και 2002, με μόνο τον συντελεστή καθαριότητος, ενώ η είσπραξη, έπρεπε ν γίνει με τον κοινό συντελεστή καθαριότητος και φωτισμού και ότι η αναιρεσείουσα μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης για το έτος 2000 και μετά την έκδοση της εφετειακής αποφάσεως για τα έτη 2001 και 2002, αυτοβούλως πρ...ττωσε, εισέπραξε αναδρομικά τα τέλη καθαριότητος και φωτισμού των άνω ετών από τους δημότες του, με τον παραλειφθέντα συντελεστή, αποδεχθείσα με τις ενέργειές της αυτές σιωπηρώς την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση.
Από τις παραπάνω όμως ενέργειες της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλόμενης εφετειακής αποφάσεως εκ μέρους της, καθ' όσον αυτή με τις ενέργειές της αυτές απέβλεψε στην μείωση του ποσού της αποζημιώσεως που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο Δήμο, ο οποίος είναι και ο δικαιούχος των εισπραχθέντων αυτών ποσών και ως εκ τούτου η μεταγενεστέρως ασκηθείσα από αυτήν αναίρεση δεν είναι παραδεκτή και τα ως άνω προβαλλόμενα από τον αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. Ν 25/1975 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 429/1976, μετεβλήθη το σύστημα βεβαιώσεως και εισπράξεως των τελών καθαριότητος και φωτισμού του δήμου και ανετέθη το έργο αυτό στη ΔΕΗ η οποία εισπράττει τα τέλη αυτά για λογαριασμό του δήμου και τα αποδίδει στη συνέχεια σε αυτόν.
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1, 2, 6, 7 και 8 του Ν. 1080/1980 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 Ν 2130/1993, οι πόροι των δήμων επί των ηλεκτροδοτουμένων χώρων εισπράττοντας από τη ΔΕΗ μετά των τελών καθαριότητος και φωτισμού κατά την προβλεπόμενη στις διατάξεις αυτές διαδικασία και αποδίδονται από τη ΔΕΗ στο δικαιούχο Δήμο με την αυτή εκκαθαριστική κατάσταση των τελών καθαριότητας και φωτισμού εντός του τρίτου μήνα από της λήξεως του μήνα στο οποίο αφορούν λογιστικά οι σχετικοί λογαριασμοί με παρακράτηση αμοιβής ποσοστού 2% επί των εισπράξεων.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η παράνομη σε αυτή προσβολή δυνατό να αναφέρεται τόσο σε απόλυτα όσο και σε σχετικά (ενοχικά) δικαιώματα (Ολ. ΑΠ 967/1973 Νο22, 505). Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστήσας προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "προστηθείς" για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται ο προστήσας είναι το πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες του, απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στην διεκπεραίωση υποθέσεως του κυρίου και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του.
Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του πρώτου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτο όχι μόνο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μέσα στα όρια των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή με την ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία του και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/04).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 ισχύοντος Συντάγματος "Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δ/ρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει".
Κατά το άρθρο 1 στοιχ. α ΚΠολΔ τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών, ιδιωτική δε διαφορά υφίσταται όταν το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση ή έριδα των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενον ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 1800/1987 ΑΠ 28/93).
Τέλος από τον συνδυασμό των άρθρων 4, 559 αρ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δ/ριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του (Ολ ΑΠ 293/1981). Στην κρινόμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο ενάγων και τώρα αναιρεσίβλητος Δήμος εξέθετε σ' αυτήν τα εξής:
Ότι με αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, που είχαν ληφθεί εγκαίρως και κοινοποιήθηκαν εμπροθέσμως στην εναγομένη, γνωστοποίησε σ' αυτήν την αναπροσαρμογή των επιμέρους συντελεστών για τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, καθώς και το συνολικό συντελεστή με τον οποίο θα υπολογιζόταν το ενιαίο ανταποδοτικό τέλος για τα έτη 2000, 2001 και 2002, που όφειλε να βεβαιώσει και να εισπράξει η εναγομένη μέσω των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος από τους δημότες του και στη συνέχεια να του το αποδώσει, παρακρατώντας την αμοιβή της, και ότι από βαρύτατη αμέλειά τους τα αρμόδια όργανα - υπάλληλοι αυτής πολλαπλασίασαν τα τετραγωνικά μέτρα των στεγασμένων χώρων μόνο με το συντελεστή που αντιστοιχούσε στα τέλη καθαριότητας και όχι με το συνολικό συντελεστή που προέκυπτε από το άθροισμα των δυο επί μέρους συντελεστών (καθαριότητας και φωτισμού), ενέργεια που όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν, με αποτέλεσμα να απωλέσει ο ενάγων Δήμος κατά το τριετές αυτό διάστημα συνολικό ποσόν 237.742,76 ΕΥΡΩ, όπως αυτό εκτίθεται αναλυτικά στην αγωγή κατ' έτος και κατά δημοτικό διαμέρισμα, ζητούσε δε κατόπιν τούτου να υποχρεωθεί η εκκαλούσα-εναγομένη να του καταβάλει το πιο πάνω ποσόν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ένδικη υπόθεση λόγω του παραπάνω αντικειμένου της δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας αλλά είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή έριδα των διαδίκων μερών, ως προς την καταβολή της αποζημίωσης λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Εν προκειμένω το Εφετείο ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει δέχθηκε ανελέγκτως από τον Άρειο Πάγο την αγωγή ως ουσία βάσιμη με τις ακόλουθες αιτιολογίες: Η ΔΕΗ εισπράττει από ετών το ενιαίο ανταποδοτικό τέλος (φωτισμού και καθαριότητος) για λογαριασμό του Δήμου Ελιμνίων, αποδίδει δε στη συνέχεια το ποσό αυτό στο Δήμο, παρακρατούσα υπέρ αυτής ποσοστό 2% ως αμοιβή της καθώς και τις προς αυτήν εκκαθαρισμένες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές του Δήμου που προέρχονται από την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος ή από έργα ηλεκτροδοτήσεις.
Προκειμένου δε η εναγομένη να γνωρίζει το ακριβές ποσό που υποχρεούτο να εισπράττει για λογαριασμό του ενάγοντος Δήμου, ο τελευταίος της κοινοποιούσε τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες αποφάσιζε το συντελεστή του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους που αναλογούσε στους κατοίκους του Δήμου και των δημοτικών διαμερισμάτων για κάθε έτος.
Έτσι με τις υπ' αριθ. ....., ...... και ..... αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου τον ενάγοντα Δήμο αποφασίσθηκε η αναπροσαρμογή των επί μέρους συντελεστών για τα τέλη καθαριότητας και φωτισμού - ενώ με την υπ' αριθ. ..... απόφαση του Δ.Σ. δεν έγινε αναπροσαρμογή για το έτος 2002 αλλά παρέμειναν οι ίδιοι συντελεστές του έτους 2001 για τα έτη 2000 ή 2001, κοινοποιήθηκαν δε οι αποφάσεις αυτές στην εναγομένη ΔΕΗ.
Αντί όμως οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ΔΕΗ να πολλαπλασιάσουν τα τετραγωνικά μέτρα των Δημοτών του Δήμου, αναλόγως για κατοικίες και καταστήματα, με τον συνολικό συντελεστή τελών καθαριότητος και φωτισμού, από αμέλειά τους κατά τον υπολογισμό των ποσών που όφειλαν να βεβαιώσουν και να εισπράξουν για λογαριασμό του Δήμου από τον κάθε Δημότη για την αιτία αυτή, πολλαπλασίασαν μόνο το συντελεστή που αντιστοιχούσε στο τέλος καθαριότητας, με αποτέλεσμα λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, να μη εισπραχθεί την τριετία 2000-2002 το σύνολο των ποσών που αντιστοιχούσαν στο ενιαίο ανταποδοτικό τέλος καθαριότητας και φωτισμού, αλλά μόνον το ποσό που αντιστοιχούσε στο τέλος καθαριότητας και εντεύθεν να ζημιωθεί ο ενάγων Δήμος κατά τα αντίστοιχα ποσά που αναλογούσαν στα τέλη φωτισμού των δημοτών του και τα οποία ανήλθαν στην εν λόγω τριετία στο ύψος των 232.989,91 ευρώ.
Έκρινε δε ακολούθως το Εφετείο ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή κατά το εν λόγω ποσό και υποχρέωσε την εναγομένη προς καταβολή αυτού στον ενάγοντα Δήμο αφού απέρριψε προηγουμένως ισχυρισμό της εναγομένης, που πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με το δεύτερο λόγο εφέσεως ότι δεν υφίσταται συντελεσμένη ζημία, εφόσον ακόμη ο ενάγων Δήμος είχε τη δυνατότητα να εισπράξει από τους Δημότες του, που είναι πραγματικοί οφειλέτες τα μη εισπραχθέντα ανταποδοτικά τέλη των ετών 2000-2002, παρέχοντας τη συναίνεσή του για αναδρομική χρέωση των σχετικών ποσών, ακόμη και σε δόσεις, με την αιτιολογία ότι με τον τρόπο αυτό θα επιρριπτόταν σε τρίτους η ζημία που έχει υποστεί ο ενάγων Δήμος από υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης.
Καταλήγοντας το Εφετείο στο συμπέρασμα αυτό με βάση τις παραπάνω παραδοχές σχετικά με τον άνω ισχυρισμό της εναγομένης διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπάρξεως ζημίας που θεμελιώνει το κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής αφού δέχθηκε ότι η ζημία του ενάγοντος συνίσταται στο ότι απώλεσε το ανταποδοτικό τέλος φωτισμού των Δημοτών του τα έτη 2000-2002.
Και τούτο διότι δεν διαλαμβάνει πως επήλθε η απώλεια των ανταποδοτικών τελών για το Δήμο συνεπεία μη είσπραξης τούτων από την εναγομένη, αφού ήταν δυνατή η είσπραξη αυτών αναδρομικώς από τους Δημότες του Δήμου- καταναλωτές και οφειλέτες αυτών με βάση τις άνω αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου αφού με αυτές εδικαιούτο η αναιρεσείουσα να βεβαιώσει τους λογαριασμούς και εισπράξει τα ποσά που προέκυπταν από τον πολλαπλασιασμό των τετρ.
μέτρων με το συνολικό συντελεστή (καθαριότητας και φωτισμού), βεβαιώσασα δε και εισπράξασα μόνο τα ποσά που προέκυπταν από τον πολλαπλασιασμό των τετρ μέτρων με το συντελεστή καθαριότητας, δικαιούται, βάσει των ίδιων αποφάσεων να βεβαιώσει και εισπράξει και τα ποσά που προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό των τετρ.
μέτρων με τον συντελεστή φωτισμού, μέσα στο χρόνο της παραγραφής, εντεύθεν δε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 297 ΑΚ. Επίσης με το να δεχθεί το Εφετείο ως απώλεια οριστική την μη είσπραξη των τελών φωτισμού για τα έτη 2000-2002 και εντεύθεν ζημία του Δήμου κατά το ποσόν αυτό, ενώ υπήρχε δυνατότητα εισπράξεως αυτών αναδρομικώς, μέσα στο χρόνο παραγραφής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 914 Ακ ώστε είναι βάσιμος ο 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5078/06 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρόυ 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ