Legislator Case Law & Legislation
484/2024 AI generated

484/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 484/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

484/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού την από 23.10.2017 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία εξέθετε ότι από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγόμενου συνεταιρισμού υπαλλήλων υπέστη ζημία, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα.

Keywords

AI generated
capital contribution and withdrawal special scheme for investment gold repayment of capital contributions investment transaction repatriation of capital equity capital
AI generated
1463/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
811/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
529/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
922/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1635/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 484/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μόσχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Συνεταιριστικού Πιστωτικού Ιδρύματος (Πιστωτικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης) με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Κλαμαρή και Δημήτριο Τσιμπανούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Συνεταιρισμού την από 23.10.2017 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία εξέθετε ότι από την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγόμενου συνεταιρισμού υπαλλήλων υπέστη ζημία, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα.

Ζητούσε δε, κυρίως με βάση τις διατάξεις για την ενδοσυμβατική ευθύνη και την αδικοπραξία και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να του καταβάλει 842.320 ευρώ για τη θετική του ζημία και 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 34/2018 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής (κατ` άρθρο 904 ΑΚ), έκρινε νόμιμη κατά τις κύριες βάσεις της την αγωγή και στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτή ένσταση του εναγομένου περί συνυπολογισμού του κέρδους και της ζημίας του ενάγοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 511.392 ευρώ για τη θετική του ζημία και το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι τις από 5.12.2018 και 3.12.2018 αντίθετες εφέσεις τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο με την υπ` αριθ. 31/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 34/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και απέρριψε τελικά στο σύνολό της (τόσο ως προς τη βάση της για την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου όσο και ως προς τη βάση της για την αδικοπραξία) ως ουσία αβάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ενάγων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1007/2019).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα, εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, 1849/2017).

Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν.4514/3-1-2018 (βλ.

άρθρο 98 τούτου), "1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ [Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών], στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. ... 2.

Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: ... (γ) τα άρθρα 25 έως 30...", κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ` αυτών. (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)...", κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν: (α) Οι κινητές αξίες. (β) Τα μέσα χρηματαγοράς. ...." και κατά το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ιδίου νόμου, "1.

Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως.

Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως.

Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.

Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 931/2019, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Οι ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ.

του νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των ν. 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) ιδρύθηκε μετά την από 18 Αυγούστου 1993 απόφαση της ιδρυτικής συνέλευσης των μελών του με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, οπότε εγκρίθηκε το με την ίδια ημερομηνία καταστατικό του, που καταχωρήθηκε στις 20 Αυγούστου 1993 στο τηρούμενο στο Ειρηνοδικείο Χανίων Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών, με αριθμό μητρώου …1993.

Δυνάμει της υπ` αριθ. …/18.09.1995 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος" ο εναγόμενος έλαβε άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα και έκτοτε λειτουργεί ως τράπεζα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης των μελών του Συνεταιρισμού επήλθαν τροποποιήσεις στο καταστατικό του, που εγκρίθηκαν με πράξεις του Ειρηνοδίκη Χανίων καθώς και από την Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος".

Ο ενάγων (αναιρεσείων), που δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στον κατασκευαστικό τομέα ως εργολάβος ανέγερσης οικοδομών, προσήλθε για πρώτη φορά στις 15 Φεβρουάριου 2011 στον εναγόμενο και στο υποκατάστημα που διατηρεί επί της Λεωφόρου Συγγρού στην Αθήνα, προκειμένου να μεταφέρει ποσό 791.024,79 ευρώ, που έως τότε διατηρούσε σε έτερο τραπεζικό ίδρυμα, ενώ στις 18 Ιανουαρίου 2012 μετέφερε ακόμα 202.462,46 ευρώ...

Το σύνολο του άνω κεφαλαίου του τοποθέτησε σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης, την οποία διατήρησε για ένα έτος, έως τον Ιανουάριο 2013. Τότε, έχοντας μάθει για το πρόγραμμα του εναγομένου με το διακριτικό τίτλο "..." και διερευνώντας τις δυνατότητες επωφελέστερης τοποθέτησης του διαθέσιμου κεφαλαίου του, αφού ενημερώθηκε από το διευθυντή του άνω υποκαταστήματος Ν.

Σ., δελεάστηκε από τις υψηλές αποδόσεις που θα μπορούσε να απολαύσει και έτσι προχώρησε στη σχετική διαδικασία. Προς τούτο υπέβαλε την από 17 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του για την εγγραφή του ως συνεταίρου, ώστε να αποκτήσει μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, απαραίτητη για την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και ακόμα 20.599 προαιρετικές μερίδες, ήτοι συνολικά 20.600 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας εκάστης 35 ευρώ και κατέβαλε συνολικά 721.000 ευρώ.

Η αίτησή του έγινε δεκτή και ο ενάγων ενεγράφη στο μητρώο μελών του εναγομένου και έλαβε αριθμό μητρώου μελών .... Την ίδια ημέρα ο ενάγων και ο εναγόμενος, εκπροσωπούμενος από δύο υπαλλήλους του, υπέγραψαν την υπ` αριθ. ... "σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα" και δη στο πρόγραμμα "...". Σύμφωνα με όρους της σύμβασης (κατά το μέρος που εν προκειμένω ενδιαφέρει): "1.

Ο συνεταίρος τοποθετεί σήμερα στο επενδυτικό πρόγραμμα κεφάλαιο ύψους 801.112 ευρώ, του οποίου, κατά προσέγγιση, το 90% αντιστοιχεί στην τρέχουσα τιμή διάθεσης από την Τράπεζα των συνεταιριστικών μερίδων που εντάσσονται στο πρόγραμμα και το 10% σε κατάθεση μετρητών σε ειδικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, όπως περιγράφεται κατωτέρω.

Συγκεκριμένα: 1.1. Ο συνεταίρος εντάσσει στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα 20.600 συνεταιριστικές μερίδες της Τράπεζας, τις οποίες έχει στο όνομά του και οφείλει να διατηρήσει στο όνομά του καθ` όλη τη χρονική διάρκεια της παρούσας σύμβασης, εκτός αν ασκήσει το δικαίωμα που περιγράφεται στην παράγραφο 2.2 της παρούσας. 1.2.

Ο συνέταιρος οφείλει πριν ή συγχρόνως με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης να καταθέσει σε ειδικό λογαριασμό στην Τράπεζα με τον τίτλο "..." και αριθμό ... το ποσό των 80.112 (ογδόντα χιλιάδων εκατόν δώδεκα) ευρώ. Η κατάθεση αυτή θα αποκαλείται στη συνέχεια "...". [...] Το επιτόκιο της ... συμφωνείται ότι θα είναι 25% (πριν από φόρους) και θα διατηρείται σταθερό καθ` όλη τη διάρκεια του προγράμματος. [...] Ο εκτοκισμός της ...

συμφωνείται ότι θα γίνεται δύο φορές το έτος (30/6 και 31/12). 1.3. Συμφωνείται ότι οι τόκοι της ως άνω ..., η καταβλητέα διαφορά απόδοσης, αν προκύψει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων στο πρόγραμμα συνεταιριστικών μερίδων, αν αυτές ρευστοποιηθούν, θα πιστώνονται από την Τράπεζα στον με αριθμό ...

λογαριασμό του συνεταίρου σε αυτήν και το μέρισμα των συνεταιριστικών μερίδων θα πιστώνεται από την Τράπεζα στον με αριθ. ... λογαριασμό του συνεταίρου σ` αυτή. 2.1. [...] Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει το πρόγραμμα για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, με ελάχιστο χρόνο διατήρησης αυτού τις 90 ημέρες (συμπληρωμένες), δικαιούμενος να ζητήσει με έγγραφη αίτησή του από την Τράπεζα το κλείσιμο αυτού οποτεδήποτε μετά την πάροδο της ως άνω ελάχιστης διάρκειας των 90 ημερών.

Η Τράπεζα εξάλλου έχει το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε το πρόγραμμα του συνεταίρου και να το κλείσει, αλλά μόνο κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 90 ημέρες πριν από το κλείσιμο του προγράμματος. 2.2 Περαιτέρω, ο συνεταίρος έχει δικαίωμα με αίτησή του και μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, να ζητήσει την ανάληψη μέρους της ...

και παράλληλα την αποδέσμευση από το πρόγραμμα αριθμού μερίδων τέτοιου, ώστε να διατηρείται πάντα η ποσοστιαία αναλογία κατάθεσης και συνεταιριστικών μερίδων, που συμφωνείται στην παράγραφο 1 της παρούσας. Για την υλοποίηση του αιτήματος αυτού είναι απαραίτητη η υπογραφή τροποποιητικής της παρούσας σύμβασης, που θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος αυτής. [...] 3.

Κατά το κλείσιμο του προγράμματος ο συνεταίρος θα εισπράξει α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του, που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα (εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την Τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα, για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο καταστατικό της Τράπεζας και την οποία ο συνεταίρος δηλώνει ότι γνωρίζει) τα ακόλουθα κονδύλια: (i) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων, (ii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες θα έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους, θα εισπράξει την τρέχουσα υπεραξία αυτών, που θα έχει προσδιορισθεί για την περίοδο της ρευστοποίησης, (iii) για όσες από τις ρευστοποιούμενες συνεταιριστικές μερίδες δεν έχει συμπληρωθεί διετία από την απόκτησή τους θα εισπράξει την υπεραξία αυτών που είχε προσδιορισθεί πριν από την τελευταία αναπροσαρμογή αυτής και β) το ποσό της άνω ...

μετά των αναλογούντων μέχρι τότε δεδουλευμένων τόκων αυτής, κλειομένου οριστικά του άνω ειδικού λογαριασμού αυτής. Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ` επιλογή του συνεταίρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11). 4.

Η Τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω ...) που αποτιμάται σήμερα σε 801.112 ευρώ, θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το αρ. 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι ...), τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την Τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της www.....gr) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος. [...] 5.

Η Τράπεζα δηλώνει ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο αριθ. 4 της παρούσας σύμβασης, να καταβάλει στο συνεταίρο τη διαφορά. [...]". Ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα (17.01.2013) ο ενάγων αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων "..." και ανοίχθηκε ο υπ` αριθ. ...

λογαριασμός "...", στον οποίο κατέθεσε 80.112 ευρώ καθώς και ο υπ` αριθ. ... λογαριασμός απόδοσης τόκων, η δε σύμβαση λειτούργησε κανονικά έως τις 17 Ιανουαρίου 2014. Περαιτέρω, στις 27 Ιουνίου 2013 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, η έναρξη ισχύος του οποίου ορίστηκε για την 01η Ιανουαρίου 2014.

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Τίτλο Ι, που επιγράφεται "στοιχεία ιδίων κεφαλαίων", "το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ενός ιδρύματος αποτελείται από το άθροισμα του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και του πρόσθετου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος" (άρθρο 25) και "τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των ιδρυμάτων αποτελούνται από [...] κεφαλαιακά μέσα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 28 ή κατά περίπτωση στο άρθρο 29" (άρθρο 26 παρ. 1).

Σύμφωνα με το άρθρο 27 "τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 περιλαμβάνουν οποιοδήποτε κεφαλαιακό μέσο, που εκδίδεται από ένα ίδρυμα δυνάμει του καταστατικού του, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) το ίδρυμα ανήκει σε τύπο ιδρύματος, που ορίζεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές ως: i) αλληλασφαλιστική ένωση, ii) συνεταιριστική εταιρία, iii) ταμιευτήριο, iv) παρόμοιο ίδρυμα, v) πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία ιδρύματος που αναφέρεται στα σημεία i) έως iv) και έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να κάνει χρήση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον και για όσον καιρό το 100% των κοινών μετοχών που εκδίδει το πιστωτικό ίδρυμα ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε ίδρυμα που αναφέρεται στα εν λόγω σημεία, β) πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 28 ή κατά περίπτωση του άρθρου 29".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 "1. Τα κεφαλαιακά μέσα χαρακτηρίζονται ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: α) τα μέσα εκδίδονται άμεσα από το ίδρυμα κατόπιν έγκρισης των ιδιοκτητών του ιδρύματος ή εφόσον επιτρέπεται δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, από το διοικητικό σώμα του ιδρύματος, β) τα μέσα είναι καταβεβλημένα και η αγορά τους δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από το ίδρυμα, [...] στ) το κεφάλαιο των μέσων δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, εξαιρουμένων των κατωτέρω περιπτώσεων: i) εκκαθάριση του ιδρύματος, ii) προαιρετική επαναγορά των μέσων ή άλλο προαιρετικό μέσο μείωσης του κεφαλαίου [...], η) τα μέσα πληρούν όλες τις κατωτέρω προϋποθέσεις όσον αφορά τις διανομές: i) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών, ακόμα και σε σχέση με άλλα μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή των διανομών, [...], v) οι όροι που διέπουν τα μέσα δεν περιλαμβάνουν καμία υποχρέωση του ιδρύματος να προβαίνει σε διανομές στους κατόχους των μέσων και το ίδρυμα δεν υπόκειται σε καμία περίπτωση στην εν λόγω υποχρέωση, vi) η καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης του ιδρύματος [...]".

Ενόψει των ρυθμίσεων του ως άνω Κανονισμού 575/2013 η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους συνεταίρους (εγγυημένη) απόδοση για κεφαλαιακή επένδυση, ανεξάρτητα μάλιστα από την ύπαρξη ή όχι κερδών, συνιστούσε πρόβλεψη για προνομιακή μεταχείριση σε σχέση με τη σειρά καταβολής των διανομών και ερχόταν σε αντίθεση με τα οριζόμενα σε αυτόν, με αποτέλεσμα οι ενταχθείσες στο πρόγραμμα "..." συνεταιριστικές μερίδες να μην πληρούν τις προϋποθέσεις, ώστε να χαρακτηρισθούν ως μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

Προκειμένου ο εναγόμενος να συμμορφωθεί με τα νέα δεδομένα και να είναι σε θέση να συνυπολογίσει και τις συνεταιριστικές μερίδες που είχαν ενταχθεί στο σύνθετο πρόγραμμα "..." στα ίδια κεφάλαιά του, προχώρησε στην κατάργησή του και στη δημιουργία του αποκλειστικά καταθετικού προγράμματος "αποδίδω". Στο πρόγραμμα αυτό ο εναγόμενος δεν αναλάμβανε ιδιαίτερη υποχρέωση σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που οι συνέταιροι ενέτασσαν σε αυτό, καθώς οι μερίδες αποτελούσαν μεν προϋπόθεση για την κατάρτιση της καταθετικής σύμβασης (που προσέφερε προνομιακό επιτόκιο), η αξία τους όμως χρησίμευε μόνο για την ανεύρεση του ποσού της κατάθεσης, όπως στη συνέχεια θα αναφερθεί.

Έτσι ο εναγόμενος με επιστολή που απέστειλε, κάλεσε όλους τους συνεταίρους, που συμμετείχαν στο πρόγραμμα "...", να συμπράξουν στη λύση της μεταξύ τους σύμβασης και αφού λάμβαναν γνώση και μελετούσαν τους όρους του νέου καταθετικού προγράμματος, να προβούν στην υπογραφή νέας συμβάσεως για το πρόγραμμα "αποδίδω".

Το ίδιο συνέβη και με τον ενάγοντα, οπότε στις 17 Ιανουαρίου 2014 αυτός και οι νόμιμοι εκπρόσωποι του εναγομένου υπέγραψαν τη με την ίδια ημερομηνία "διακοπή επενδυτικού προγράμματος "..." - λύση σύμβασης", σύμφωνα με την οποία: "[...] συμφώνησαν, συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν τα επόμενα. Με την από 17/01/2013 σύμβαση με αριθμό 3313 είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η συμμετοχή του συνεταίρου στο εκεί προβλεπόμενο επενδυτικό πρόγραμμα της Τράπεζας, με τους εκεί προβλεπόμενους όρους και συμφωνίες.

Ήδη τα μέρη, σύμφωνα με τον οικείο όρο της εν λόγω σύμβασης, συμφωνούν ότι λύεται κοινή συναινέσει η σύμβαση αυτή, στο πλαίσιο κλεισίματος του εν λόγω επενδυτικού προγράμματος και ότι το ποσό της κατάθεσης μετά των αναλογούντων δεδουλευμένων τόκων αυτής μεταφέρεται στο λογαριασμό που έχει υποδείξει ο συνεταίρος στην Τράπεζα, κλειομένου οριστικά του ειδικού λογαριασμού αυτής.

Κατά συνέπεια, μετά την ως άνω μεταφορά, το υπόλοιπο του λογαριασμού από το εν λόγω επενδυτικό πρόγραμμα είναι μηδενικό, δεδομένου δε ότι έχουν καταβληθεί στο συνεταίρο όλες οι συμφωνημένες αποδόσεις του προγράμματος, ουδεμία απαίτηση υφίσταται μεταξύ των μερών από τη σχετική σύμβαση, που λύεται με το παρόν κοινή συναινέσει. [...]".

Είναι σαφές ότι μετά την ανωτέρω συμφωνία έπαυσε να ισχύει η σύμβαση "..." στο σύνολό της, τόσο ως προς το επενδυτικό σκέλος της, με κύριο γνώρισμα τη δέσμευση του εναγομένου για την εγγυημένη απόδοση μερισμάτων και υπεραξίας των συνεταιριστικών μερίδων όσο και ως προς το καταθετικό σκέλος αυτής, ενώ ο ενάγων συνέχισε να κατέχει τις συνεταιριστικές του μερίδες, το καθεστώς ρευστοποίησης των οποίων εξακολουθούσε να διέπεται από το καταστατικό του εναγομένου και το νόμο.

Την ίδια ημέρα (17 Ιανουαρίου 2014) το κατατεθέν στο λογαριασμό "..." κεφάλαιο ύψους 80.863,25 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ` αριθ. ... λογαριασμό του ενάγοντος. Επίσης έγινε εκκαθάριση της απόδοσης του επενδυτικού προγράμματος "..." και υπολογίστηκε ότι τόκοι επί του κεφαλαίου ανέρχονταν σε 16.982,16 ευρώ, η καθαρή εγγυημένη με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση απόδοση ανερχόταν σε 47.033,69 ευρώ και έτσι του καταβλήθηκε η διαφορά ύψους (47.033,69 - 16.982,16) 30.051,53 ευρώ.

Την ίδια και πάλι ημέρα ο ενάγων συνήψε με τον εναγόμενο νέα σύμβαση για την αξιοποίηση των χρημάτων του, τα οποία ενέταξε στον καταθετικό λογαριασμό "αποδίδω". Έτσι, κατόπιν της υπ` αριθ. ... αιτήσεώς του, υπέγραψε ο ενάγων τη με την ημερομηνία αυτή "σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω"", σύμφωνα με την οποία (κατά το μέρος της που εδώ ενδιαφέρει) οι συμβληθέντες συμφώνησαν τα εξής: "[...] 2.

Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού της κατάθεσης, που ο συνεταίρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης "αποδίδω", αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τον όρο 3. Συγκεκριμένα, το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνεταίρου.

Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. [...] 4. Ο λογαριασμός είναι έντοκος. Το επιτόκιο καθορίζεται ως εξής: Η κατάθεση θα εντάσσεται στην αντίστοιχη κλίμακα του εκάστοτε προσφερόμενου από την Τράπεζα επιτοκίου για προθεσμιακές καταθέσεις διάρκειας 365 ημερών δεκαπλάσιου ποσού (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της Τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της Τράπεζας www......), όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία ανοίγματος εκάστου ειδικού λογαριασμού "αποδίδω" και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτού.

Το κατ` αυτόν τον τρόπο συναγόμενο επιτόκιο πολλαπλασιάζεται με τους εξής δύο ειδικούς συντελεστές: [...] 7. Ο συνεταίρος - καταθέτης δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις από τον ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" οποτεδήποτε, χωρίς ποινή, αναπροσαρμοζόμενου αναλόγως του επιτοκίου, όπως ορίζεται ανωτέρω υπό τον όρο 4. 8.

Η διάρκεια της παρούσας και των λογαριασμών που θα τηρηθούν σύμφωνα με αυτήν είναι αόριστη. Ο συνεταίρος μπορεί να διατηρήσει κάθε ειδικό λογαριασμό κατάθεσης "αποδίδω" για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί, δικαιούμενος να ζητήσει από την Τράπεζα οποτεδήποτε, με έγγραφη αίτησή του προς αυτή, το κλείσιμο όποιου λογαριασμού επιθυμεί.

Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να κλείσει οποτεδήποτε τους ειδικούς λογαριασμούς καταθέσεων "αποδίδω" του συνεταίρου, κατόπιν έγγραφης προειδοποίησης αυτής προς το συνεταίρο 30 ημέρες πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών. [...] Σε περίπτωση κλεισίματος του λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω", το κεφάλαιο αυτού -εφόσον υφίσταται υπόλοιπο- θα μεταφέρεται σε λογαριασμό που ο συνεταίρος έχει δηλώσει, διαφορετικά σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τηρεί αυτός στην Τράπεζα".

Την ίδια ημέρα (17 Ιανουαρίου 2014) ο ενάγων αιτήθηκε και απέκτησε ακόμα 6.176 συνεταιριστικές μερίδες, αντί ποσού 35 ευρώ εκάστη και έτσι του ανήκαν πλέον συνολικά 26.776 μερίδες. Εν συνεχεία, κατέθεσε ποσό 93.716 ευρώ στον υπ` αριθ. ... ειδικό λογαριασμό "αποδίδω", με δικαιούχο τον ίδιο και τη Β. Τ.. Και αυτή η σύμβαση και ο αντίστοιχος λογαριασμός λειτούργησαν κανονικά, ο δε ενάγων εισέπραξε τόκους (μετά την αφαίρεση των επ` αυτών οφειλόμενων φόρων) ποσού 33.430,68 ευρώ στις 19 Ιανουαρίου 2015 και ποσού 23.997,84 ευρώ στις 19 Ιανουαρίου 2016.

Το Μάρτιο 2016 ο εναγόμενος απέστειλε στον ενάγοντα την υπ` αριθ. πρωτ. ... από 02.03.2016 επιστολή του, με την οποία, αφού τον ενημέρωνε ότι το υπόλοιπο του ειδικού λογαριασμού "αποδίδω" ανερχόταν σε 85.232 ευρώ, έκανε χρήση του όρου 8 της μεταξύ τους σύμβασης και δήλωσε ότι ο λογαριασμός θα έκλεινε εντός 30 ημερών και θα λυνόταν η μεταξύ τους σύμβαση.

Έκλεινε δε την επιστολή του με τα εξής: "Η Τράπεζά μας, ως ανταμοιβή σας για την εμπιστοσύνη σας σε αυτή, σας παρέχει τη δυνατότητα, εφόσον επιθυμείτε, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία κλεισίματος του λογαριασμού και λύσης της σύμβασης, να προσέλθετε στο κατάστημα της Τράπεζάς μας, στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός σας και να συμφωνήσετε με την Τράπεζά μας, αντί του κλεισίματος, τη μετατροπή του εν λόγω λογαριασμού ως μηναίου -με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης- ειδικού προθεσμιακού λογαριασμού, σύμφωνα με τους όρους τήρησης προθεσμιακών λογαριασμών της Τραπέζης μας, με προνομιακό επιτόκιο σε σχέση με τα επιτόκια των λοιπών προθεσμιακών λογαριασμών της Τραπέζης μας. [...]".

Πράγματι, ο λογαριασμός έκλεισε στις 11 Απριλίου 2016 συναινούντος του ενάγοντος, ο οποίος -πέραν του άνω υπολοίπου των 85.232 ευρώ- εισέπραξε και ποσό 6.101,55 ευρώ με την αιτιολογία "τόκοι κλεισίματος λογαριασμού", ενώ αφαιρέθηκε ποσό 915,23 ευρώ με την αιτιολογία "φόρος εισοδήματος". Ακολούθως, αποδεχόμενος την πρόταση του εναγομένου, όπως διατυπωνόταν στην άνω επιστολή του, ζήτησε την πίστωση του κεφαλαίου του ύψους 90.418,32 ευρώ σε προθεσμιακό λογαριασμό, ενώ εξακολουθούσε να κατέχει 24.352 συνεταιριστικές μερίδες.

Με την αγωγή του ισχυρίζεται ο ενάγων ότι απώλεσε στο σύνολό τους τα χρήματα που κατέβαλε για την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων, υφιστάμενος ζημία ύψους 852.320 ευρώ, καθώς έχουν "ουσιαστικά εξανεμισθεί, ως απόρροια της απαξίωσης της τιμής" τους. Στηρίζει δε την αξίωσή του αρχικώς σε ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, επικαλούμενος σχετική συμβατική του υποχρέωση.

Ωστόσο, σε καμία από τις δύο καταρτισθείσες με τον ενάγοντα συμβάσεις, ήτοι στην από 17.01.2013 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "..." και την από 17.01.2014 σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω" δεν έχει υπάρξει εκ μέρους του εναγομένου ανάληψη οποιασδήποτε τέτοιας συμβατικής υποχρέωσης. Σε αμφότερες τις συμβάσεις γίνεται λόγος μόνο για την απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ο εναγόμενος υποσχόταν εγγυημένο, ενώ ουδόλως γινόταν λόγος για "εγγυημένο κεφάλαιο", όπως ο ενάγων υποστηρίζει.

Όπως δε προαναφέρθηκε, ο εναγόμενος τήρησε πλήρως τη συμβατική του υποχρέωση ως προς τις αποδόσεις του κεφαλαίου του ενάγοντος, στον οποίο κατέβαλε τα συμβατικώς συμφωνηθέντα ποσά, γεγονός που και ο ενάγων δεν αμφισβητεί. Εξάλλου, σε αμφότερες τις συμβάσεις γίνεται αναφορά στις συνεταιριστικές μερίδες μόνο για τον υπολογισμό του κεφαλαίου, που θα κατατίθετο στους δύο λογαριασμούς ("..." και "αποδίδω"), ώστε να καλύπτεται ο όρος ως προς την αναλογία μεταξύ των δύο μεγεθών.

Σε καμία από τις δύο συμβάσεις αναλαμβάνει ο εναγόμενος την υποχρέωση να διατηρήσει σταθερή την αξία των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος ούτε και να τις ρευστοποιεί σε κάθε ζήτηση του ενάγοντος και μάλιστα έναντι του ποσού που αυτός είχε καταβάλει για την απόκτησή τους. Στην περίπτωση της "..." γίνεται λόγος για "αποδέσμευση" συνεταιριστικών μερίδων μετά την πάροδο του ελάχιστου χρόνου διατήρησης του προγράμματος (90 ημέρες), η δε "ρευστοποίηση" των μερίδων δεν συνδέεται υποχρεωτικά ούτε και με το κλείσιμο του προγράμματος, αφού μπορεί να λάβει χώρα ακόμα και σε μεταγενέστερο αυτού χρόνο.

Εξάλλου, η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος των συνεταιριστικών μερίδων έγινε, όπως προεκτέθηκε, αυτοτελώς, με ιδιαίτερη σύμβαση, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου και να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα "...", στη συνέχεια δε αποφάσισε να τις διατηρήσει, προκειμένου να αποκτήσει λογαριασμό "αποδίδω", εξακολούθησε δε να τις κατέχει ακόμα και μετά από το κλείσιμο του τελευταίου αυτού λογαριασμού, χωρίς να ζητήσει τη ρευστοποίησή τους, γεγονός που καταδεικνύει τη διαφοροποίηση και την αυτοτέλεια των σχετικών συμβάσεων.

Το θέμα της ρευστοποίησης των μερίδων που αποκτούν οι συνεταίροι -όπως και ο ενάγων- ρυθμιζόταν αποκλειστικά και ευθέως από το διέπον τους αστικούς συνεταιρισμούς δίκαιο (ν. 1667/1985) και το καταστατικό του εναγομένου, όπως εκάστοτε ισχύει. Ειδικότερα, στη ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων αναφέρεται διαχρονικά το άρθρο 10 του καταστατικού του εναγομένου.

Σύμφωνα με το ισχύον κατά το χρόνο απόκτησης από τον ενάγοντα των συνεταιριστικών μερίδων καταστατικό (όπως οι τροποποιήσεις του είχαν εγκριθεί με την υπ` αριθ. ...01.11.2010 πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων) "κάθε συνεταίρος δικαιούται να ζητήσει τη ρευστοποίηση των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων που έχει, μόνο μετά την πάροδο διετίας από την απόκτηση αυτών, εισπράττοντας την πραγματική αξία αυτών, όπως αυτή θα έχει προσδιορισθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος από το Δ.Σ., κατά το χρόνο της ρευστοποίησής τους.

Μπορεί όμως να ζητήσει τη ρευστοποίησή τους και πριν από την πάροδο της άνω διετίας, αλλά στην περίπτωση αυτή η ρευστοποίηση θα γίνεται με βάση την πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας, που ίσχυε πριν από την τελευταία κάθε φορά αναπροσαρμογή αυτής από το Δ.Σ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του παρόντος".

Μετά από τροποποίηση, που έγινε προς συμμόρφωση με το ν. 4141/2013 (που προέβλεπε ότι οι πιστωτικοί συνεταιρισμοί δικαιούντο να ρευστοποιήσουν συνεταιριστικές μερίδες υπό τις σωρευτικά συντρέχουσες προϋποθέσεις ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και ότι έχει δοθεί σχετικώς άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος) και εγκρίθηκε με την υπ` αριθ.

…/25.11.2013 πράξη του Ειρηνοδίκη Χανίων, ακολούθησε νέα τροποποίηση, που εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. …/22.06.2015 πράξη του ίδιου Ειρηνοδίκη που ήταν η ισχύουσα κατά το χρόνο μετά τη λύση της σύμβασης "αποδίδω". Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 10 "η ως άνω ρευστοποίηση των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων των συνεταίρων και η απόδοση και εξόφληση στους συνεταίρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, ανάλογα με την περίπτωση κατά τις άνω διακρίσεις, για κάθε ρευστοποιούμενη συνεταιριστική μερίδα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (δηλαδή του Δ.Σ.

και της Γ.Σ. του συνεταιρισμού) και θα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4216/2014 και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των παρ. 7 και 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, όπως ισχύουν και των σχετικών διατάξεων του παρόντος καταστατικού και ιδίως των διατάξεων του άρθρου 12 του παρόντος καταστατικού" (άρθρο 10 παρ. 4α).

Σύμφωνα με τη ρυθμιζόμενη από το άρθρο 12 διαδικασία, στην παράγραφο 1 του οποίου επαναλαμβάνονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η ρευστοποίηση, καθένας από τους συνεταίρους που επιθυμεί να του αποδοθεί η πραγματική αξία μίας ή περισσότερων προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων "πρέπει να υποβάλλει σχετική αίτηση προς το Δ.Σ.

του Συνεταιρισμού. [...] 3. Οι άνω αιτήσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου θα καταχωρούνται σε ειδικό κατάλογο, ο οποίος θα τηρείται από την αρμόδια υπηρεσία του Συνεταιρισμού, στον οποίο θα καταχωρούνται ενιαία και κατά χρονολογική σειρά όλες οι άνω αιτήσεις, προκειμένου να μπορεί το Δ.Σ. του Συνεταιρισμού σε κάθε σχετική συνεδρίασή του να έχει πλήρη και ακριβή γνώση των σχετικών στοιχείων, ώστε σε κάθε χρονική περίοδο να μπορεί να αποφασίζει σχετικά για την ολική ή μερική αποδοχή των άνω αιτήσεων και για να μπορεί να καθορίζει το χρόνο και κατά το δυνατόν τη συνεδρίασή του, που θα αναβάλει ολικά ή μερικά τις άνω αιτήσεις".

Στην παράγραφο 4 προβλέπεται η υποχρέωση του Δ.Σ. να αποδεχθεί ολικά τις αιτήσεις όλων των αιτούντων και να τους αποδώσει το δικαιούμενο από έκαστο αυτών ποσό, εφόσον με την απόδοσή του δεν θίγονται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και εφόσον σε κάθε περίπτωση υπάρχει η σχετική έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 4261/2014, στην παράγραφο 5 προβλέπεται η περίπτωση που είναι δυνατή η μερική μόνο αποδοχή μίας ή περισσότερων αιτήσεων και ο τρόπος επιμερισμού του αποδιδόμενου ποσού, ενώ στην παρ. 6 προβλέπεται πως σε περίπτωση που έχει ήδη διατεθεί το εγκριθέν από την Τράπεζα της Ελλάδος ποσό, το Δ.Σ.

οφείλει να αναβάλει την απόφασή του επί των εκκρεμών αιτήσεων.

Συνεπώς, ο εναγόμενος δεν είχε την υποχρέωση να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες σε πρώτη ζήτηση του ενάγοντος, αλλά έπρεπε να τηρηθεί η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη διαδικασία, για τη θέση της οποίας σε κίνηση ο ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι υπέβαλε την απαιτούμενη έγγραφη αίτηση. Επίσης, με την υπ` αριθ. 490/27.06.2015 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, ενόψει των καταιγιστικών εξελίξεων και των οικονομικών συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα στην Ελλάδα και στα πλαίσια της από το καταστατικό προβλεπόμενης ευχέρειάς του, αποφασίστηκε η προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κεφαλαιακή επάρκεια και η ομαλή λειτουργία της τράπεζας, αφού μάλιστα ήδη δεν είχε καταστεί δυνατό να εξασφαλίσει την απαιτούμενη έγκριση της "Τράπεζας της Ελλάδος" για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων (βλ. το υπ` αριθ. πρωτ. ...07.06.2015 έγγραφό της τελευταίας). Σε κάθε περίπτωση, με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α` 65) επιβλήθηκε τραπεζική αργία, που διήρκησε μέχρι τις 20 Ιουλίου 2015 και εν συνεχεία αυτής ίσχυσε περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls), που αφορούσε όλα τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα, άρα και τον εναγόμενο, εξακολούθησε δε να ισχύει (έστω και μερικώς) μέχρι και τις 31 Αυγούστου 2019.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση - ασχέτως και του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει με τον προσήκοντα τρόπο υποβάλλει αίτημα για τη ρευστοποίηση μέρους ή όλων των συνεταιριστικών του μερίδων- ο εναγόμενος δεν είχε ούτε συμβατική ούτε εκ του καταστατικού ούτε και εκ του νόμου υποχρέωση να προβεί σε ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος και μάλιστα αντί ορισμένης αξίας και συνεπώς ουδεμία ζημία του προκάλεσε υπό την έννοια αυτή.

Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγων ότι προστηθέντες του εναγομένου "με πειθώ και φορτικότητα" του "είχαν επιβάλει τη συγκεκριμένη επενδυτική επιλογή", παρουσιάζοντάς την ως την πλέον συμφέρουσα για αυτόν, παραπλανώντας τον ως προς τα αληθινά χαρακτηριστικά της, αποκρύπτοντάς του τους κινδύνους που συνεπαγόταν και διαβεβαιώνοντάς τον ότι το κεφάλαιό του θα ήταν εγγυημένο, αν και στην πραγματικότητα επρόκειτο για "επενδυτικά προϊόντα μειωμένης εξασφαλίσεως και εγγυήσεως των προθεσμιακών [του] καταθέσεων".

Ότι στη σύμβαση "αποδίδω", την οποία παραπλανητικά του εμφάνισαν ως συνέχεια του προγράμματος "...", περιλαμβάνονται αόριστοι και ασαφείς όροι, κατά παράβαση της υποχρέωσης σαφήνειας και διαφάνειας (χωρίς όμως να προσβάλλει κατ` ιδίαν όρους της συμβάσεως ούτε να συνδέει την επικαλούμενη ζημία του με το ελάττωμα αυτό).

Ωστόσο, επί τη βάσει των αγωγικών του ισχυρισμών πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ο ενάγων συνδέει την επικαλούμενη ζημία του, την αποκατάσταση της οποίας επιδιώκει, με την αδυναμία του να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες που κατέχει και μάλιστα στην τιμή που τις απέκτησε και όχι με τα κατ` ιδίαν χαρακτηριστικά κάθε ενός από τα δύο προγράμματα στα οποία εντάχθηκε ή με τις αποδόσεις τους, τις οποίες άλλωστε στο ακέραιο απόλαυσε.

Συνεπώς, κρίσιμο και ερευνητέο είναι εν προκειμένω εάν με υπαιτιότητα του εναγομένου ο ενάγων αφενός μεν απέκτησε κατ` αρχάς την ιδιότητα του συνεταίρου και αφετέρου τη διατήρησε μετά τη λύση της σύμβασης για τη "..." και πριν το άνοιγμα του λογαριασμού "αποδίδω" και εάν τούτο συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ζημία του.

Επ` αυτών αποδείχθηκε ότι η απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου με την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων δεν μπορεί παρά να θεωρείτο δεδομένη από τον ενάγοντα, αφού αυτή είναι και η εγγενής διαφορά του εναγομένου από τις υπόλοιπες τράπεζες, σε κάθε δε περίπτωση του δόθηκαν σαφείς περί τούτου εξηγήσεις από τον Ν.

Σ., διευθυντή του υποκαταστήματος του εναγομένου στη ... στην Αθήνα, που τον εξυπηρέτησε, όπως προεκτέθηκε. Εξάλλου, στον ενάγοντα παραδόθηκε τίτλος βεβαιωτικός του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων που του ανήκουν, στον οποίο ως προς τα θέματα της απόκτησης, της χρήσης και μεταβίβασής τους γίνεται ρητή παραπομπή τόσο στο ισχύον καταστατικό του εναγομένου όσο και στο ν. 1337/1986, που ρυθμίζει τα περί των αστικών συνεταιρισμών.

Επίσης, ο ενάγων ήταν γνώστης της διαδικασίας ρευστοποίησης των συνεταιριστικών του μερίδων, αφού καθ` όλο το διάστημα της σχέσης του με τον εναγόμενο έκανε χρήση του σχετικού του δικαιώματος. Έτσι, αιτήθηκε τη διαγραφή 282 μερίδων του στις 14 Μαΐου 2014, 260 μερίδων στις 28 Αυγούστου 2014, 779 μερίδων στις 15 Σεπτεμβρίου 2014, 519 μερίδων στις 08 Δεκεμβρίου 2014 και 584 μερίδων στις 08 Απριλίου 2015, τα αιτήματά του έγιναν δεκτά και κάθε φορά εγκρινόταν η ρευστοποίηση των μερίδων του αντί 35 ευρώ εκάστης, οπότε και του καταβλήθηκαν 9.870 ευρώ, 9.100 ευρώ, 27.265 ευρώ, 18.165 ευρώ και 20.440 ευρώ αντίστοιχα.

Συνεπώς, κατά την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων ο ενάγων είχε γίνει δέκτης σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή του αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις του όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "..." και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου.

Άλλωστε, η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελούσε συναλλαγή ενέχουσα στοιχεία κερδοσκοπίας, δεν περιλάμβανε δηλαδή την ανάληψη κινδύνου (ρίσκου), υπό την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός θα αποτελούσε την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και θα συνδυαζόταν με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά επί τη βάσει βραχυχρόνιων προβλέψεων, ώστε να θεωρείται ότι αποκτά την ιδιότητα του "επενδυτή" και να επιβάλλεται ιδιαίτερη ενημέρωση εκ μέρους του εναγομένου.

Ο ενυπάρχων στην απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων κίνδυνος είχε μόνο την έννοια του περιστασιακού στοιχείου, που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, αφού εξαρτιώταν από την οικονομική θέση του εναγομένου, περί της οποίας όμως καμία ανησυχία δεν υπήρχε όταν ο ενάγων αιτήθηκε και απέκτησε συνεταιριστικές μερίδες, αφού μάλιστα ο εναγόμενος έως τότε (2011) κατέβαλε μερίσματα στους συνεταίρους του και οι συνεταιριστικές μερίδες εμφάνιζαν υπεραξία.

Τούτο δε αποδείχθηκε και στη συνέχεια από την ίδια την απόδοση των μερίδων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα που λειτούργησε η ένταξή τους στο πρόγραμμα "...", που ήταν άμεσα συνδεδεμένο με τη μεταβολή στην υπεραξία των μερίδων, τα οποία ο ενάγων -όπως προεκτέθηκε- εισέπραξε. Η επιγενόμενη (με την από 27 Ιουνίου 2015 απόφαση του Δ.Σ.

του εναγομένου περί προσωρινής αναστολής της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων) σοβαρή εμπλοκή οφείλεται στην απολύτως απρόβλεπτη και εκτός των συνήθων ορίων εξέλιξη της παρ` ολίγον ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση των κεφαλαίων, που προκλήθηκε από την πρωτοφανή κατά τα τελευταία έτη οικονομική συγκυρία στη χώρα.

Δεν πρόκειται συνεπώς για "κίνδυνο" που οι υπάλληλοι του εναγομένου μπορούσαν να έχουν προβλέψει, ώστε να τον ενημερώσουν σχετικώς. Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε η απόκτηση και η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων είναι ζήτημα που άπτεται της ιδιότητας του ενάγοντος ως συνεταίρου, ρυθμίζεται από το καταστατικό του εναγομένου και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά καταναλωτική διαφορά.

Τούτο έγινε δεκτό και από το "Συνήγορο του Καταναλωτή" (Ανεξάρτητη Αρχή, που συστήθηκε με το ν. 3297/2004 και βρίσκεται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Ανάπτυξης), ο οποίος επιλήφθηκε μετά από αναφορά τρίτου προσώπου, που αφορούσε υπόθεση "ανοίγματος του λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω" καθώς και της επένδυσης σε συνεταιριστικές μερίδες της Τράπεζας" (βλ.

το υπ` αριθ. πρωτ. .../22.06.2016 έγγραφο του "Συνηγόρου του Καταναλωτή").

Περαιτέρω, με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων αποδίδει στον εναγόμενο αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη και στο ότι δεν προέβη στο σχηματισμό του επενδυτικού του προφίλ, όπως υποχρεούτο με βάση τις διατάξεις του ν. 3606/2007, ώστε να διαπιστωθεί ότι επρόκειτο για συντηρητικό επενδυτή. Επ` αυτού λεκτέα είναι τα εξής:

Με το ν. 3606/2007 ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου "για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων κ.λπ.". Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 ως "επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών" (ΕΠΕΥ) νοείται κάθε νομικό πρόσωπο, του οποίου το σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή μίας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή η διενέργεια μίας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση, ενώ ως "ανώνυμη εταιρία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών" (ΑΕΠΕΥ) νοείται η ΕΠΕΥ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου.

Στο άρθρο 4 δίνεται η έννοια των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, που άπασες συνδέονται με ενέργειες σχετικές με "χρηματοπιστωτικά μέσα", η έννοια των οποίων δίνεται στο άρθρο 5, σύμφωνα με το οποίο στην έννοιά τους εμπίπτουν (εκτός άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) και οι κινητές αξίες, ως τέτοιες δε ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 13 "οι κατηγορίες κινητών αξιών που είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής".

Εν προκειμένω, ούτε ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιρισμός έχει την ιδιότητα ΕΠΕΥ ή ΑΕΠΕΥ, ούτε όμως και η απόκτηση από τον ενάγοντα συνεταιριστικών μερίδων αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού. Χαρακτηριστικό είναι και το υπ` αριθ. πρωτ. 3581/21.09.2016 έγγραφο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με το οποίο "οι υποχρεωτικές συνεταιριστικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες κατά την έννοια της παραγράφου 13 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007", ομοίως δε "και οι προαιρετικές μερίδες δεν αποτελούν κινητές αξίες" για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν είναι εισηγμένος σε οργανωμένη αγορά υπό την έννοια του άρθρου 2 παρ. 10 του ίδιου νόμου, καταλήγει δε με βάση αυτά στο συμπέρασμα ότι "η διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων [από τον εναγόμενο] δεν συνιστά παροχή επενδυτικής υπηρεσίας σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του ν. 3606/2007".

Συνεπώς, καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε ο εναγόμενος να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του ενάγοντος ως επενδυτή, ώστε να τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του.

Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των προστηθέντων του εναγομένου, λόγω αντίθεσής της σε ρητή διάταξη νόμου (παράνομη συμπεριφορά) ή λόγω αντίθεσής της στη γενική υποχρέωση των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη που διέπει τις τραπεζικές συναλλαγές ή λόγω αντίθεσης στις διατάξεις του ν. 2251/1994 (το τεκμήριο του οποίου ανέτρεψε ο εναγόμενος αποδεικνύοντας την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του εναγομένου υποχρέωση προς αποζημίωση του ενάγοντος τόσο από την πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων όσο και λόγω της τέλεσης αδικοπραξίας και επιδίκασε στον ενάγοντα (μετ' αποδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας) αποζημίωση ύψους 511.392 ευρώ για τη θετική του ζημία (συνιστάμενη στα χρήματα που κατέβαλε για την απόκτηση 24.352 συνεταιριστικών μερίδων αφαιρουμένης της ονομαστικής αξίας τους κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής) και ποσό 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία των διατάξεων που εφάρμοσε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρείοντος και δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη από 8.6.2016 αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά τις ως άνω βάσεις της (ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική) ως ουσία αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288, 330, 914 και 919 του ΑΚ, 8 του ν. 2251/1994 και 25 του ν. 3606/2007, καθόσον, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσείουσα ζημία, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις άνω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) ο εναγόμενος δεν προκάλεσε οιασδήποτε μορφής πλάνη σε βάρος του ενάγοντος δια της αναφοράς απατηλών υποσχέσεων, αφού η αγορά μερίδων του εναγομένου από τον ενάγοντα έλαβε χώρα κατόπιν σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή του αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις της όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "..." και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, β) η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων δεν αποτελούσε συναλλαγή ενέχουσα στοιχεία κερδοσκοπίας, δεν περιλάμβανε δηλαδή την ανάληψη κινδύνου (ρίσκου), υπό την έννοια ότι ο κίνδυνος αυτός θα αποτελούσε την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και θα συνδυαζόταν με την προσδοκία κέρδους από τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά επί τη βάσει βραχυχρόνιων προβλέψεων, ώστε να θεωρείται ότι αποκτά την ιδιότητα του "επενδυτή" και να επιβάλλεται ιδιαίτερη ενημέρωση εκ μέρους του εναγομένου, γ) ο ενυπάρχων στην απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων κίνδυνος είχε μόνο την έννοια του περιστασιακού στοιχείου, που μπορεί να υφίσταται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, αφού εξαρτάτο από την οικονομική θέση του εναγομένου, περί της οποίας όμως καμία ανησυχία δεν υπήρχε όταν ο ενάγων αιτήθηκε και απέκτησε συνεταιριστικές μερίδες, αφού μάλιστα ο εναγόμενος έως τότε (2011) κατέβαλε μερίσματα στους συνεταίρους του και οι συνεταιριστικές μερίδες εμφάνιζαν υπεραξία, δ) η επιγενόμενη σοβαρή εμπλοκή οφείλεται στην απολύτως απρόβλεπτη και εκτός των συνήθων ορίων εξέλιξη της παρ` ολίγον ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση των κεφαλαίων, που οι υπάλληλοι του εναγομένου δεν μπορούσαν να έχουν προβλέψει, ώστε να ενημερώσουν σχετικώς τον ενάγοντα, ε) καμία από τις προαναφερθείσες συμβάσεις δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3606/2007, καθόσον ούτε ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιρισμός έχει την ιδιότητα ΕΠΕΥ ή ΑΕΠΕΥ, ούτε όμως και η απόκτηση από τον ενάγοντα συνεταιριστικών μερίδων αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού και συνεπώς καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε ο εναγόμενος να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του ως επενδυτή, ώστε να τίθεται και εξ αυτού του λόγου θέμα υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του, και στ) η απόκτηση και η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων είναι ζήτημα που άπτεται της ιδιότητας του ενάγοντος ως συνεταίρου, ρυθμίζεται από το καταστατικό του εναγομένου και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά καταναλωτική διαφορά, και πάντως η άνω συμπεριφορά των προστηθέντων του εναγομένου δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις του ν. 2251/1994, το τεκμήριο του οποίου ανέτρεψε ο εναγόμενος αποδεικνύοντας την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του.

Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων και ιδίως αυτών των άρθρων 8 Ν. 2251/1994 και 25 Ν. 3606/2007 είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298, 299, 330, 288, 914 και 919 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθώς και αυτών του Ν. 3606/2007, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η ζημία της αναιρεσείουσας δεν οφείλεται σε αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου, ούτε σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων του, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται ούτε ενδοσυμβατική ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι ο ενάγων έχοντας μάθει για το πρόγραμμα του εναγομένου με το διακριτικό τίτλο "..." και διερευνώντας τις δυνατότητες επωφελέστερης τοποθέτησης του διαθέσιμου κεφαλαίου του, αφού ενημερώθηκε από το διευθυντή του άνω υποκαταστήματος Ν.

Σ., δελεάστηκε από τις υψηλές αποδόσεις που θα μπορούσε να απολαύσει και έτσι προχώρησε στη σχετική διαδικασία, β) ότι προς τούτο υπέβαλε την από 17 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του για την εγγραφή του ως συνεταίρου, ώστε να αποκτήσει μία υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, απαραίτητη για την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και ακόμα 20.599 προαιρετικές μερίδες, ήτοι συνολικά 20.600 συνεταιριστικές μερίδες, πραγματικής αξίας εκάστης 35 ευρώ και κατέβαλε συνολικά 721.000 ευρώ, την ίδια δε ημέρα ο ενάγων και ο εναγόμενος, εκπροσωπούμενος από δύο υπαλλήλους του, υπέγραψαν την υπ` αριθ. ... "σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα" και δη στο πρόγραμμα "...", γ) ότι ενόψει των ρυθμίσεων του ως άνω Κανονισμού 575/2013, προκειμένου ο εναγόμενος να συμμορφωθεί με τα νέα δεδομένα και να είναι σε θέση να συνυπολογίσει και τις συνεταιριστικές μερίδες που είχαν ενταχθεί στο σύνθετο πρόγραμμα "..." στα ίδια κεφάλαιά του, προχώρησε στην κατάργησή του και στη δημιουργία του αποκλειστικά καταθετικού προγράμματος "αποδίδω", δ) ότι ακολούθως οι διάδικοι υπέγραψαν την με ημερομηνία 17-1-2014 "Διακοπή επενδυτικού προγράμματος "..." - λύση σύμβασης", και την ίδια ημέρα ο ενάγων συνήψε με τον εναγόμενο νέα σύμβαση για την αξιοποίηση των χρημάτων του, τα οποία ενέταξε στον καταθετικό λογαριασμό "αποδίδω", υπό τους αναφερόμενους σ' αυτήν ως άνω όρους, ε) ότι κατά την αγορά των συνεταιριστικών μερίδων ο ενάγων είχε γίνει δέκτης σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή του αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις του όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "..." και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, στ) ότι σε καμία από τις δύο καταρτισθείσες με τον ενάγοντα συμβάσεις, ήτοι στην από 17.01.2013 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "..." και την από 17.01.2014 σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "αποδίδω", δεν έχει υπάρξει εκ μέρους του εναγομένου ανάληψη οποιασδήποτε συμβατικής υποχρέωσης εγγύησης του κεφαλαίου του ενάγοντος, όπως, επίσης, σε καμία από τις δύο συμβάσεις δεν αναλαμβάνει ο εναγόμενος την υποχρέωση να διατηρήσει σταθερή την αξία των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος, ούτε και να τις ρευστοποιεί σε κάθε ζήτηση του ενάγοντος και μάλιστα έναντι του ποσού που αυτός είχε καταβάλει για την απόκτησή τους, ζ) ότι η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος των συνεταιριστικών μερίδων έγινε αυτοτελώς, με ιδιαίτερη σύμβαση, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου και να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα "...", στη συνέχεια δε αποφάσισε να τις διατηρήσει, προκειμένου να αποκτήσει λογαριασμό "αποδίδω", εξακολούθησε δε να τις κατέχει ακόμα και μετά από το κλείσιμο του τελευταίου αυτού λογαριασμού, χωρίς να ζητήσει τη ρευστοποίησή τους, γεγονός που καταδεικνύει τη διαφοροποίηση και την αυτοτέλεια των σχετικών συμβάσεων, η) ότι το θέμα της ρευστοποίησης των μερίδων που αποκτούν οι συνεταίροι -όπως και ο ενάγων- ρυθμιζόταν αποκλειστικά και ευθέως από το διέπον τους αστικούς συνεταιρισμούς δίκαιο (ν. 1667/1985) και το καταστατικό του εναγομένου, όπως εκάστοτε ισχύει και, συνεπώς, ο εναγόμενος δεν είχε την υποχρέωση να ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες σε πρώτη ζήτηση του ενάγοντος, αλλά έπρεπε να τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία, για τη θέση της οποίας σε κίνηση ο ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι υπέβαλε την απαιτούμενη έγγραφη αίτηση, θ) ότι με την υπ` αριθ. 490/27.06.2015 απόφαση του Δ.Σ.

του εναγομένου, ενόψει των καταιγιστικών εξελίξεων και των οικονομικών συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα στην Ελλάδα και στα πλαίσια της από το καταστατικό προβλεπόμενης ευχέρειάς του, αποφασίστηκε η προσωρινή αναστολή της ρευστοποίησης και εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κεφαλαιακή επάρκεια και η ομαλή λειτουργία της τράπεζας, αφού μάλιστα ήδη δεν είχε καταστεί δυνατό να εξασφαλίσει την απαιτούμενη έγκριση της "Τράπεζας της Ελλάδος" για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, ι) ότι, σε κάθε περίπτωση, την 28.6.2015 επιβλήθηκε τραπεζική αργία, που διήρκησε μέχρι τις 20 Ιουλίου 2015 και εν συνεχεία αυτής ίσχυσε περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος δεν είχε ούτε συμβατική ούτε εκ του καταστατικού ούτε και εκ του νόμου υποχρέωση να προβεί σε ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων του ενάγοντος και μάλιστα αντί ορισμένης αξίας και συνεπώς ουδεμία ζημία του προκάλεσε υπό την έννοια αυτή, ια) ότι η απόκτηση και η ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων είναι ζήτημα που άπτεται της ιδιότητας του ενάγοντος ως συνεταίρου, ρυθμίζεται από το καταστατικό του εναγομένου και το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και δεν συνιστά καταναλωτική διαφορά, σε κάθε δε περίπτωση ο εναγόμενος ανέτρεψε το τεκμήριο του ν. 2251/1994, αποδεικνύοντας την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του, ιβ) ότι ούτε ο εναγόμενος πιστωτικός συνεταιρισμός έχει την ιδιότητα ΕΠΕΥ ή ΑΕΠΕΥ, ούτε όμως και η απόκτηση από τον ενάγοντα συνεταιριστικών μερίδων αποτελεί συναλλαγή αφορώσα "κινητές αξίες", δοθέντος ότι αυτές δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, αλλά το μέσον απόκτησης της ιδιότητας του συνεταίρου και της συμμετοχής στη λειτουργία του συνεταιρισμού και συνεπώς καμία εκ του νόμου υποχρέωση δεν είχε ο εναγόμενος να προβεί στην τήρηση των οριζόμενων από το ν. 3606/2007 σε ό,τι αφορά την απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος συνεταιριστικών μερίδων, προκειμένου να διαπιστωθούν τα χαρακτηριστικά του ως επενδυτή, και ιγ) ότι η επιγενόμενη ως άνω σοβαρή εμπλοκή οφείλεται στην απολύτως απρόβλεπτη και εκτός των συνήθων ορίων εξέλιξη της παρ' ολίγον ολοκληρωτικής κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα και την επιβολή ελέγχου στην κίνηση των κεφαλαίων, που προκλήθηκε από την πρωτοφανή κατά τα τελευταία έτη οικονομική συγκυρία στη χώρα και δεν πρόκειται συνεπώς για "κίνδυνο" που οι υπάλληλοι του εναγομένου μπορούσαν να έχουν προβλέψει, ώστε να ενημερώσουν σχετικώς τον ενάγοντα.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης ενημέρωσής της από τον αναιρεσίβλητο με βάση την αρχή της καλής πίστης και της έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας της και της συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, Ολ.ΑΠ 14/2005).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως.

Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή όχι επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 8/2016).

Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Τέλος, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι` αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτής ενδεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1105/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 8 και 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ειδικότερα, με το λόγο αυτό ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης τις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, ωστόσο από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν φαίνεται να λήφθηκαν σοβαρά υπόψη συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και δη η υπ' αριθ. .../22.02.2018 ένορκη βεβαίωση του Ν.

Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Β. Κ., η υπ' αριθ. .../20.02.2017 ένορκη βεβαίωση του Β. Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Δ. Α. και τα ενημερωτικά-διαφημιστικά φυλλάδια που παρουσίαζαν τα δύο επενδυτικά προγράμματα "..." και "αποδίδω". Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο "ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό και δεν εκτίμησε ορθά τα γεγονότα σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από άπαντα τα προσκομισθέντα έγγραφα.

Ουδέν στοιχείο παραθέτει από το οποίο να προκύπτει με σαφήνεια η έλλειψη παράνομης συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου", όπως επί λέξει αναφέρει. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και απέρριψε την αγωγή του στο σύνολό της (τόσο ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου όσο και ως προς τη βάση της για την αδικοπραξία), διότι: 1) Δεν εκτίμησε ορθώς το γεγονός της πλήρους αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας των συμβάσεων περί της απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων από τη μία και του προγράμματος "..." από την άλλη, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η πλήρης αυτοτέλεια και ανεξαρτησία των άνω συμβάσεων. 2) Έκρινε εσφαλμένα ότι σε αμφότερες τις συμβάσεις γίνεται λόγος μόνο για την απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου του και όχι και για εγγυημένο κεφάλαιο, ενώ στην αγωγή του εξέθετε εναργώς ότι τα διευθυντικά στελέχη του εναγομένου του πρότειναν επίμονα, αντί μιας συντηρητικής και βραχυπρόθεσμης επένδυσης, χωρίς κανένα κίνδυνο για το κεφάλαιο και με ικανοποιητική απόδοση, όπως επιθυμούσε, να συμμετάσχει με την ιδιότητα του συνεταιριστή σε ένα επενδυτικό πρόγραμμα, με εγγύηση της Συνεταιριστικής Τράπεζας, για την εγγυημένη απόδοση των χρημάτων του στη λήξη του εν λόγω προγράμματος, πείθοντάς τον με παραπλανητικές διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου του, πράγμα που αποδείχθηκε και από την κατάθεση του μάρτυρα Β.

Τ., που περιέχεται στην υπ' αριθ. .../20.02.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Δ. Α.. 3) Το Εφετείο έκρινε εσφαλμένα ότι του δόθηκαν σαφείς εξηγήσεις από τον Ν. Σ., διευθυντή του υποκαταστήματος του εναγομένου επί της ... και ότι έγινε δέκτης σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι του δόθηκαν τέτοιες σαφείς εξηγήσεις, αντίθετα μάλιστα και από την κατάθεση του άνω υπαλλήλου του εναγομένου, που περιέχεται στην υπ' αριθ. .../22.02.2018 ένορκη βεβαίωση προκύπτει ότι οι ενέργειες του εναγομένου, δια των αρμοδίων υπαλλήλων του, παρήγαγαν και στη συνέχεια διατήρησαν την πεπλανημένη αντίληψη και εντύπωση αναφορικά με το χαρακτήρα του προγράμματος "..." ως αμιγούς επενδυτικού προϊόντος χωρίς ανάληψη κάποιου εταιρικού ή επενδυτικού κινδύνου και χωρίς διακινδύνευση του τοποθετούμενου κεφαλαίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό του, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται καν συγκεκριμένους αυτοτελείς ισχυρισμούς που παρά το νόμο δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, παραπονούμενος συνεχώς για την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί των άνω αποδεικτέων ζητημάτων, που όμως είναι ανέλεγκτη.

Πρόκειται κατ' ουσίαν για επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για την παραδοχή της αγωγής του, αντλούμενα από τα επικαλούμενα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και την αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη των άνω αναφερόμενων αγωγικών ισχυρισμών του, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων όλους τους άνω προβληθέντες ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, ότι δηλαδή η αγορά μερίδων του εναγομένου από τον ενάγοντα έλαβε χώρα κατόπιν σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή του αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "..." και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, ότι σε αμφότερες τις άνω συμβάσεις γίνεται λόγος μόνο για την απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου του ενάγοντος, το ύψος της οποίας ο εναγόμενος υποσχόταν εγγυημένο, ενώ ουδόλως γινόταν λόγος για "εγγυημένο κεφάλαιο", και ότι η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος των συνεταιριστικών μερίδων έγινε αυτοτελώς, με ιδιαίτερη σύμβαση, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου και να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα "...".

Περαιτέρω, καθόσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ιδίου αναιρετικού λόγου, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις, μνημονεύοντας μάλιστα ρητά, μεταξύ των άλλων, τόσο την υπ' αριθ. .../20.02.2017 ένορκη βεβαίωση του Β.

Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Δ. Α., όσο και την υπ' αριθ. .../22.02.2018 ένορκη βεβαίωση του Ν. Σ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας Αττικής Β. Κ., δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η απόκτηση εκ μέρους του ενάγοντος των συνεταιριστικών μερίδων έγινε αυτοτελώς, με ιδιαίτερη σύμβαση, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου και να μπορέσει να ενταχθεί στο πρόγραμμα "..." και ότι η αγορά μερίδων του εναγομένου από τον ενάγοντα έλαβε χώρα κατόπιν σαφούς, πλήρους και κατατοπιστικής ενημέρωσης σχετικά με τη συναλλαγή του αυτή σε σχέση τόσο με την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου και τα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις όσο και με το γεγονός της ένταξής τους στο πρόγραμμα "..." και στη συνέχεια της διατήρησής τους σε σχέση με το λογαριασμό "αποδίδω", χωρίς να παραπλανηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο να παρασυρθεί από τους υπαλλήλους του εναγομένου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις άνω φερόμενες ως αγνοηθείσες ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθεμίας τούτων.

Εξάλλου, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και τα ενημερωτικά-διαφημιστικά φυλλάδια που παρουσίαζαν τα δύο επενδυτικά προγράμματα "..." και "αποδίδω", ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει αν προσκόμισε και επικαλέσθηκε τα έγγραφα αυτά και πάντως δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα το περιεχόμενό τους, ούτε και αναφέρει για την απόδειξη ποιου αυτοτελούς ισχυρισμού του ήταν χρήσιμα τα έγγραφα αυτά και τι αποδείκνυαν, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν πρόκειται για έγγραφα χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο.

Επομένως, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο σκέλος ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, το μεν ως απαράδεκτος, το δε ως αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τα άνω ζητήματα, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2020 αίτηση του Ε. Τ. του Α., για αναίρεση της με αριθ. 31/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ