484/2016
Απόφαση 484 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία ΚαρυσÏ...
Απόφαση 484 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας (ΔΕΚΟ) με την επωνυμία "... " που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ" (πρώην ΟΣΚ ΑΕ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Περιβολαράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... 3) Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., 4) Λ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ... 6) Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 7) Α. - Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ... 8) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Δ. Ρ. του Γ., κατοίκου ... 11) Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 12) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 13) Κ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 14) Ά. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 15) Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., 16) Ε. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 17) Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 18) Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 19) Η. Δ. του Ε., κατοίκου ... 20) Ο. Κ. του Δ., κατοίκου ... 21) Β. Α. του Α., κατοίκου ..., 22) Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 23) Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 24) Κ. Θ. του Θ., κατοίκου ..., 25) Γ.-Π. Δ. του Α., κατοίκου ... 26) Δ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 27) Χ.-Μ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 28) Η. Π. του Μ., κατοίκου ..., 29) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 30) Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 31) Ά. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 32) Χ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 33) Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 34) Π. Β. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων δύο, ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 765/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 2842/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 5-12-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ. α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5).
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Εξάλλου ο όρος "δημόσιος τομέας" απαντάται στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, στο άρθρο 19 του ν. 1682/1987, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1735/1987 και στο άρθρο 51 του ν. 1892/1990. Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δημόσιος τομέας είναι το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που προκύπτει από επί μέρους νομοθετήματα που αφορούν σε περιορισμούς προσήκοντες ή συναφείς προς την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας και αναγομένους είτε στην πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του είτε στην απόκτηση και χρήση πόρων προς επίτευξη του δημόσιου σκοπού τον οποίο επιδιώκουν. Από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 106 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπάγονται στο δημόσιο τομέα, έστω και αν λειτουργούν κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Διότι, ασχέτως του ιδιωτικού προσωπείου των, οι επιχειρήσεις αυτές επιδιώκουν το δημόσιο σκοπό της διασφάλισης στο κοινωνικό σύνολο εκείνων των ζωτικών αγαθών χωρίς τα οποία δεν υφίστανται οι ομαλοί όροι για την κατά τα σύγχρονα κριτήρια αξιοπρεπή διαβίωση του ανθρώπου και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και δραστηριότητάς του, που εγγυώνται τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου οι δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν αγαθά ζωτικής σημασίας, ασχέτως του νομικού των ενδύματος, τελούν πάντοτε υπό την εξάρτηση και εποπτεία του κράτους, από την οποία δεν δύνανται να εξέλθουν. Από τις συνταγματικές όμως αυτές διατάξεις, ιδίως δε από εκείνη του άρθρου 106 παρ. 3, συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν δεσμεύεται με τον ίδιο τρόπο καθόσον αφορά τη νομική μορφή των εν λόγω δημοσίων επιχειρήσεων, οι οποίες επομένως επιτρέπεται να λειτουργούν είτε κατά τους κανόνες του δημοσίου δικαίου είτε κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουσες στην τελευταία αυτή περίπτωση είτε αποκλειστικώς στο κράτος είτε εν μέρει σε αυτό είτε τέλος σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, εξυπηρετούν το δημόσιο σκοπό με τη μέθοδο της παραχωρήσεως. Λόγω όμως του κατά τα ανωτέρω δημοσίου σκοπού τους, οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει πάντοτε να λειτουργούν υπό τη νομική εγγύηση και εποπτεία του κράτους, ούτως ώστε να παρέχουν συνεχώς προς το κοινωνικό σύνολο καλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες. Προς τούτο εκδόθηκε ο ν. 3429/2005 με τον τίτλο "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)", στο άρθρο 1 του οποίου ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: "1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητα της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό". Περαιτέρω στο άρθρο 1 παρ. 6 περ. γ του ν. 1256/1982, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, ορίζεται ότι στο δημόσιο τομέα περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. Εξάλλου με το ν.δ. 4247/1962, το οποίο αντικαταστάθηκε από τον α.ν. 627/1968, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων". Στο άρθρο 1 του τελευταίου νομοθετήματος ορίζεται ότι: "1. Ιδρύεται Οργανισμός υπό την επωνυμίαν "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων", αποτελών νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εδρεύων εις Αθήνας. 2. Εποπτείαν άμεσον επί του Οργανισμού τούτου ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου αναγκαστικού νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 1 ν. 1892/1990, "Σκοπός του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (Ο.Σ.Κ.) είναι η πρόσκτηση γηπέδων, η μελέτη, η κατασκευή, ο εξοπλισμός και η διαρρύθμιση κτιρίων διδακτηρίων και διοίκησης για το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, την Εκπαίδευση, την Επαγγελματική Κατάρτιση, τη Λαϊκή Επιμόρφωση και κάθε άλλη υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων". Με το άρθρο πρώτο π.δ. 414/1998 ο εν λόγω οργανισμός μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Ανώνυμη Εταιρεία" και σε συντομογραφία "Ο.Σ.Κ. Α.Ε.", η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το καταστατικό της, τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως ισχύει, και με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. Α περ. 1 του καταστατικού της εταιρείας αυτής, που εγκρίθηκε με το άρθρο δεύτερο του π.δ. 414/1998, μεταξύ των σκοπών της εταιρείας περιλαμβάνεται και η ανάληψη της γενικής τεχνικής, διοικητικής και οικονομικής εποπτείας και παρακολούθησης, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής του κράτους, που αφορά στην κτιριακή υποδομή και στον εξοπλισμό των σχολικών κτιρίων για τη λειτουργία της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης και της λαϊκής επιμόρφωσης με βάση το πρόγραμμα που καταρτίζει το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και αφορά στα σχολικά κτίρια της χώρας, καθώς και στα σχολικά κτίρια των ελληνικών κοινοτήτων στο εξωτερικό, με σκοπό τη διασφάλιση της ολικής ποιότητας και της οικονομίας των σχετικών έργων. Κατά το άρθρο 6 του ίδιου καταστατικού το μετοχικό κεφάλαιο της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. αποτελείται από μία μετοχή η οποία αναλαμβάνεται και καλύπτεται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά το άρθρο 8 περ. δ-στ του ίδιου καταστατικού στους οικονομικούς πόρους της εταιρείας αυτής συγκαταλέγονται η ετήσια οικονομική ενίσχυση του κράτους που εγγράφεται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τους προσαρτώμενους σε αυτό ειδικούς προϋπολογισμούς και οι ειδικές χρηματοδοτήσεις από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών. Κατά το άρθρο 132 παρ. 1.1 του ν. 4199/2013 οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω κοινωφελούς επιχείρησης του Ελληνικού Δημοσίου (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.), καθώς και εκείνων με τις επωνυμίες "..." και "...", κατέστη η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που σύμφωνα με την παρ. 1.1 εδ. β του ίδιου άρθρου είναι εταιρεία κοινής ωφελείας και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος ν. 3429/2005 περί Δ.Ε.Κ.Ο. Κατά την παρ. 2.1 του ίδιου άρθρου σκοπός της εταιρείας αυτής, μεταξύ άλλων, είναι και εκείνος που αναφερόταν στο άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 414/1998, για τον οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, ενώ κατά την παρ. 2.3 (β) του ίδιου άρθρου το μετοχικό κεφάλαιό της απαρτιζόμενο από μια μετοχή ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ασκεί την εποπτεία για την επίτευξη του ως άνω σκοπού δια του οριζόμενου στην παρ. 3.9 του ίδιου άρθρου αρμοδίου υπουργού. Επομένως ο Ο.Σ.Κ. από την ίδρυσή του, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, καθώς και η οιονεί καθολική διάδοχος αυτού Ο.Σ.Κ. Α.Ε. (που ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη) και η οιονεί καθολική διάδοχος της τελευταίας ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσείουσα) από τη σύστασή τους, υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λόγω της ασκούμενης επ' αυτών εποπτείας, η οποία σαφώς υπερβαίνει τη συνήθη εποπτεία των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου αλλά και διότι αφενός το σύνολο των μετοχών τους ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, και αφετέρου, ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμες εταιρείες) που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, επιδιώκουν κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς σύμφωνα και με το νόμο 3429/2005, ενώ επιχορηγούνται σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό του προϋπολογισμού τους από κρατικούς πόρους. Κατά συνέπεια η Ο.Σ.Κ. Α.Ε. καθώς και η οιονεί καθολική διάδοχος αυτής αναιρεσείουσα, όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, δεσμεύονται από τις επιταγές του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος. Τέλος μετά την ως άνω συνταγματική μεταβολή θεσπίσθηκε ο ν. 3027/2002 με τον τίτλο "Θέματα Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ΑΕΙ, ΔΙΚΑΤΣΑ κλπ", στο άρθρο 2 παρ. 20 του οποίου ορίζεται ότι: "Για την κάλυψη έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών της Ο.Σ.Κ. Α.Ε., που αφορούν την εκτέλεση προγραμμάτων και έργων που συγχρηματοδοτούνται από δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ή το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ή ειδικές κυβερνητικές αποφάσεις, είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση εργασίας διαρκεί όσο η περίοδος συμβατικής δέσμευσης της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. για την εκτέλεση του έργου για το οποίο γίνεται η πρόσληψη και για τέσσερα έτη κατά ανώτατο όριο, με δυνατότητα ανανέωσης έως δύο επιπλέον έτη. Σε κάθε περίπτωση η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια είτε με την πάροδο της αρχικής διάρκειάς της είτε με την πάροδο του χρόνου παράτασης, χωρίς η παράταση να καθιστά τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Με απόφαση του Δ.Σ. της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. καθορίζονται τα προσόντα, η διαδικασία πρόσληψης, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε συνδυασμό με όσα ορίζονται ανωτέρω, καθώς και οι λοιποί όροι απασχόλησης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίζονται τα θέματα αμοιβής, η οποία βαρύνει το πρόγραμμα ή το έργο, χάριν των οποίων προσλαμβάνονται". Οι τελευταίες αυτές διατάξεις είναι σύμφωνες προς τις προαναφερθείσες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις διότι ο κοινός νομοθέτης άσκησε τη δυνατότητα που του παρείχε το Σύνταγμα να καλύψει τις έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Σ.Κ. Α.Ε. που αφορούν στην εκτέλεση συγκεκριμένων προγραμμάτων με την κατ' εξαίρεση και καθ' ορισμένη διαδικασία πρόσληψη εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και απέκλεισε τη μετατροπή της εργασιακής σύμβασης των με αυτό τον τρόπο προσλαμβανομένων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Οι διατάξεις αυτές είναι συμβατές και με την 1999/70 οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο για το δημόσιο τομέα με το π.δ. 164/2004, στο άρθρο 5 του οποίου περιλαμβάνονται ομοίου περιεχομένου διατάξεις με εκείνες που προαναφερομένου άρθρου 2 παρ. 20 του ν. 3057/2002. Τέλος οι συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου με βάση την τελευταία διάταξη δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου με την επίκληση ότι η εργοδότρια επιχείρηση συνήψε αυτές ακύρως ως ορισμένου χρόνου εκμεταλλευόμενη την ανάγκη των εργαζομένων για εργασία (άρθρο 179 Α.Κ.) ούτε με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-5-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν τα εξής: Ότι κατά το έτη 2006, 2007 και 2008 (και στις αναφερόμενες ακριβείς ημερομηνίες για τον καθένα τους) προσλήφθηκαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Α.Ε. (Ο.Σ.Κ. Α.Ε.)", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα, και απασχολήθηκαν σε τμήματα οργανικών μονάδων (διευθύνσεις) της εναγομένης με τις αναφερόμενες ειδικότητες. Ότι η πρόσληψή τους έγινε υπό την επίκληση του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 3027/2002 και μετά τη δημοσίευση από την εναγομένη σχετικής προκήρυξης για την πρόσληψη 210 εργαζομένων. Ότι η κατάρτιση των συμβάσεων εργασίας τους ως ορισμένου χρόνου είναι προσχηματική αφού με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. Ότι ο προσχηματικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας τους ως ορισμένου χρόνου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 179 Α.Κ. δεδομένου ότι η εναγομένη εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους για εργασία και τους υποχρέωσε να υπογράψουν τις συμβάσεις αυτές ως ορισμένου χρόνου. Ότι σε κάθε περίπτωση η αληθής βούληση των συμβαλλομένων μερών (διαδίκων) που πρέπει να ανευρεθεί με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. ήταν να καταρτισθούν μεταξύ τους συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε: α) να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με την εναγομένη με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης απασχόλησής του και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να συνεχίσει να απασχολεί καθένα από αυτούς με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την παρέλευση της ημεροχρονολογίας που έχει τεθεί ως χρόνος λήξης της σύμβασης εργασίας καθενός από αυτούς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη μόνο κατά το πρώτο αγωγικό αίτημα και την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά το δεύτερο. Μετά από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Άπαντες οι ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητοι προσελήφθησαν υπό της εναγομένης-εκκαλούσης-εφεσιβλήτου επί τη βάσει της... 2300/7878/12-4-2007 προκηρύξεως για την πρόσληψη 210 ατόμων διαφόρων ειδικοτήτων. Οι προσλήψεις αυτές ήταν απαραίτητες προς εκτέλεση έργων, ήτοι αναβάθμιση παλαιών και κατασκευή νέων σχολικών υποδομών προσχολικής, πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως. Η εκτέλεση των έργων αυτών συγχρηματοδοτείτο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (Ε.Τ.Ε.). Ανεξαρτήτως της σχετικής συμβάσεως συγχρηματοδοτήσεως μεταξύ της εναγομένης και της Ε.Τ.Ε. ωστόσο, τα εν λόγω έργα δεν ήταν ειδικά ή εξαιρετικής φύσεως, παρά αφορούσαν στην κατεξοχήν δραστηριότητα της εναγομένης...
Συνεπώς τα εν λόγω έργα εντάσσοντο στις πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και οι ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητοι προσελήφθησαν προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου τετραετούς διαρκείας κατ' άρθρο 2 παρ. 20 του ν.3027/2002, ως τυπικώς εμφαίνεται στις συμβάσεις τους. Τούτο επίσης ανεγνώρισε η εναγόμενη και δια των... 1862/2008 και 414/2009 αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου αυτής.
Συνεπώς η ίδια η εναγομένη-εκκαλούσα-εφεσίβλητος ομολογεί ότι δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος για σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων και απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο αγωγικό αίτημα και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό, τη δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το δεύτερο αγωγικό αίτημα, υποχρέωσε δε την εναγομένη να απασχολεί τους ενάγοντες και μετά τη λήξη των συμβάσεων εργασίας τους. Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν στηρίζουν την επικαλούμενη από τους ενάγοντες έννομη συνέπεια. Ειδικότερα αφού με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη κατά το έτος 2007 (κατά την αγωγή κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008) και για την πρόσληψή τους δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος διαδικασία (με διαγωνισμό ή με επιλογή ελεγχόμενη από ανεξάρτητη αρχή) αλλά η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 20 του ν. 3057/2002, ακόμη και αν η επίκληση των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου ήταν προσχηματική και ακόμη και αν οι ενάγοντες με την προσφορά των υπηρεσιών τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, οι συμβάσεις εργασίας τους δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε να χαρακτηρισθούν ως τέτοιες από το δικαστήριο. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθούν κατ' ουσίαν οι από 26-4-2013 και 29-4-2013 εφέσεις των εναγόντων και της εναγομένης αντίστοιχα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τις οποίες οι μεν ενάγοντες παραπονούνταν για τη μερική απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης, η δε εναγομένη για τη μερική παραδοχή της, και να απορριφθεί μεν η έφεση των εναγόντων, να γίνει δε δεκτή εκείνη της εναγομένης, αφού η αγωγή, έχοντας το προπαρατεθέν περιεχόμενο, ήταν μη νόμιμη σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την από 3-5-2010 αγωγή (ήτοι κατά το πρώτο αίτημά της, αφού με την εκκαλουμένη κατά το μη εξαφανιζόμενο με την παρούσα μέρος της είχε απορριφθεί το δεύτερο αγωγικό αίτημα) και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η αγωγή κατά το πρώτο αίτημά της, να απορριφθεί αυτή και κατά το πιο πάνω αίτημα. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στο αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, να συμψηφισθούν δε κατά τα λοιπά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2842/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει τις από 26-4-2013 και 29-4-2013 εφέσεις των εναγόντων και της εναγομένης αντίστοιχα κατά της 765/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την έφεση των εναγόντων.
Δέχεται την έφεση της εναγομένης.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την από 3-5-2010 αγωγή.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή κατά το πρώτο αίτημά της.
Απορρίπτει αυτήν και κατά το πιο πάνω αίτημα.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Αυγούστου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ