484/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated484/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ.) (ΑΠ 560/2022).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 484 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 484/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Θ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τζιτζικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2008 αγωγή του ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 29-5-2015 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3648/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-4-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος.
Για την κατάφαση της "παρανομίας", δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ανθρώπινη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό βασικό στοιχείο θεμελίωσης αδικοπρακτικής ευθύνης, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, Η παράλειψη, όμως, για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης, πρέπει να είναι παράνομη. Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε ορισμένη θετική ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, στην οποία έχει υποχρέωση να προβεί από το νόμο, από δικαιοπραξία, από την απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ή από τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, όπως αυτές διαμορφώνονται από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 895/2019), ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, καθώς και όταν, από προηγούμενη συμπεριφορά του ιδίου, αυτός δημιούργησε πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 139/2014).
Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης κλπ.) (ΑΠ 560/2022).
Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019).
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019).
Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια στην ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Έτσι, στην περίπτωση του παράνομου της συμπεριφοράς λόγω παράλειψης οφειλόμενης νομικής υποχρέωσης, ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί, εκτός των άλλων, τη συγκεκριμένη νομική υποχρέωση που παρέλειψε ο εναγόμενος, ήτοι τη θετική ενέργεια στην οποία όφειλε να προβεί και στην οποία δεν προέβη, καθώς και τη βάση στην οποία κατ` αυτόν θεμελιώνεται η υποχρέωση να προβεί σ` αυτήν (νόμος, δικαιοπραξία, καλή πίστη κλπ.).
Σύμφωνα δε με όσα ο ενάγων σχετικά, ισχυρίζεται, ενόψει της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ, θεμελιακής δικονομικής αρχής, της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο της ουσίας θα κρίνει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 10/2021). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 Π.Δ. 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση(άρθρο 574).
Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης(άρθρο 575), υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων, που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα, που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση(άρθρο 576).
Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.(ΟλΑΠ 50/2005).
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα εξάλλου αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (ΟλΑΠ 50/2005, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 704/2021) η έκδοση της οποίας πρέπει να γίνει με ενέργειες του εκμισθωτή (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 415/2014).
Αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, αντί για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (άρθρα 577, 578), η οποία περιλαμβάνει τη θετική και αποθετική ζημία, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας.
Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 εδ. α` ΑΚ, ο μισθωτής έχει κατ` επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή είτε κυρίως είτε επικουρικώς, εφόσον, βεβαίως, αφορούν στο ίδιο χρονικό διάστημα, αφού από τη φύση της μίσθωσης ως διαρκούς σύμβασης και την υποχρέωση του μισθωτή, όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο γι' αυτήν και απαλλαγμένο από ελαττώματα και ελλείψεις όσο διαρκεί η μίσθωση, προκύπτει ότι η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις, είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης, διότι δεν συντρέχουν και οι ειδικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, γεννάται το δικαίωμα αυτό, ενώ σε άλλο χρονικό διάστημα , όπως στην περίπτωση που σ` αυτό υφίσταται υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, να υπάρχει και αξίωση αποζημίωσης(Ολ.ΑΠ 50/2005).
Επίσης κατά το άρθρο 584 ΑΚ ο μισθωτής, με επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίστηκε η χρήση του μισθίου, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση.
Ενόψει της τιθέμενης στο τελευταίο αυτό άρθρο επιφύλαξης των διατάξεων για τα πραγματικά και νομικά ελαττώματα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336 και 343 ΑΚ, αν δεν του παραδόθηκε καθόλου η χρήση του μισθίου ή του παραδόθηκε μεν, αλλά παρεμποδίστηκε μετά την παράδοσή της, ενώ εάν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου αλλά αυτή είναι ελαττωματική, διότι το μίσθιο παρουσιάζει πραγματικό ή νομικό ελάττωμα, εφαρμόζονται οι παραπάνω ειδικές διατάξεις των άρθρων 576 - 583 ΑΚ (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 725/2013, 1600/2002) Η αξίωση αποζημίωσης για μη εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, περιλαμβάνει κάθε ζημία του μισθωτή, που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ελάττωμα, είτε θετική, είτε αναφερόμενη σε διαφυγόν κέρδος (άρθρα 297 - 298 ΑΚ).
Βάσει αυτής της αξίωσης αποκαθίσταται επομένως και η ζημία, που υπέστη ο μισθωτής για δαπάνες του στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμπεφωνημένα, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του από τη μη χρησιμοποίηση του μισθίου, λόγω του ελαττώματος, μέχρι όμως μόνο την άρση του ελαττώματος ή τη λύση ή λήξη της μίσθωσης (ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 774/2015) το οποίο συνίσταται στην εξαιτίας του επιζήμιου γεγονότος ματαίωση της βασίμως προσδοκώμενης αύξησης της περιουσίας του (ΑΠ 156/2021).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ,ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο δεύτερος αναιρεσείων και η μητέρα αμφοτέρων των αναιρεσειόντων Ρ.-Θ. Σ. άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", για την οποία νόμιμα συνεχίζει την δίκη η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", την από 23/6/2008 αγωγή τους, με την οποία εξέθεσαν ότι ο ..., σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δευτέρου των εναγόντων, μίσθωσε, με το από ... έγγραφο συμφωνητικό, από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), δικαιοπάροχο της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε, τρία κυλικεία στην ... για να τα χρησιμοποιεί ως καταστήματα πώλησης φαγητού, γλυκών κλπ., η δε διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε τριετής. Ότι η μίσθωση, μετά τη λήξη της, παρατάθηκε αυτοδικαίως έως τις 31-8-1984, μετά δε το θάνατο του Γ. Σ. στις 1/6/1982, η μίσθωση συνεχίσθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και ειδικότερα από την αρχική πρώτη ενάγουσα και τους δύο υιούς του Γ.
Σ. (νυν αναιρεσείοντες) αρχικά και μέχρι τις 17/1/1991 και από μόνους τους αρχικούς ενάγοντες στην συνέχεια, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά για έκαστο τούτων, παρατάθηκε δε εκ νέου μέχρι 30-11-2008 με το από 30/11/1993 έγγραφο συμφωνητικό μίσθωσης, που συνάφθηκε μεταξύ των αρχικών εναγόντων και της πρώτης εναγομένης.
Ότι με τα ανωτέρω έγγραφα συμφωνητικά μίσθωσης ρητά συμφωνήθηκε ότι η ηλεκτροδότηση, ύδρευση και αποχέτευση των κυλικείων θα είναι κοινές με την πλαζ, ότι οι μισθωτές υποχρεούνται να φροντίζουν για την καλή λειτουργία των εγκαταστάσεων ύδρευσης, φωτισμού και αποχέτευσης, βαρυνόμενοι με όλες τις δαπάνες καταναλώσεως του ύδατος, του ηλεκτρικού ρεύματος και των κοινοχρήστων δαπανών και ότι αυτοί έχουν την υποχρέωση να λειτουργούν τα κυλικεία από την 1η Απριλίου έως την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους, με δυνατότητα να τα λειτουργούν και το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ενώ με το υπ' αριθμ. ...
έγγραφό του ο εκμισθωτής ΕΟΤ δέχθηκε σχετική αίτησή των αρχικών εναγόντων και τους επέτρεψε να επεκτείνουν τον χώρο πίσω από το τρίτο κυλικείο δημιουργώντας ένα κατάστημα "καφέ", να αναπτύξουν τραπεζοκαθίσματα στο χώρο πρασίνου, που βρίσκεται μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου κυλικείου, να τοποθετήσουν ηχεία μουσικής και να λειτουργούν τα ανωτέρω και κατά τις βραδινές ώρες.
Ότι, με το από 23/5/2002 έγγραφο συμφωνητικό μίσθωσης, η πρώτη εναγομένη εταιρεία εκμίσθωσε στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε" (ήδη μη διάδικο) το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης της όλης Α. Β. μετά των πάσης φύσεως κτιρίων, εγκαταστάσεων, δικτύων και εξοπλισμού, με την ρητή εξαίρεση των τριών ανωτέρω κυλικείων, ως προς τα οποία ορίστηκε ότι αυτά θα παραδοθούν στην μισθώτρια μόλις καταστεί δυνατή η αποβολή των εγκατεστημένων σε αυτά μισθωτών - αρχικών εναγόντων, ενώ η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μην παρακωλύει την λειτουργία των συμβάσεων μίσθωσης των κυλικείων, να μεταφέρει στο όνομά της όλες τις υπάρχουσες στο μίσθιο συνδέσεις με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης και αναβάθμισης του μισθίου, οι οποίες θα πρέπει να ολοκληρωθούν μέχρι τις 30/4/2003, ενώ στην μισθώτρια παρασχέθηκε το δικαίωμα να ασκεί και η ίδια τις ίδιες ή ανταγωνιστικές δραστηριότητες, με αυτές που ασκούνταν μέχρι τότε από τα κυλικεία των εναγόντων.
Ότι στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη, ενώ ήταν ουσιαστικά και αυτή μισθώτρια, επέδειξε επιθετική, αυθαίρετη και εν πολλοίς παράνομη συμπεριφορά προς τους ενάγοντες, ενεργώντας σαν να είναι η κυρία της πλαζ, εμποδίζοντας την πρόσβαση στα μίσθια κυλικεία, τόσο των ιδίων των εναγόντων, όσο και των πελατών και των συνεργατών προμηθευτών τους.
Ότι ειδικότερα στις 7-8-2002 η δεύτερη εναγομένη τοποθέτησε παράνομα πλησίον των μισθίων κυλικείων δύο ξύλινες παράγκες με βαρέλια, για να τα χρησιμοποιήσει ως κυλικεία και στις 9/8/2002 σφράγισε αυθαίρετα τα φρεάτια παροχής της ΕΥΔΑΠ, διακόπτοντας την παροχή νερού στα μίσθια, για δε το γεγονός αυτό επέδωσαν εξώδικη διαμαρτυρία στην πρώτη εναγομένη ζητώντας την παρέμβασή της, χωρίς αυτή να απαντήσει και υπέβαλαν και μήνυση στο Αστυνομικό Τμήμα Βάρης, η δε πρώτη εναγομένη ανταποκρίθηκε καθυστερημένα, στις 4/11/2002, στο αίτημά τους να τους χορηγήσει την έγκρισή της και τα σχετικά δικαιολογητικά για να συνδεθούν με το δίκτυο παροχής νερού της ΕΥΔΑΠ, σύνδεση στη οποία τελικά δεν προέβησαν, γιατί υπήρχαν ανεξόφλητοι λογαριασμοί ποσού 7.789,14 ευρώ.
Ότι προγενέστερα και δη τον Ιούλιο του 2002 η δεύτερη εναγομένη απαγόρευσε την είσοδο στα κυλικεία προμηθευτών των εναγόντων, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί εκδήλωση για τη διαφημιστική προώθηση μπύρας, που είχαν προγραμματίσει οι ενάγοντες για τη τελευταία Κυριακή του μήνα αυτού, ενώ επιπλέον στις 4-9-2002 οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης, αφού έσπασαν τα λουκέτα των αλυσίδων, με τις οποίες ήταν δεμένες οι καρέκλες, κατέλαβαν τον χώρο πρασίνου των κυλικείων και κατέστρεψαν τα αντικείμενα, που είχαν τοποθετήσει οι ενάγοντες σε αυτόν (καρέκλες, τραπέζια, πάγκο σερβιρίσματος, καλώδια φωτισμού, ηχεία, φώτα και πέργκολα ).
Ότι ακολούθως στις 30-9-2002 η δεύτερη εναγομένη, αποφάσισε τη διακοπή της λειτουργίας της πλαζ και κατά συνέπεια τα κυλικεία δεν λειτούργησαν το μήνα Οκτώβριο του 2002, στις δε αρχές του 2003 αυτή διέκοψε την ηλεκτροδότηση και την τηλεφωνική σύνδεση των κυλικείων, χωρίς η πρώτη εναγομένη, στην οποία απευθύνθηκαν, να συμπράξει για να εγκριθεί αυτοτελής σύνδεση στο δίκτυο ηλεκτροδότησης για τα κυλικεία.
Ότι τον Μάρτιο του 2003 η δεύτερη εναγομένη άρχισε τις εργασίες αναβάθμισης της ..., τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε μέχρι τις 30/4/2003, όπως είχε συμφωνήσει, αλλά τις ολοκλήρωσε τον Μάϊο του 2004, με αποτέλεσμα να μην λειτουργήσουν κανονικά τα κυλικεία όλη τη περίοδο αυτή, αφού η ... και ιδίως οι χώροι γύρω από τα κυλικεία είχαν σκαφθεί και είχαν εναποτεθεί σε αυτούς τόνοι χώματος και μπάζων και ψηλά πλαστικά πλέγματα, που εμπόδιζαν την πρόσβαση των λουομένων στα κυλικεία.
Ότι στις 15-6-2003 η δεύτερη εναγομένη άνοιξε άλλη είσοδο και όχι την κεντρική, με αποτέλεσμα οι πελάτες της πλαζ να αδυνατούν να προσέλθουν στα κυλικεία. Ότι κατόπιν όλων αυτών οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να μισθώσουν γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος κι επιπλέον εγκατέστησαν και δεξαμενή νερού με τα συνοδεύοντα αυτές εξαρτήματα, εν τέλει δε στις 30-9-2003 η δεύτερη εναγομένη έκλεισε την πλαζ, με αποτέλεσμα τα κυλικεία να μη λειτουργήσουν από 1 έως 31-10-2003.
Ότι οι ανωτέρω πράξεις της δεύτερης εναγομένης έγιναν με την ανοχή της πρώτης εναγομένης, στα πλαίσια ενός καλά προμελετημένου σχεδίου, που είχαν εξυφάνει οι εναγόμενες, με στόχο την επιχειρηματική τους εξόντωση, ώστε να αναγκασθούν να αποχωρήσουν από τα κυλικεία και να αποκτήσει η δεύτερη εναγομένη το μονοπώλιο στη εξυπηρέτηση των λουομένων στη πλαζ.
Ότι η πρώτη εναγομένη παρέλειψε να μεριμνήσει για την αποκατάσταση της λειτουργίας των καταστημάτων των εναγόντων και επιπρόσθετα, στα πλαίσια του σχεδίου αυτού, απέστειλε στο Δ. Β. και τη Διεύθυνση Υγείας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό της, με το οποίο ισχυρίστηκε δόλια και κακόπιστα ψευδώς ότι η σύνδεση των κυλικείων με νερό και ρεύμα είναι υποχρέωση των εναγόντων, οπότε κατόπιν αυτού ο Δ.
Β. ανακάλεσε την άδεια λειτουργίας των κυλικείων, λόγω μη σύνδεσης με τα δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτροδότησης και αποχέτευσης, στην συνέχεια με την 3848/2004 απόφαση του Δήμου σφραγίσθηκαν τα κυλικεία και τελικά, όταν εκδικάστηκε στις 19/1/2006 η προσφυγή τους κατά των ανωτέρω αποφάσεων του Δήμου, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, αμφότερες οι εναγόμενες άσκησαν παρέμβαση υπέρ του Δ.
Β., με αποτέλεσμα να απορριφθεί η προσφυγή, αφού το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ότι τα κυλικεία λειτουργούσαν κατά ουσιώδη τροποποίηση των υγειονομικών όρων λειτουργίας τους, χωρίς τουαλέτες και χωρίς σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Ότι, λόγω της αδιάλειπτης λειτουργίας των κυλικείων τους από το 1975, της άριστης ποιότητας των προϊόντων, που πωλούσαν, αλλά και των υπηρεσιών, που παρείχαν στους πελάτες τους, είχαν αποκτήσει σταθερή και πολυάριθμη πελατεία, που τους προτιμούσε έναντι των ανταγωνιστών τους, αν δε δεν μεσολαβούσαν οι ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγομένων, προσδοκούσαν, με βεβαιότητα, κατά την συνήθη και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, να έχουν τα ακολούθως, ανά μήνα, αναφερόμενα ημερήσια κέρδη από την λειτουργία των κυλικείων.
Ότι από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων υπέστησαν τις παρακάτω ζημίες τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008: Α) Για το έτος 2002 υπέστησαν θετική ζημία ποσού 51.832 ευρώ, κατά την κατάληψη του χώρου πρασίνου στις 4/9/2002, λόγω της καταστροφής των προπεριγραφόμενων αντικειμένων ιδιοκτησίας τους, όπως αυτά προσδιορίζονται αναλυτικά στην αγωγή κατά είδος, ποσότητα και αξία, και αποθετική ζημία συνολικού ποσού 180.056,38 ευρώ, εξαιτίας:
α) της ματαίωσης της εκδήλωσης για την διαφημιστική προώθηση μπίρας τον Ιούλιο του 2002, από την οποία υπέστησαν ζημία ύψους 14.400 ευρώ από την μη πραγματοποίησης της πώλησης 3.600 φιαλών μπίρας στους 2.000 τουλάχιστον επισκέπτες της πλαζ X 4 ευρώ κέρδος η μία, και β) της μειωμένης λειτουργίας των κυλικείων λόγω 1) της αναστολής λειτουργίας της πλαζ από τη δεύτερη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2002 έως 10-5-2002 και από 1/10/2002 έως 31/10/2002, 2) της λειτουργίας αυτής χωρίς παροχή ύδατος από 9/8/2002 έως 30/9/2002, με αποτέλεσμα αφενός μεν να μην λειτουργούν τα πλυντήρια της επιχείρησης και αφετέρου οι ενάγοντες να αναγκασθούν να προμηθεύονται εμφιαλωμένο νερό, με αύξηση του λειτουργικού κόστους και μείωση των εσόδων των κυλικείων, λόγω μη προσέλευσης λουσμένων, και 3) της λειτουργείας των κυλικείων χωρίς τα τραπεζοκαθίσματα από τις 4/9/2002 έως τις 30/9/2002, μετά την κατάληψη του χώρου πρασίνου των εναγόντων στις 4-9-2002, με συνέπεια τη μείωση της πελατείας, λόγω των οποίων υπέστησαν αποθετική ζημία, κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Οκτώβριο ποσού 71.760 ευρώ {780 ευρώ καθαρό κέρδος την ημέρα X 92 ημέρες}, τον Ιούνιο και Σεπτέμβριο ποσού 70.200 ευρώ {1.170 ευρώ καθαρό κέρδος την ημέρα X 60 ημέρες} και τον Ιούλιο και Αύγουστο ποσού 145.080 ευρώ {2.340 ευρώ καθαρό κέρδος την ημέρα X 62 ημέρες} και τελικά, μετά την αφαίρεση του πραγματικού κέρδους, που είχαν κατά την ανωτέρω περίοδο και ανήλθε μόνο σε 106.983,62 ευρώ, η αποθετική ζημία τους ανήλθε σε 180.056,38 ευρώ.
Β) Για τα έτη 2003 και 2004 υπέστησαν, λόγω της διακοπής της ηλεκτροδότησης και της ύδρευσης, θετική ζημία συνολικού ποσού 35.718,63 ευρώ για μίσθωση γεννήτριας πετρελαίου, για εγκατάσταση της γεννήτριας και αγορά των αναγκαίων για τον σκοπό αυτό υλικών, για αγορά πετρελαίου κίνησης της γεννήτριας, για αγορά πλάκας υγραερίου και φριτέζας υγραερίου, για αγορά και εγκατάσταση δύο δεξαμενών νερού, για αγορά εμφιαλωμένου νερού, για αγορά παγοκύβων και για την αγορά ενός καροτσιού ειδικής κατασκευής για την μεταφορά εμπορευμάτων στα κυλικεία, αφού αποκλείστηκε η πρόσβαση αυτοκινήτων σε αυτά, όπως τα ανωτέρω προσδιορίζονται αναλυτικά στην αγωγή κατά είδος, ποσότητα και αξία.
Γ) Για το έτος 2003, κατά οποίο, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το κέρδος τους από την λειτουργεία των κυλικείων θα ήταν μετά βεβαιότητος προσαυξημένο κατά ποσοστό 10%, σε σχέση με το 2002, υπέστησαν αποθετική ζημία συνολικού ποσού 315.744 ευρώ εξαιτίας της μειωμένης λειτουργίας των κυλικείων λόγω της αναστολής λειτουργίας της πλαζ από τη δεύτερη εναγομένη κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-4-2003 έως 10-7-2003 και από 1/10/2003 έως 31/10/2003 και της αδυναμίας λειτουργίας των δύο από τα τρία κυλικεία για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 11/7/2003 έως 30/9/2003 και ειδικότερα ζημία συνολικού ποσού 78.936 ευρώ, για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Οκτώβριο, αφού το προσδοκώμενο κέρδος θα ήταν (92 ημέρες X 858 ευρώ την ημέρα ), ζημία συνολικού ποσού 77.220 ευρώ (1.287 ευρώ την ημέρα X 60 ημέρες) για τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο και ζημία συνολικού ποσού 159.588 ευρώ (2.574 ευρώ την ημέρα X 62 ημέρες) κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο.
Δ) Για το έτος 2003 υπέστησαν για τους ανωτέρω λόγους και θετική ζημία ποσού 62.476,06 από την ζημιογόνα λειτουργία των κυλικείων. Ε) Για το έτος 2004, κατά οποίο, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων το κέρδος τους από την λειτουργεία των κυλικείων θα ήταν μετά βεβαιότητος προσαυξημένο κατά ποσοστό 10%, σε σχέση με το 2003, υπέστησαν αποθετική ζημία συνολικού ποσού 347.318,40 ευρώ εξαιτίας της μειωμένης λειτουργίας των κυλικείων λόγω της αναστολής λειτουργίας της πλαζ από τη δεύτερη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2004 έως 31-5-2004 και της αδυναμίας λειτουργείας των δύο από τα τρία κυλικεία για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από 1-6-2004 έως 31-10-2004 και ειδικότερα κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Οκτώβριο το ημερήσιο κέρδος θα ήταν 943,80 ευρώ, και συνολικά θα ανέρχονταν σε 86.829,60 ευρώ ( (943,80 ευρώ την ημέρα X 92 ημέρες), κατά τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο το ημερήσιο κέρδος θα ήταν 1.415,70 ευρώ και συνολικά 84.942 (1.415,70 ευρώ ημερησίως X 60 ημέρες) και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο το ημερήσιο κέρδος θα ήταν 2.831,40 ευρώ και το συνολικό κέρδος 175.546,80 ευρώ (2.831,40 X 62 ημέρες).
ΣΤ) Για το έτος 2004 υπέστησαν για τους ανωτέρω λόγους και θετική ζημία ποσού 65.113,53 από την ζημιογόνα λειτουργία των κυλικείων. Ζ) Για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008 κατά τα οποία, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το κέρδος τους από την λειτουργεία των κυλικείων θα ήταν μετά βεβαιότητος προσαυξημένο κατά ποσοστό 10% κάθε έτος, σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο, υπέστησαν αποθετική ζημία συνολικού ποσού 1) 381.905,80 για το έτος 2005 και ειδικότερα κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Οκτώβριο το κέρδος θα ήταν 95.440,80 ευρώ (1.037,40 ευρώ την ημέρα X 92 ημέρες), κατά τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο 93.366 ευρώ (1.556,10 ευρώ X 60 ημέρες) και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 193.099 ευρώ ( 3.114,50 ευρώ την ημέρα X 62 ημέρες), 2) 420.095,20 ευρώ για το έτος 2006 και ειδικότερα κατά τους μήνες Απρίλιο Μάιο και Οκτώβριο το κέρδος θα ήταν 104.981,20 ευρώ (1.141,10 ευρώ την ημέρα X 92 ημέρες), κατά τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο 102.702 ευρώ (1.711,70 ευρώ την ημέρα X 60 ημέρες) και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 212.412 ευρώ (3.426 ευρώ την ημέρα X 62 ημέρες), 3) 462.099,40 ευρώ για το έτος 2007 και ειδικότερα κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Οκτώβριο 115.478,40 ευρώ (1.255,20 ευρώ την ημέρα X 92 ημέρες), κατά τους μήνες Ιούνιο και Σεπτέμβριο 112.974 ευρώ (1.882,90 ευρώ την ημέρα X 60 ημέρες) και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 233.647 ευρώ (3.768,50 ευρώ την ημέρα X 62 ημέρες) και 4) 84.228,80 ευρώ για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2008 (1.380,80 ευρώ την ημέρα X 61 ημέρες).
Ότι η συνολική θετική και αποθετική ζημία των εναγόντων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.420.988,20 ευρώ, από το οποίο στην πρώτη ενάγουσα αναλογεί το ποσό των 1.513.117,60 ευρώ (2.420.988,20 επί 62,5%) και στο δεύτερο ενάγοντα αναλογεί το ποσό 907.870,50 ευρώ (2.420.988,20 επί 37,5%). Ότι, λόγω των ανωτέρω παρανόμων και υπαιτίων ενεργειών των εναγομένων υπέστησαν ηθική βλάβη και πρέπει να τους επιδικαστεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500.000 ευρώ στον καθένα.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησαν, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν νομιμοτόκως, εις ολόκληρον εκάστη τούτων, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 2.013.117,60 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 1.407.870,50 ευρώ, και επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί ότι η πρώτη εναγομένη δεν ενέχεται από αδικοπραξία ζητούν, με βάση την παραβίαση της σύμβασης μισθώσεως από την πρώτη εναγομένη, η οποία δεν διατήρησε το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνηθείσα χρήση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να καταβάλει νομιμοτόκως, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.513.117,60 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 907.870, 50 ευρώ.
Μετά την άσκηση της αγωγής απεβίωσε η πρώτη ενάγουσα Ρ.-Θ. Σ. και την δίκη συνέχισαν γι' αυτήν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αναιρεσείοντες. Κατά την συζήτηση της αγωγής στις 8/6/2017, οι αναιραισείοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της αγωγής ως προς την δεύτερη εναγομένη "... Α.Ε.", στη συνέχεια δε εκδόθηκε η υπ' αρ. 474/2018 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, α) ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη ως προς τα αιτήματα 1) καταβολής αποζημίωσης, κατά την κυρία βάση της αγωγής, για την θετική ζημία ποσού 51.382 ευρώ του έτους 2022 και 2) καταβολής αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη όλων των ετών από 2002 έως 2008 και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλα τα λοιπά αιτήματά της.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 15/12/2018 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατά ένα μέρος την έφεση και αφού, κατά το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, που προκύπτει από το άρθρο 522 ΚΠολΔ, δέχθηκε κατά το υπόλοιπο μέρος αυτήν και εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως απέρριψε και κατά το μέρος αυτό την αγωγή ως μη νόμιμη, αντί της απόρριψής της ως ουσιαστικά αβάσιμης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ειδικότερα το Εφετείο, μεταξύ των άλλων, ερευνώντας στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής κατά το μέρος που θεμελιωνόταν σε υπαίτια παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας της πρώτης εναγομένης, ως προς το οποίο πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η προπεριγραφείσα...συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης,...
και συγκεκριμένα, η ανοχή και εντεύθεν παράλειψη αποτροπής της ζημίας των εναγόντων μισθωτών από τις φερόμενες ως αυθαίρετες και παράνομες δραστηριότητες της δεύτερης εναγομένης ...ακόμη και υπό την εκδοχή ότι συνιστούσε υποχρέωση πηγάζουσα από την ένδικη μισθωτική σύμβαση, και δη αυτή της ακώλυτης χρήσης του μισθίου, σε συνδυασμό με τις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης, δεν συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, καθόσον δεν είναι αυτή που παρήγε το επικαλούμενο ζημιογόνο αποτέλεσμα, υπό την έννοια της ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημίας και ζημιογόνου αποτελέσματος, δεδομένου ότι αυτό προήλθε από τις προπεριγραφείσες φθορές, στις οποίες προέβη η δεύτερη εναγομένη.
Συνεπώς και ως προς τα αιτούμενα κονδύλια αποζημιώσεως για τις θετικές ζημίες των εναγόντων η αγωγή είναι νόμιμη κατά τη κύρια βάση της αδικοπραξίας, μόνον κατά το μέρος, που στηρίζεται στην υποβολή ψευδών εγγράφων και δηλώσεων στην Αρχή, και μόνον κατά το μέρος που οι ενέργειες αυτές συνάπτονται αιτιωδώς με τα διαφυγόντα κέρδη από την επικαλούμενη σφράγιση των κυλικείων (που όμως ορθώς απορρίφθηκαν λόγω αοριστίας ως προεκτέθηκε) και το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ είναι νόμιμη μόνον κατά την επικουρική της βάση, ως προς το κονδύλιο αποζημίωσης των θετικών ζημιών ύψους 64.840,43 ευρώ που ορισμένως παρατιθέμενο, αφορά τις ζημίες του έτους 2003 από την επικαλούμενη άρνηση της πρώτης εναγομένης να συνδράμει στην αυτοτελή ηλεκτροδότηση και υδροδότηση των μισθίων κυλικείων, στα πλαίσια της συμβατικής υποχρέωσής της να διατηρεί ανεμπόδιστη τη χρήση του μισθίου, καθόλη τη διάρκεια της μισθωτικής σχέσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε, ότι το παραπάνω κονδύλιο αποζημίωσης των θετικών ζημιών θεμελιώνεται στις επικαλούμενες, κυρίως, διατάξεις περί αδικοπραξίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Πρέπει επομένως, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιό της αυτό, και αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος της από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη κατά τούτο, χωρίς ειδικό γι' αυτό παράπονο των εκκαλούντων, οι οποίοι παραπονούνται για την κατ' ουσίαν απόρριψή της".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής, που στηρίζεται στη φερόμενη αδικοπραξία της αναιρεσίβλητης, λόγω της υπαιτίας παράλειψής της να αποτρέψει την αρχική δεύτερη εναγόμενη "... Α.Ε." από τις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειές της, που έπληξαν τους αναιρεσείοντες και επέφεραν την αναφερόμενη στην αγωγή θετική και αποθετική ζημία της, ορθώς κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αναιρεσίβλητη δεν είχε συγκεκριμένη νομική υποχρέωση θεμελιούμενη στο νόμο ή σε δικαιοπραξία ή στη συναλλακτική καλή πίστη ή στο γενικό πνεύμα του δικαίου, να επέμβει στη σχέση των αναιρεσειόντων από τη μία πλευρά και της δεύτερης εναγόμενης από την άλλη, που ήταν αμφότεροι μισθωτές της σε διακριτά μέρη ενός μεγαλύτερου ακινήτου της (της Α.
Β.), έναντι των οποίων είχε δικαιώματα και υποχρεώσεις, που προέκυπταν από την ενεργή σύμβαση μίσθωσης, που είχε συνάψει με έκαστο μέρος, το δε συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από τα αναφερόμενα στην αγωγή: α) ότι στη σύμβαση μίσθωσης της αναιρεσίβλητης με την αρχική δεύτερη εναγόμενη είχαν περιληφθεί οι όροι, αφ' ενός μεν ότι η δεύτερη εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να μην παρακωλύει τη σύμβαση μίσθωσης των κυλικείων των αναιρεσειόντων, να μεταφέρει στο όνομά της όλες τις υπάρχουσες στο μίσθιο συνδέσεις με τα δίκτυα κοινής ωφελείας και να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης και αναβάθμισης του μισθίου, αφ' ετέρου δε ότι η αρχική δεύτερη εναγόμενη έχει το δικαίωμα να ασκεί τις ίδιες ή ανταγωνιστικές δραστηριότητες, με αυτές των αρχικά εναγόντων, οι οποίοι όροι αναδεικνύουν τις συμβατικές αυτές υποχρεώσεις και δικαιώματα της αναιρεσίβλητης έναντι της δεύτερης εναγόμενης, και β) ότι δεν αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης η σύνδεση των μισθίων κυλικείων με τα δίκτυα κοινής ωφελείας, αφού όπως ενδεικτικά αναφέρεται, οι αρχικοί ενάγοντες επέλεξαν να μην συνδεθούν με το δίκτυο παροχής ύδατος της ΕΥΔΑΠ, γιατί υπήρχαν ανεξόφλητοι λογαριασμού ποσού 7.789,14 ευρώ, που προήρχοντο και από τη λειτουργία των κυλικείων, τους οποίους επίσης κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή οι ίδιοι είχαν την υποχρέωση, κατά τη σύμβαση μίσθωσης, να έχουν εξοφλήσει, υπό το φως δε όλων των ανωτέρω αποτελεί "κενό γράμμα", μη επιδεχόμενο περαιτέρω εξειδίκευσης, το αναφερόμενο στην αγωγή ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε σε συμπαιγνία με την αρχική δεύτερη εναγόμενη μισθώτριά της.
Επομένως, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, ως προς την απόρριψη ως μη νόμιμης της ανωτέρω βάσης της αγωγής και επειδή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων να αποτραπεί δυσμενές γι' αυτούς δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της απόρριψης ως μη νόμιμης της ανωτέρω βάσης της αγωγής τους κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ., η οποία ήταν εφαρμοστέα και δεν εφαρμόστηκε.
Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά το μέρος που ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 20.6.1975 έγγραφης σύμβασης μίσθωσης τουριστικής εγκατάστασης ο EOT εξεμίσθωσε στον Γ. Σ., τρία κυλικεία στην ... (πλαζ) της Β.
Α., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως καταστήματα πώλησης πρόχειρου φαγητού (κυλικεία). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε τριετής με δικαίωμα ανανέωσης κατόπιν εγκρίσεως του εκμισθωτή, αντί μισθώματος οριζομένου σε ποσοστό 33% επί των πάσης φύσεως ακαθαρίστων εισπράξεων και ως ελάχιστου ετησίου μισθώματος αυτού των 550.000 δραχμών.
Ο χρόνος λειτουργίας των μισθίων ορίστηκε υποχρεωτικώς από 1ης Απριλίου έως 31ης Οκτωβρίου, και προαιρετικώς για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ενώ ορίστηκε επίσης ότι ο μισθωτής θα ήταν υποχρεωμένος να μεριμνά προκειμένου να λειτουργούν απολύτως ικανοποιητικά οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις θέρμανσης, κλιματισμού, τηλεφώνου, ύδρευσης, φωτισμού, αποχέτευσης και κάθε άλλη μηχανική ή μη εγκατάσταση του μισθίου, βαρυνόμενος με όλες τις δαπάνες κατανάλωσης του ύδατος, του ηλεκτρικού ρεύματος, των κοινοχρήστων, του όρου αυτού συμφωνηθέντος ως "ουσιώδους".
Με την ίδια σύμβαση ορίστηκε ότι ο μισθωτής ήταν υποχρεωμένος να περιποιείται τους ανήκοντες στο μίσθιο εξωτερικούς χώρους, να αναπτύσσει το υφιστάμενο πράσινο και να το συντηρεί καθόλη τη διάρκεια της μίσθωσης, σύμφωνα με τις υποδείξεις του EOT προς καλλωπισμό των μισθίων. Περαιτέρω, στην τεχνική περιγραφή των προς εκμίσθωση χώρων, που συνήφθη στην άνω μισθωτική σύμβαση, αποτελούσα με αυτή ενιαίο σύνολο, ορίστηκε ότι τα εντός της πλαζ αναψυκτήρια διαθέτουν τηλεφωνική σύνδεση με το τηλεφωνικό κέντρο της πλαζ και ότι η ηλεκτροδότηση, ύδρευση και αποχέτευση αυτών είναι κοινές με της πλαζ.
Με την από 10.10.1979 τροποποιητική σύμβαση μισθώσεως των εν λόγω κυλικείων, μεταξύ των αυτών ως άνω συμβαλλόμενων καταρτισθείσα, συμφωνήθηκε η μετατροπή του ποσοστιαίου μισθώματος σε πάγιο, ύψους 913.000 δραχμών (2.679,39 ευρώ) για το έτος 1979,αναπροσαρμοζομένου ετησίως σε ποσοστό 10%. Στις 1.6.1982 απεβίωσε ο μισθωτής ...
και στη θέση του υπεισήλθαν η χήρα του Ρ.-Θ. χήρα Γ. Σ. (αρχική πρώτη ενάγουσα) κατά ποσοστό 25%, ο υιός του Θ. Σ., δεύτερος ενάγων κατά ποσοστό 37,5% και ο έτερος υιός του Μ. Σ. κατά το λοιπό 37,5 % ποσοστό. Ο τελευταίος μεταβίβασε το ποσοστό του στη μητέρα του, με συνέπεια συμμισθωτές των ενδίκων κυλικείων να καταστούν η Ρ. -Θ.
χήρα Γ. Σ. κατά ποσοστό 62,5 % και ο υιός της Θ. Σ. κατά ποσοστό 37,5%. Σημειώνεται, ότι μετά τον θάνατο της Ρ.-Θ. χήρας Γ. Σ., στις 10.10.2010, στην ένδικη μίσθωση υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι παραπάνω υιοί της (ήδη εκκαλούντες) και κατέστησαν συμμισθωτές κατά ποσοστό 31,25% ο Μ. Σ. και κατά ποσοστό 68,75% ο Θ. Σ. (ήδη εκκαλούντες).
Με την από 17.1.1991 τροποποιητική σύμβαση το μίσθωμα του έτους 1990 καθορίστηκε στο ποσό των 4.400.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 10%, την δε 30.11.1993 υπογράφηκε μεταξύ των αυτών ως άνω συμβαλλομένων νέα σύμβαση παράτασης της μίσθωσης των ενδίκων κυλικείων, με την οποία συμφωνήθηκε η δυνάμει απόφασης του Γ.Γ.
EOT παράταση της μίσθωσης για 15 χρόνια, λήγουσας δηλαδή στις 30.11.2008, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθωτές θα προέβαιναν στην εκτέλεση αποκλειστικά με δαπάνες τους των αναφερόμενων στη σύμβαση έργων προϋπολογισμού 79 εκατομμυρίων δραχμών (ανακαινίσεις και εξοπλισμός κυλικείων), ορίστηκε μίσθωμα αυτό των 8.000.000 δραχμών αναπροσαρμοζομένου κατά ποσοστό 10% ετησίως, και συμφωνήθηκε οι μισθωτές να υποχρεούνται να φροντίζουν για την καλή λειτουργία των εγκαταστάσεων τηλεφώνου, θέρμανσης, κλιματισμού, ύδρευσης, φωτισμού, αποχέτευσης και κάθε άλλης εγκατάστασης και να καταβάλλουν τα έξοδα υλικών και επισκευής αυτών καθώς και τα έξοδα σύνδεσης και τους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και των άλλων παροχών μετά του χαρτοσήμου και των λοιπών επιβαρύνσεων, όπως επίσης να φροντίζουν για τη διατήρηση της κατοχής του μισθίου και να αποκρούουν κάθε καταπάτηση αυτού, με όλες τις αγωγές...
έχοντας ευθύνη απέναντι στον EOT για κάθε έστω και από ελαφρά αμέλεια, βλάβη, μείωση η απώλεια δικαιωμάτων και τέλος, να γνωστοποιούν στον EOT κάθε τυχόν προσβολή δικαιωμάτων και κάθε σχετική δίκη, στην οποία ο EOT δικαιούται να παρέμβει παραδίδοντας τα σχετικά δικόγραφα και άλλα έγγραφα στον EOT. Ακολούθως, οι άνω μισθωτές, με τη με αριθμό ...
αίτησή τους προς τον EOT και προκειμένου να αναβαθμίσουν και να εκσυχρονίσουν τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες των μισθίων κυλικείων ζήτησαν, με δικές τους δαπάνες, να επεκτείνουν τον χώρο όπισθεν του τρίτου κυλικείου και να δημιουργήσουν ένα καφέ, που θα παρείχε καφέδες, αναψυκτικά, αλκοολούχα ποτά και φαγητά σε γυάλινα σκεύη, να αναπτύξουν τραπεζοκαθίσματα στο χώρο πρασίνου πίσω από το τρίτο κυλικείο και σε αυτόν ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο κυλικείο, να τοποθετήσουν ηχεία εκπομπής μουσικής, τόσο στους δύο εξωτερικούς χώρους όσο και γύρω από το τρίτο κυλικείο και να λειτουργήσουν το συγκεκριμένο κατάστημα και τις βραδινές ώρες.
Με το με αριθμό ... έγγραφό του ο EOT, σε απάντηση του ανωτέρω αιτήματος των μισθωτών, τους έκανε γνωστό ότι η από 30.11.1993 μισθωτική σύμβαση έχει καταργηθεί μετά την ισχύ της παρ. 6 ν. 2206/1994 ...και ότι μετά από αυτό αναβίωσε η προηγούμενη μισθωτική τους σύμβαση ως προς τον χρόνο παράτασης, που κατέστη πλέον ο προβλεπόμενος από τον σχετικό νόμο περί εμπορικών μισθώσεων, καθώς και ότι ο EOT δεν είχε αντίρρηση για τις εργασίες, που προτίθεντο να εκτελέσουν οι μισθωτές, με δικές τους αποκλειστικά δαπάνες προς όφελος του μισθίου, υπό τον όρο ότι θα υπέβαλαν στον EOT προς έγκριση, λεπτομερείς τεχνικές προδιαγραφές και ότι θα τηρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις που απαιτούνταν για το έργο αυτό, μέσα στα πλαίσια των προβλεπόμενων όρων της αρχικής και όχι της καταργηθείσας σύμβασης.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι μισθωτές πέτυχαν δύο περίπου χρόνια αργότερα την έκδοση της με αριθμό ... άδειας από τον Δ. Β. για την ανάπτυξη 200 τραπεζοκαθισμάτων στους παραπάνω υπαίθριους χώρους, τα οποία και τοποθέτησαν μαζί με ομπρέλες θαλάσσης, ηχεία, φώτα και σκιάδες, ενώ πότιζαν τα λουλούδια και το πράσινο των χώρων αυτών, τέσσερα δε χρόνια μετά, αποδείχθηκε ότι με τη με αριθμό 520022/17.5.2000 απόφαση του EOT μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία "...
ΑΕ" και ήδη "... ΑΕ (... ΑΕ), η διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση των ακτών του EOT, η τελευταία δε υπεισήλθε ως εκμισθώτρια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επίδικης μισθωτικής σχέσης. Η παραπάνω εκμισθώτρια συνήψε στις ... την με την αυτή ημεροχρονολογία σύμβαση μισθώσεως με την δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΕ", με την οποία της παραχώρησε το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης της ..., μετά των πάσης φύσεως κτιρίων, εγκαταστάσεων δικτύων εξοπλισμού, από τη μίσθωση δε αυτή ρητά εξαιρέθηκαν τα ένδικα μίσθια κυλικεία και λοιποί μίσθιοι χώροι-εγκαταστάσεις εντός της ..., που ήσαν μισθωμένα σε τρίτους, που ορίστηκαν παραδοτέοι στη άνω μισθώτρια όταν θα καθίστατο δυνατή η αποβολή των εγκατεστημένων σε αυτά μισθωτών, των μισθώσεων δε αυτών αποκλείστηκε η πέραν του χρόνου λήξεως τους συμβατική παράταση.
Με την σύμβαση αυτή, λήξεως την 31.12.2011, συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων (άρθρο 3) ότι η υλοποίηση των βασικών επενδύσεων και των εργασιών τους θα έπρεπε να γίνει άμεσα, ώστε να εξυπηρετούνταν οι λουόμενοι στην εν λόγω ... και δη μέχρις τις 30.4.2003, καθώς και ότι η μισθώτρια της ... "... ΑΕ" υποχρεούται να μην παρακωλύει τη λειτουργία των συμβάσεων αυτών, πλην να έχει το δικαίωμα να ασκεί και η ίδια τις αυτές ή ανταγωνιστικές δραστηριότητες με αυτές που ασκούνταν ήδη στα μισθωμένα σε τρίτους καταστήματα και εκμεταλλεύσεις της ..., δεδομένου ότι οι μισθωτές αυτών δεν είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως των χρήσεων και εκμεταλλεύσεως αυτών.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η παραπάνω μισθώτρια της συνολικής έκτασης της ένδικης πλαζ "... ΑΕ", στα πλαίσια της υλοποίησης των συμβατικών της υποχρεώσεων προς την πρώτη εναγομένη εκμισθώτρια αυτής, για την εκτέλεση εργασιών ανακαίνισης και αναβάθμισης της ..., σύμφωνα με το συνημμένο στη μεταξύ τους μισθωτική σύμβαση επενδυτικό σχέδιο (business plan) ξεκίνησε από τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους της μίσθωσης (2002) τις συναφείς εργασίες, οι οποίες ως εκ του σοβαρού βαθμού επέμβασης που απαιτούσαν για τη διαμόρφωση της περιοχής, περιέλαβαν αναγκαίως την διακοπή της υδροδότησης και ηλεκτροδότησης αυτής και εντεύθεν των μισθίων κυλικείων τα οποία, ως προεκτέθηκε, είχαν κοινή με την πλαζ ηλεκτροδότηση, ύδρευση και αποχέτευση.
Η ενέργεια αυτή των προστηθέντων της παραπάνω μισθώτριας της πλαζ "... ΑΕ" αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος αυτής, απορρέοντος από τη σύμβαση μισθώσεως που συνήψε με την πρώτη εναγομένη, χωρίς η ενέργεια αυτή να προσβάλει νόμιμο δικαίωμα των εναγόντων μισθωτών, όπως αυτοί ισχυρίστηκαν προς θεμελίωση όσων αξιώσεών τους κρίθηκαν κατά τα ανωτέρω ορισμένες και νόμιμες.
Τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες ήσαν κάτοχοι τμήματος του γηπέδου της ... (χώρος πρασίνου της πλαζ) στο οποίο ανέπτυξαν τραπεζοκαθίσματα, ομπρέλες, ηχεία μουσικής και πέργκολα, όχι με βάση την αρχική σύμβαση μισθώσεως ή κάποια μεταγενέστερη τροποποιητική αυτής, παρά μόνον ήσαν αυτοί κάτοχοι δυνάμει μισθωτικής σύμβασης αποκλειστικώς και μόνον του χώρου που καταλάμβαναν τα κτίσματα των μισθίων κυλικείων.
Και είναι μεν αληθές, ότι ο EOT δυνάμει του με αριθμό ... εγγράφου του, δήλωσε ρητώς τη συναίνεσή του στο αίτημα των εναγόντων να ανέπτυσσαν(ενν. αναπτύξουν) στους υπαίθριους χώρους πέριξ των μισθίων κυλικείων τραπεζοκαθίσματα, χώρο για διάθεση καφέ, αναψυκτικών κλπ., καθώς και να τοποθετούσαν (ενν. τοποθετήσουν) ηχεία μουσικής, όπως προεκτέθηκε, πλην όμως, με την έγγραφη αυτή συναίνεσή του, ο EOT δεν εξεμίσθωσε και τους χώρους αυτούς στους ενάγοντες, αφού η συναίνεσή του αναφέρεται αποκλειστικώς και μόνον στις εργασίες, που αιτήθηκαν οι ενάγοντες.
Τούτο δε συνάγεται και από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τυχόν εκμίσθωση επιπλέον τετραγωνικών εδάφους στους ενάγοντες μισθωτές, θα ήταν επ' ανταλλάγματι, δηλαδή οι τελευταίοι θα κατέβαλαν επί πλέον μίσθωμα, και δη, με βάση συγκεκριμένη τροποποιητική διάταξη της υφισταμένης τους μισθώσεως, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, αλλά ούτε επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, σε κάθε δε περίπτωση, θα απαιτούσε για την εγκυρότητά της, όχι ένα απλό έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Γ.Γ.
του EOT (ως συνέβη), αλλά συγκεκριμένη έγγραφη τροποποίηση της αρχικής μισθωτικής σύμβασης, με ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό έγγραφο, κατά τη κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου του εκμισθωτή, συστατικό της επίμαχης τροποποιητικής συμφωνίας, ο τύπος της οποίας κατά νόμον (άρθ. 164 ΑΚ) ακολουθεί τον τύπο της αρχικής δικαιοπραξίας, ελλείψει του οποίου αυτή ως άκυρη εξομοιούται με ανύπαρκτη...
Αποδεικνύεται συνεπώς, ότι οι ενάγοντες, ήσαν κάτοχοι των υπαιθρίων, πέριξ των μισθίων κυλικείων, χώρων της πλαζ, δυνάμει παρακλητικής σχέσεως με την εκμισθώτρια πρώτη εναγομένη, η οποία καταλύθηκε όταν η πρώτη εναγομένη γνωστοποίησε στους ενάγοντες την από ... σύμβαση μισθώσεως της ... που συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία "...
ΑΕ", η οποία έκτοτε κατέστη νόμιμη κάτοχος ολοκλήρου του χώρου της πλαζ, πλην των στεγασμένων και μόνον χώρων, που αναλογούσαν στα επίδικα μίσθια και τις εκμεταλλεύσεις, που ρητώς εξαιρέθηκαν από τη μίσθωση, και συνεπώς, νομίμως αυτή προέβη στις συμβατικώς προβλεφθείσες εργασίες αναβάθμισης του. Περαιτέρω, και συναφώς προς το επικαλούμενο δικαίωμα αποζημιώσεως των εναγόντων για τις δαπάνες, στις οποίες κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους, προέβησαν για την υδροδότηση και ηλεκτροδότηση των μισθίων κυλικείων μετά την αποσύνδεσή τους από την κοινή παροχή της πλαζ, που ως προεκτέθηκε, κρίθηκε νόμιμο κατά την επικουρική του θεμελίωση στις διατάξεις περί ευθύνης από τη σύμβαση μισθώσεως, αποδείχθηκε ότι δεν συνέτρεξε παραβίαση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εκμισθώτριας, συναφώς προς την υποχρέωσή της να διατηρεί ακώλυτη τη χρήση των ενδίκων μισθίων καθόλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της μίσθωσης.
Τούτο διότι, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι ας σημειωθεί, ουδέποτε είχαν καταβάλει αντίτιμο για την κατανάλωση για την υδροδότηση των μισθίων τους, αλλά με το σχετικό κονδύλιο επιβαρυνόταν καθόλη τη διάρκεια της ένδικης μίσθωσης η εκμισθώτρια, όπως τούτο συνάγεται από το ότι αυτοί δεν προσεκόμισαν καμία απόδειξη πληρωμής κατανάλωσης για την αιτία αυτή (υδροδότηση), δεν εμποδίστικαν από την πρώτη εναγομένη να προβούν στις νόμιμες ενέργειες για την αυτοτελή υδροδότηση των μισθίων κυλικείων τους, καθόσον στην αίτηση, που υπέβαλαν το πρώτον στις 16/10/2002 προς την πρώτη εναγομένη προκειμένου η τελευταία να τους παρείχε (ενν.
παράσχει) εξουσιοδότηση και ένα λογαριασμό της υφιστάμενης σύνδεσης της πλαζ με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, ώστε τα μίσθια κυλικεία να υδροδοτούνταν με αυτοτελή παροχή, η πρώτη εναγομένη απήντησε θετικά, παρέχοντάς τους λίγες ημέρες μετά, δηλαδή στις 4.11.2002, ως συνημμένα του με αριθμό 5912/4.11.2002 εγγράφου της, τα στοιχεία αυτά, ενώ και ειδικώς ως προς την ηλεκτροδότηση των μισθίων κυλικείων, των οποίων την αξία καταναλώσεως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν μέχρι το χρόνο διακοπής της, από την μισθώτρια της πλάζ "...
ΑΕ", αποδείχθηκε ότι επίσης δεν παρεμποδίστηκαν από την πρώτη εναγομένη να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την αυτοτελή τους ηλεκτροδότηση.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι συναφώς προς τις επικαλούμενες ζημίες των εναγόντων από τις δαπάνες στις οποίες αυτοί προέβησαν για την υδροδότηση και ηλεκτροδότηση των μισθίων κυλικείων τους, δεν συνέτρεξε αντισυμβατική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, συναπτόμενη προς αυτές (ζημίες). Περαιτέρω, και συνεπώς προς όσα προεκτέθηκαν ως αποδεδειγμένα, η πρώτη εναγομένη δεν ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον των Αρχών και ειδικότερα προς τον Δ.
Β. και τη Διεύθυνση Υγείας και Υγιεινής της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και δη, με το με αριθμό ... έγγραφό της, ότι η υποχρέωση της ηλεκτροδότησης και υδροδότησης των ενδίκων μισθίων συνιστούσε υποχρέωση των εναγόντων και ότι οι τελευταίοι δεν είχαν δικαίωμα νομής και κατοχής επί των υπαιθρίων χώρων πέριξ των κυλικείων, ούτε εξ άλλου η επικαλούμενη σφράγιση των μισθίων κυλικείων, δυνάμει της με αριθμό ...
απόφασης του Δ. Β., αποδείχθηκε ότι υπήρξε απότοκος των άνω δηλώσεων, αφού αυτή αποδείχθηκε ότι οφειλόταν στην άρνηση των εναγόντων να υποβάλουν προς τον Δ. Β. τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση των αδειών υδροδότησης, ηλεκτροδότησης και σύνδεσης με την αποχέτευση, μετά τη διακοπή τους, ενώ, για τον αυτό ως άνω λόγο, δεν υπήρξε παράνομη, συμπαικτική και υπαίτια η ενέργεια της πρώτης εναγομένης να ασκήσει παρέμβαση υπέρ του Δ.
Β. στην προσφυγή των εναγόντων κατά της απόφασης ανάκλησης των αδειών λειτουργίας των κυλικείων του άνω Δήμου. Δεν στοιχειοθετείτα, συνεπώς, αδικοπρακτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης επάγουσα δικαίωμα αναγνωρίσεως υποχρεώσεως της προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των εναγόντων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, ως προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και οι λόγοι έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914, 932 Α.Κ. και δεν παρεβίασε αυτές με την μη εφαρμογή τους, αφού τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη αυτής και συνακολούθως αξίωση των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
α) ήταν αληθή τα αναφερόμενα στο υπ' αρ. ... έγγραφο, που απέστειλε η αναιρεσίβλητη προς τον Δ. Β. Αττικής και τη Δ/νση Υγείας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, δηλαδή ότι η υποχρέωση της ηλεκτροδότησης και υδροδότησης των μισθίων κυλικείων ήταν υποχρέωση των αναιρεσειόντων και ότι αυτοί δεν είχαν δικαίωμα νομής και κατοχής επί των υπαιθρίων χώρων πέριξ των κυλικείων, αφού κατείχαν τους χώρους αυτούς, στους οποίους είχαν τοποθετήσει τραπεζοκαθίσματα, από το έτος 1994, όχι βάσει της σύμβασης μίσθωσης, αλλά βάσει παρακλητικής σχέσης, που έληξε στις 23/5/2002, όταν η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης τους γνωστοποίησε τη σύμβαση μίσθωσης και των χώρων αυτών, που σύναψε με την ...
Α.Ε., β) η σφράγιση των μισθίων κυλικείων με την υπ' αρ. ... απόφαση του Δ. Β. δεν προήλθε από την αποστολή του ανωτέρω εγγράφου, αλλά από την άρνηση των αναιρεσειόντων να υποβάλουν στον Δ. Β. τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση των αδειών υδροδότησης, ηλεκτροδότησης και σύνδεσης με την αποχέτευση και γ) η αναιρεσίβλητη δεν ενήργησε σε συμπαιγνία με την ...
Α.Ε. ασκώντας παρέμβαση υπέρ του Δ. Β. στην προσφυγή των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης ανάκλησης των αδειών λειτουργίας των κυλικείων. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη συνδρομή εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 575 Α.Κ., καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη δεν παρέβη τη συμβατική υποχρέωσή της να διατηρήσει τα μίσθια κυλικεία κατάλληλα για τη συμφωνημένη με τη σύμβαση μίσθωσης χρήση και για το χρονικό διάστημα μετά τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης του υπόλοιπου (πλην των κυλικείων) χώρου της Α.
Β. με την εταιρεία ... Α.Ε., με συνέπεια να δικαιολογείται η απόρριψη της θεμελιούμενης στην ανωτέρω διάταξη επικουρικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές: 1) Ότι με την από ...
έγγραφη σύμβαση μισθώσεως, ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), εκμίσθωσε στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Γ. Σ., τα κτίσματα τριών κυλικείων στην ... Αττικής, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από αυτόν ως καταστήματα πώλησης πρόχειρου φαγητού. 2) Ότι μετά τον θάνατο του Γ.
Σ., στις 1/6/1982, στη θέση του ως μισθωτή υπεισήλθαν αρχικά οι αναιρεσείοντες και η αποβιώσασα στις 10/10/2010 αρχική πρώτη ενάγουσα μητέρα τους Ρ. - Θ. Σ. και στη συνέχεια μόνον αυτή και ο δεύτερος αναιρεσείων, μετά από αίτημα των οποίων προς τον Ε.Ο.Τ. στις 20/12/1994, ο τελευταίος τους επέτρεψε, δυνάμει παρακλητικής σχέσης και χωρίς να λαμβάνει μίσθωμα, να επεκτείνουν το χρησιμοποιούμενο από αυτούς τμήμα της ...
και σε χώρο όπισθεν του τρίτου κυλικείου και μεταξύ του δεύτερου και του τρίτου κυλικείου. 3) Ότι στις 23/5/2002 η διάδοχος του Ε.Ο.Τ. ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.", για την οποία συνεχίζει τη δίκη η αναιρεσίβλητη, με σύμβαση μισθώσεως, που σύναψε με την αρχική δεύτερη εναγομένη ...
Α.Ε., της εκμίσθωσε όλο τον χώρο της Α. Β., με τη ρητή εξαίρεση του χώρου των τριών κυλικείων, που ήταν εκμισθωμένα στους αναιρεσείοντες, με την υποχρέωση της μισθώτριας να εκτελέσει εργασίες ανακαίνισης και αναβάθμισης της ... μέχρι τις 30/4/2003, σύμφωνα με το συνημμένο στη σύμβαση επενδυτικό σχέδιο και ότι με τη γνωστοποίηση της σύμβασης αυτής στους αρχικούς ενάγοντες - μισθωτές των κυλικείων έπαυσε η, δυνάμει της ανωτέρω παρακλητικής σχέσης, κατοχή τους στον χώρο πέραν των κυλικείων, κάτοχος των οποίων κατέστη η ...
Α.Ε. 4) Ότι για την εκτέλεση των εργασιών ανακαίνισης ήταν αναγκαία η διακοπή της ηλεκτροδότησης και υδροδότησης όλης της Α. Β. και συνεπώς και των κυλικείων, στη δε επανασύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης και ηλεκτρισμού, ειδικά ως προς τα τρία κυλικεία, είχαν δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να προβούν οι ίδιοι οι αρχικοί ενάγοντες και όχι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης, αφού με την ένδικη σύμβαση μίσθωσης απλώς ορίστηκε ότι, κατά το χρόνο σύναψης αυτής, τα εντός της πλαζ αναψυκτήρια διαθέτουν τηλεφωνική σύνδεση με το τηλεφωνικό κέντρο της πλαζ και ότι η ηλεκτροδότηση, ύδρευση και αποχέτευση αυτών είναι κοινές με της πλαζ, δεχόμενο έτσι, το εφετείο, κατά τη μη ρητά διατυπούμενη, πλην όμως σαφώς, εμμέσως, συναγομένη, παραδοχή της απόφασης, ότι δεν υπήρξε συμβατική δέσμευση της εκμισθώτριας, στην περίπτωση μελλοντικής εκμίσθωσης από αυτή των λοιπών χώρων της πλαζ, να προβεί η ίδια σε νέες συνδέσεις παροχής ηλεκτρικού και ύδρευσης στα μίσθια κυλικεία, προκειμένου να διατηρήσει τα μίσθια κυλικεία κατάλληλα για την συμφωνηθείσα χρήση, αλλά υποχρεούντο προς τούτο οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι, όμως, παρά την ανωτέρω υποχρέωσή τους, δεν φρόντισαν για την επανασύνδεση των εν λόγω παροχών, αλλά ούτε και εμποδίστηκαν προς τούτο από τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης.
Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, δεδομένου ότι, ειδικότερα, η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης δεν είχε νομική υποχρέωση να ασκήσει η ίδια κατά της Α. Β. Α.Ε. αγωγές για την προσβολή της νομής ή κυριότητάς τους, αφού κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ενέργειες της Α.
Β. Α.Ε. έγιναν στα πλαίσια της σύμβασης μίσθωσης, που είχε συνάψει αυτή με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, και ως εκ τούτου, τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες σχετικά στοιχεία, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αιτιολογίας για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, καθόσον το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων καλύπτεται πλήρως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως και δεν καταλείπονται αμφιβολίες, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή για ασάφεια ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της.
Συνεπώς οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 575 Α.Κ., είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις, που αφορούν στις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι, γιατί υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.
Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρ...ρα, δηλαδή είναι ουσιαστική, ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων, και δικονομική, ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους.
Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1385/2012). Όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια.
Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015).
Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 59/2017).
Ειδικότερα, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 689/2021, ΑΠ 2/2020).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020) όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 845/2009).
Με τον δεύτερο από τον αρ. 14 (και όχι τον αρ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο το αίτημα της αγωγής τους για επιδίκαση αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2002-2005, ενώ με τον συναφή τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι αυτό παρέλειψε να κρίνει και για το απορριφθέν πρωτοδίκως, ως αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο, αίτημα της αγωγής τους για επιδίκαση αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2006, 2007 και 2008, την απόρριψη του οποίου προσέβαλαν με λόγο έφεσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, γιατί, μετά την απόρριψη των προηγηθέντων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προσβλήθηκε ανεπιτυχώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και ως ουσιαστικά αβάσιμη, οι λόγοι αυτοί κατέστησαν αλυσιτελείς.
Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι και αβάσιμοι, γιατί η αγωγή, υπό το εκτεθέν ως άνω περιεχόμενό της, σχετικά με την αξίωση των εναγόντων για καταβολή αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2002-2008, δεν είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 298 ΑΚ, αφού σε αυτήν δεν περιλαμβάνονται κρίσιμα στοιχεία παραγωγικά της σχετικής αξιώσεως των αρχικών εναγόντων, που προσδιορίζουν την προσδοκία του επικαλούμενου με την αγωγή κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος αυτό και συγκεκριμένα:
α) Για τη ματαίωση της εκδήλωσης του μηνός Ιουλίου 2002, με σκοπό τη διαφημιστική προώθηση μπύρας, δεν προσδιορίζεται ποία προπαρασκευαστικά μέτρα είχαν λάβει οι αρχικοί ενάγοντες, ώστε να αναμένουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, 2.000 επισκέπτες στην πλαζ, με κατά μέσον όρο 1,8 μπύρες κατανάλωση για τον καθένα.
β) Για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 αναφέρεται μόνο το καθαρό ημερήσιο κέρδος των εναγόντων ανά μήνα από τη λειτουργία των κυλικείων, χωρίς να το συνδέουν με κανένα άλλο κρίσιμο προσδιοριστικό παράγοντα και ιδίως το καθαρό κέρδος τους τα έτη προ του 2002, όταν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή λειτούργησαν απρόσκοπτα τα κυλικεία, τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που είχαν λάβει, ώστε το κέρδος τους να ανέλθει στα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, καθώς και κρίσιμα αριθμητικά μεγέθη, όπως είναι ο μέσος αριθμός πελατών, που ανέμεναν κάθε μήνα και η μέση κατανάλωσή που θα έκαναν (πρβλ.
ΑΠ 849/2002), ενώ για τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 δεν αναφέρουν τα κρίσιμα στοιχεία, από τα οποία θα προέκυπτε αύξηση των καθαρών κερδών τους ποσοστού 10% κάθε έτος, σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο έτος και συνεπώς το Εφετείο, αφενός μεν δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας όσον αφορά το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών για τα έτη 2002 έως 2005, απαιτώντας για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, και γι' αυτό είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, αφετέρου δε από την προφανή παραδρομή του Εφετείου να εξετάσει το λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο αυτοί παραπονούντο για την πρωτόδικη απόρριψη ως αόριστου και γι' αυτό απαράδεκτου του αιτήματος της αγωγής τους για επιδίκαση αποζημίωσης και για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2006, 2007 και 2008, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ της μη λήψης υπόψη του σχετικού λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, γιατί ο περιεχόμενος στον λόγο αυτό ισχυρισμός, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε πρωτοδίκως το αίτημα της αγωγής τους για επιδίκαση αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη των ετών 2006, 2007 και 2008, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι το αίτημα αυτό είναι αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο και επομένως είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2021 αίτηση των Μ. Σ. και Θ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3648/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ