Legislator Case Law & Legislation
484/2018 AI generated

484/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 484/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 484 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2018

Legislator headnote

AI generated

484/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 484 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος …", ως εκ του νόμου καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Πνευματικό Κέντρο Δήμου …", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σιουρούνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., 3) Ά. - Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Δ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 5) Π. Α. του Θ., 6) Χ. Ν. του Β., 7) Κ. Β. του Α., 8) Δ. Τ. του Κ. και 9) Γ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Βλαχάκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3050/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 344/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 10-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της. Επί πλέον, αν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση είχε ερευνήσει την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης οι σχετικές παραδοχές του, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 778/2009).

2. Στη προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ΟΤΑ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, εκθέτοντας ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι μεταξύ αυτού και των αναιρεσίβλητων υφίσταντο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του π.δ. 164/2004. Με το περιεχόμενο αυτό, ο ρηθείς αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι 1) περιέχει μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του (τις ουσιαστικές παραδοχές), έστω και συνοπτικά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κριθεί αν και με ποιο τρόπο το δικαστήριο παραβίασε ή όχι τις ανωτέρω διατάξεις και 2) δεν καθορίζει το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων και την υπαγωγή των ουσιαστικών παραδοχών σ' αυτές.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που είχαν τεθεί από τους διαδίκους υπ' όψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ισχυρισμοί που δεν είχαν προβληθεί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν για τη θεμελίωση λόγων αναίρεσης, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Ο αναιρεσείων φέρει το βάρος να επικαλεσθεί τη νόμιμη προβολή των ισχυρισμών στο δικαστήριο της ουσίας και να την αποδείξει με τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα. Αν δεν συμβεί αυτό, ο Άρειος Πάγος οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν οι ισχυρισμοί είχαν προβληθεί νομίμως και, σε περίπτωση παράλειψης, πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτο το λόγο αναιρέσεως, που στηρίζεται σε μη προβληθέντα ισχυρισμό (ΑΠ 1482/2006, ΑΠ 30/2006). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος της αρχικής πρότασης ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός. Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ.1 περ. β', 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1 περ. δ' ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, προφορικά, όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι, επιπλέον, πρέπει να καταχωρούνται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται αναλυτικά στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 72/2016).

4. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ΟΤΑ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι, με την απόρριψη της ένστασής του περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να κριθεί αν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Αλλά και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων ισχυρισμός του εναγομένου ούτε στον πρώτο ούτε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είχε αποτελέσει, λόγω μη προβολής του, αντικείμενο της δίκης. Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 344/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στους αναιρεσίβλητους πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2017. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ