Legislator Case Law & Legislation
484/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested decision was final and could not be appealed.

Case Number 484/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final court decision regarding compensation for unauthorized use of public land. The State argued for a review of the lower court's ruling, but the Court found the appealed decision was final and published after the statutory deadline for appeals. Consequently, the Court ruled the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Civil Procedure Code; Article 24 of the Enforcement of Civil Procedure Law; Article 326 of Law 4072/2012: Appeals against final decisions on compensation for unauthorized use of public land are inadmissible if the decision was published after the applicable deadline.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal final decision public land compensation statutory deadline civil procedure code unauthorized use enforcement law

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Civil Procedure Code
Article 24 of the Enforcement of Civil Procedure Law
Article 326 of Law 4072/2012

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 18/2016
Supreme Court Case 285/2016
Supreme Court Case 578/2017
Supreme Court Case 19/2016

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 484/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΕΣΒΙΑΚΑ ΜΑΡΜΑΡΑ Ε. ΜΑΛΛΙΑΡΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο 10ο χλμ Ε.Ο. Μυτιλήνης Καλλονής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 437/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2013 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/1/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 1/3/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος σ' αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας τους λοιπούς, ή αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 4987 Ε'/30-8-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης Ι. Γ., που προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση της αναιρεσίβλητης κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε σ' αυτήν, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Η αναιρεσίβλητη, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία της, σαν να είναι και αυτή παρούσα.

Με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 του ΑΝ 1540/1938, 19 του ΑΝ 1919/1939, 2 του ΑΝ 1925/1951 και 5 παρ. 4 του ΑΝ 263/1968, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων που, χωρίς συμβατική σχέση, καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σχέση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, κατά την κρίση αγαθού ανδρός και για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή μέσα σε ένα μήνα στον ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση και ότι κατά της απόφασης αυτής, ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται.

Μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, καθύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της άνω ανακοπής είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. ε' και στ', 3 παρ. 1, 2, 4, 24 παρ. 1 και 39 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 1408/2012, ΑΠ 67/2012). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για την κατάληψη δημόσιου κτήματος, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, η παραπομπή στην οποία έγινε για λόγους ταχύτητας και μόνον και δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.

Για το λόγο αυτό δεν ίσχυε γι' αυτήν την απόφαση η απαγόρευση του άρθρου 699 ΚΠολΔ, αλλά υπέκειτο στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ), καθόσον η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 115 του ΠΔ της 11/12-11-1929, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής θεωρήθηκε ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002,).

Ήδη, όμως, με το άρθρο 326 παρ. 3 του ν. 4072/2012, που άρχισε να ισχύει από 11-4-2012 (ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012), σε συνδυασμό με άρθρο 330 παρ. 2 του άνω νόμου, αντικαταστάθηκαν τα εδάφια δέκατο και ενδέκατο του άνω άρθρου 115 του π.δ/τος από 11/12-11-1929 και ρητά επαναλήφθηκε η απαγόρευση άσκησης ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων.

Η ανωτέρω διάταξη, εξάλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος που επιβάλλει μεν στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ' αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως στον νομοθέτη εναπόκειται, κατ' αρχήν, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.

Το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ/γμα 53/1974), που αναγνωρίζει μεν, με το άρθρο 6 παρ.1, το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια όμως αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων (ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014).

Οι υποθέσεις των ανακοπών κατά των πρωτοκόλλων αποζημίωσης, δικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 326 παρ.3 του νόμου 4072/1912, οι εν λόγω υποθέσεις είναι νομικά απλές, με την έννοια ότι, η επ' αυτών κρίση, αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων και ότι επιτυγχάνεται περιορισμός περιττής επιβάρυνσης των δικαστηρίων, λαμβανομένου υπόψη ότι ζητήματα που αφορούν την κυριότητα ή τη νομή των κτημάτων επιλύονται μόνο κατά την τακτική διαδικασία.

Ο περιορισμός, δε, αυτός, της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών αποφάσεων επί αυτών των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη συγκεκριμένη διαδικασία, δεν είναι δυσανάλογος και δεν αντιβαίνει στην καθιερούμενη, με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εν προκειμένω ότι, δεν υφίσταται ειδικότερη ρύθμιση, αφού ο άνω νόμος (4072/2012) δεν περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη ή άλλη διάταξη για τις κατά τη δημοσίευση του εκκρεμείς δίκες επί των ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος, η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων αυτών καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες (ΑΠ 18/2016, ΑΠ 285/2016).

Κατ' ακολουθία τούτων, κατά των αποφάσεων που έκριναν επί ανακοπής η οποία ασκήθηκε κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης εκδοθέντος σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιου κτήματος, εφόσον δημοσιεύτηκαν μετά την 11.4.2012, απαγορεύεται η άσκηση ενδίκου μέσου έφεσης ή αναίρεσης (ΑΠ 578/2017, ΑΠ 19/2016).

Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων, περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση, κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη από 2-1-2014 αίτηση αναίρεσης, το αναιρεσείον ζητεί να αναιρεθεί η 117/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου, το οποίο, αφού δίκασε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την από 21-5-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης και την από 3-12-2008 έφεση του ιδίου, κατά της 437/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 21-5-2007 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του προσβαλλόμενου με αυτήν πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος, που είχε εκδοθεί σε βάρος της από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Λέσβου, απέρριψε την δεύτερη έφεση και δέχθηκε την πρώτη τούτων και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταρρύθμισε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, καθορίζοντας την οφειλόμενη από την αναιρεσίβλητη αποζημίωση στο προσδιορισθέν ποσό.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 31-10-2013, ήτοι μετά την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του νόμου 4072/1912. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του χρόνου δημοσίευσης αυτής, δεν υπόκειται σε αναίρεση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 9-1-2014, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη.

Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στη δίκη και δεν υπέβαλε αίτημα επιδίκασής τους (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 117/2013 απόφασης του Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ