484/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 484 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 484/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 484 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 484/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου μετά από συγχώνευση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Μαυροειδή και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη μη διαδίκου Λ. Σ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2010 του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία αυτό κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο, 1731/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6281/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την .../11-1-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ.-Α., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 19-4-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Εξάλλου από τα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με αυτή την απόφαση προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Εφόσον δε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο επέχει θέση κλητεύσεως αυτού (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα) πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
2. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδοτήσεως προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για το χρόνο εκδόσεως αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοικήσεως. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών. Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2. Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή. β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών. Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρυθμίσεως (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό. Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για την επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ. Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοικήσεως και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων. Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοικήσεως, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις. Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του". Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή... διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορηγήσεως οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αυξήσεως του κινήτρου αποδόσεως (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015). 3. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος], ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών, την 1-1-1984 προσλήφθηκε από το εναγόμενο [του οποίος καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσείον] με σύμβαση έμμισθης εντολής, προκειμένου να παρέχει σ’ αυτό τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Η περιοδική αυτή αμοιβή καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 92Α του κώδικα περί δικηγόρων... Ο ενάγων από την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης εντάχθηκε σε κενή οργανική θέση νομικού συμβούλου και η μηνιαία αντιμισθία του καθορίζεται... από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο. Δυνάμει των ν. 2470/1997, ν. 3205/2003, όπως ισχύουν, πλείστες κοινές υπουργικές αποφάσεις και ιδίως την... 2/35486/0022/17-7-2013 που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιούται να λαμβάνει την πρόσθετη μηνιαία παροχή, η οποία χορηγήθηκε με τις ως άνω κοινές υπουργικές αποφάσεις σε πλείονες κατηγορίες υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης στους υπαλλήλους των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών που εποπτεύονται από αυτό, αλλά και στους εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, καθώς ουδεμία μνεία γίνεται στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 όσο και στις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις για ειδική αιτιολόγηση της επίδικης πρόσθετης παροχής, αναγόμενη στο είδος ή την έκταση ή τις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων της παροχής, αλλά αντίθετα μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγησή της αποτελεί η υπαγωγή του δικαιούχου στο ενιαίο δημόσιο υπαλληλικό μισθολόγιο. Κατά συνέπεια, επειδή η εξαίρεση του ενάγοντος από την απόληψη της παροχής αυτής, ως στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτού έναντι των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 β του Συντάγματος), για την αποκατάστασή του πρέπεια να εφαρμοσθεί και για τον ενάγοντα, σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Μετά ταύτα ο εναγόμενος δικαιούται για την ως άνω αιτία α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002 το ποσό των 528 ευρώ (88 ευρώ Χ 6 μήνες) και β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 μέχρι 1-12-2007 το ποσό των 11.440 ευρώ (176 ευρώ Χ 65 μήνες), ήτοι συνολικά δικαιούται το ποσό των 11.968 ευρώ... Οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντα δικηγόρου υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 290 του κώδικα δικηγόρων, η οποία ως ειδική κατισχύει της διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που ορίζει διετή παραγραφή των σ’ αυτή αναφερομένων αξιώσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως το εναγόμενο. Η εν λόγω όμως παραγραφή (πενταετής) δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο μετά από νομότυπη προβολή σχετικής ένστασης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν προτάθηκε". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως παραγεγραμμένη και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.968 ευρώ νομιμοτόκως. 4. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 2 ν. 3205/2003 και 14 ν. 3016/2002 αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορηγήσεως της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ. Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοικήσεως να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στον ενάγοντα από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
5. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.). 6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα της εφέσεως το εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 525-527 του ίδιου κώδικα, τόσο από τη μια πλευρά όσο και από την άλλη και, παρόλο ότι ο εκκαλών με την έφεση παραπονιέται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μπορεί να κρίνει μετά και από αυτεπάγγελτη μάλιστα έρευνα ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη. Στην περίπτωση αυτή, μη επιτρεπόμενης της αντικαταστάσεως των αιτιολογιών της εκκαλούμενης αποφάσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 του ίδιου κώδικα, δεδομένου ότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό, εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη και μάλιστα χωρίς ειδικό γι’ αυτό παράπονο (Α.Π. 356/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με το μόνο λόγο της από 25-4-2013 εφέσεως του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο εκκαλών αποδίδει στην εκκαλούμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενώ έκρινε νόμιμη την αγωγή του, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, ήτοι χωρίς προβολή σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου, ότι οι ένδικες αξιώσεις του υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 290 του κώδικα δικηγόρων και για το λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή του ως παραγεγραμμένη. Εφόσον όμως η από 9-7-2008 αγωγή του εκκαλούντος (με την οποία αυτός ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 με μόνη την επίκληση της αρχής της ισότητας και χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και το ότι δεν ελάμβανε άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) είναι μη νόμιμη, πρέπει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, να γίνει δεκτή η έφεση και αφού κρατηθεί η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του νομίμου αυτής. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6281/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση.
Δέχεται αυτήν τυπικά και κατ’ ουσίαν.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 1731/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ