485/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated485/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται, χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαιρέσεως προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (τελ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 485 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 485/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Κωνσταντίνο Κούκλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 476/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Σ. του Α., κάτοικο ....
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου 2003 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1075/2003. Με πολιτικώς ενάγουσα την Π. Σ. του Α., κατοίκου ....
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Σιδέρης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό 409/4-10-2005 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 2-5-2003 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ.
Π. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 476/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής: 1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 20-12-2002 έφεση της πολιτικώς ενάγουσας Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 1826/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο είχε αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για κακουργηματική απάτη, εξαφάνισε το βούλευμα αυτό και παρέπεμψε τον τελευταίο (αναιρεσείοντα) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, να δικασθεί για κακουργηματική υπεξαίρεση. 2.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 στοιχ. α’ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε στις 2-5-2003 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 33/2-5-2003 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στις 23-4-2003 και διαλαμβάνεται σ’ αυτή (έκθεση) ο αναιρετικός λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ.
ε’ (ήδη δ’ ) ΚΠΔ). 3. Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο, όταν ευρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα.
Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται, χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαιρέσεως προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (τελ.
εδάφιο της παραγράφου 3α ν. 2721/1999). Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 1178/1993, 760/1996, 711/2000 ΠΧ ΜΔ’ 167, ΜΖ’ 379, ΝΑ’ 55 αντίστοιχα). 4.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση και συμπληρωματικές δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα εξής: Η εκκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα και εγκαλούσα Μ.
Σ. και ο κατηγορούμενος Δ. Π. του Χ., γνωρίζονταν από τα εφηβικά χρόνια. Σε τυχαία συνάντηση τους περί το τέλος Ιουλίου 2000 η εκκαλούσα εκμυστηρεύτηκε στον κατηγορούμενο τις επαγγελματικές δυσκολίες της (επικείμενη διακοπή της αντιπροσώπευσης της εταιρίας ... λόγω μικρού αριθμού πωλήσεων ωρολογίων υπ’ αυτής) και τη συναισθηματική της φόρτιση που μεγάλωνε η πρόσφατη διάστασή της.
Ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος τα ανωτέρω, της πρότεινε να συνεργασθούν στην εμπορία ξυλείας (πρώτη φάση κοπής της), που ήταν και το αντικείμενο των σπουδών της, διαβεβαιώνοντας αυτήν α) ότι στον τομέα αυτόν ασχολείται ο ίδιος επικερδώς ως διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "...", που είχε το ίδιο αντικείμενο β) ότι θα αποκόμιζε η εγκαλούσα σημαντικά κέρδη από επενδύσεις μέσω αυτού (ευκαιρίες για αγορά ποσοτήτων ξυλείας με κέρδη αυτής και από την ίδρυση της νέας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης μεταξύ τους με κεφάλαιο 50.000.000 δραχμών, με συμμετοχή 50% ο καθένας τους και διαχειριστή την εκκαλούσα της οποίας τις διατυπώσεις ίδρυσης ανέλαβε ο κατηγορούμενος).
Στις διαβεβαιώσεις αυτές πείσθηκε η εκκαλούσα και παρέδωσε σ’ αυτόν τμηματικά το συνολικό ποσό των 31.813.287 δραχμών για την υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών της επενδύσεώς τους σε αγορά και μεταπώληση ξυλείας και σύσταση της ΕΠΕ (προκαταβολή κεφαλαίων αυτής). Συγκεκριμένα παρέδωσε στον κατηγορούμενο κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Ιουλίου 2000 μέχρι 4 Μαΐου 2001:
α) χρηματικό ποσό 11.400.000 από δικές της οικονομίες, β) ποσό 5.230.000 δραχμών από αναλήψεις που έκανε μέσω πιστωτικών καρτών, γ) ποσό 13.730.000 δραχμών, το οποίο δανείσθηκε από φιλικά της πρόσωπα και δ) ποσό 1.453.827 δραχμών, το οποίο αποτελούσε προϊόν εκκαθαρίσεως από εταιρία, στην οποία εργαζόταν. Ο κατηγορούμενος όμως, αθετώντας τις κατά τα ανωτέρω διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του, δεν τοποθέτησε τα χρηματικά ποσά αυτά που παρέλαβε από την εκκαλούσα σε εμπορία ξυλείας και σύσταση ΕΠΕ, αλλά τα κατακράτησε και τα ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία, με αποτέλεσμα να επέλθει βλάβη στην περιουσία της εκκαλούσας κατά το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 31.813.827 δραχμών, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της περιουσίας του κατηγορουμένου, την οποία και επιδίωκε αυτός.
Τα παραπάνω περιστατικά, που συνιστούν αθέτηση των αναληφθεισών μελλοντικών υποχρεώσεων του κατηγορουμένου για παροχή κερδών από επενδύσεις σε ξυλεία και σύσταση και μέλλον της ΕΠΕ, έστω και αν συνοδεύονται με ενδιάθετη πρόθεσή του να μην εκτελέσει τα συμφωνηθέντα, δεν εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος κατ’ άρθρ. 386 ΠΚ για τη στοιχειοθέτηση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη νομική σκέψη.
Η εκκαλούσα στην έγκλησή της ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος της είχε παραστήσει ψευδώς ότι ήταν και κύριος μέτοχος της "...", ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ενισχύεται από άλλα στοιχεία της δικογραφίας και, αν υποτεθεί αληθινός, δεν μπορεί, από μόνος του, να παραπλανήσει την έμπειρη στις συναλλαγές εκκαλούσα ώστε να καταβάλει στον κατηγορούμενο το προαναφερθέν συνολικώς ποσό, ήτοι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του γεγονότος αυτού και της δια των γενόμενων τμηματικώς χρηματικών καταβολών βλάβης της περιουσίας της, ενόψει του ότι η αλήθεια του ισχυρισμού αυτού έπρεπε να της δημιουργήσει δισταγμό αφού το συμφέρον του κατηγορουμένου θα του υπαγόρευε να πραγματοποιεί επενδύσεις μέσω της "..." από την οποία θα είχε μεγαλύτερα κέρδη ως μεγαλομέτοχός της.
Επίσης η σύνδεση του ισχυρισμού αυτού με άλλο ισχυρισμό, που για πρώτη φορά διαλαμβάνει στην ένδικη έφεσή της, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος της παρέστησε εν γνώσει ψευδώς ότι έχει μεγάλη οικονομική επιφάνεια και φερεγγυότητα δεν ασκεί επιρροή γιατί δεν αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της ανακριτικής δικογραφίας.
Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε, ότι τα ανωτέρω καταβληθέντα τμηματικά χρηματικά ποσά παρέλαβε ο κατηγορούμενος με τη σαφή εντολή, κατά τα εκτεθέντα, να τα διαθέσει για λογαριασμό της εκκαλούσας για την αγορά ξυλείας με σκοπό εμπορίας και ως κεφάλαιο σε μελλοντική σύσταση εταιρίας περιορισμένης ευθύνης.
Ο κατηγορούμενος όμως δεν εκτέλεσε την εντολή, αλλά κατακράτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό και το ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Ο προβαλλόμενος δε από αυτόν ισχυρισμός ότι όσα χρήματα έλαβε από την εκκαλούσα αποτελούσαν προϊόν δανείου είναι αβάσιμος, αφού δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Μετά από αυτά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, πρέπει κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, να δικασθεί για υπεξαίρεση της οποίας το συνολικό αντικείμενο υπερβαίνει τα 25.000.000 δραχμές (άρθ. 26 παρ. 1, 27 79, 375 παρ. 1 εδ.
β’ ΠΚ, όπως το τελ. εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. α’ του ν. 2721/1999). ‘ Ετσι, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας και εξαφάνισε το εκκληθέν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. 5.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.
Ειδικότερα ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση του αναιρεσείοντος να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και συνεπώς εξυπακούεται, ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών με ειδική αιτιολογία, αν και δεν είχε υποχρέωση, απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, ότι τα φερόμενα ως ιδιοποιηθέντα χρηματικά ποσά είχαν καταβληθεί στον αναιρεσείοντα λόγω δανείου. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε’ (ήδη δ’ ) ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς --Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η από 2-5-2003 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., κατά του υπ’ αριθμ. 476/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Και Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.-
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών....και αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Για τη στοιχειοθέτηση, άρα του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των στοιχείων:
α) ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στο δράστη από το νόμο, δ) δόλια προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει στη δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στη κατοχή του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο και, επί πλέον, για να προσλάβει κακουργηματικό χαρακτήρα η υπεξαίρεση, πρέπει η συνολική αξία των υπεξαιρεθέντων να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ.
Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 134 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1ε ΚΠΔ, υπάρχει όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό του βουλεύματος ή και σε συνδυασμό και με το διατακτικό του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια και προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη.
Εξάλλου, για το δόλο δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγησή του, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση αυτών, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του (υπερχειλή δόλο) ή αν έχει τη μορφή του ενδεχομένου δόλου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου προκειμένου να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Πιο συγκεκριμένα παρέπεμψε τον κατηγορούμενο γιατί εδέχθη ότι αυτός, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατά το χρονικό διάστημα από 3 Αυγούστου 2000 έως 45 Μαΐου 2001 ιδιοποιήθηκε παρανόμως α) χρηματικό ποσό 11.400.000 δρχ, β) 4.230.000 δρχ, γ) 13.730.000 και δ) ποσό 1.453.827 δρχ. και συνολικά 31.813.827 δρχ., που παρέλαβε στην κατοχή του από την παθούσα Μ. Σ., με την εντολή να το τοποθετήσει για λογαριασμό της σε επενδύσεις εμπορίας ξυλείας, καθώς και ως κεφάλαιο σε μελλοντική σύσταση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με εταίρους τους δυο (παθούσα και κατηγορούμενο) και ότι ο τελευταίος δεν ετοποθέτησε το ανωτέρω χρηματικό ποσό, σύμφωνα με την εντολή που είχε, αλ’ λα το κατακράτησε και το ιδιοποιήθη παρανόμως, ενσωματώνοντάς το στην ατομική του περιουσία.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, για το οποίο κρίθηκε ο αναιρεσείων παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.
Ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου δεν ήταν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση του αναιρεσείοντος να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως και συνεπώς εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Προσθέτως το Συμβούλιο Εφετών, με ειδική αιτιολογία, αν και δεν είχε υποχρέωση, απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, ότι τα φερόμενα ως ιδιοποιηθέντα χρηματικά ποσά είχαν καταβληθεί στον αναιρεσείοντα λόγω δανείου ενώ ως χρόνος παράνομης ιδιοποιήσεως του ανωτέρω ποσού, είναι ο εις το διατακτικό του βουλεύματος αναφερόμενος χρόνος, δηλαδή όταν η παθούσα εζήτησε να της επιστραφεί το ως άνω ποσό, αφού δεν το επένδυσε ο κατηγορούμενος, όπως είχε συμφωνηθεί.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 484 παρ. ιδ ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος καθώς και η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.5.2003 αίτηση του Δ. Π. του Χ., για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 476/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 24 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ