484/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2009 τριτανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1291/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/10/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated484/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του υπ' αριθ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 484 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Θ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Συνεταιριστικής Τράπεζας με την επωνυμία "ΑΧΑΪΚΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ.ΠΕ." που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Ατσάλη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ατομικά και ως οριστικής συνδίκου πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Δ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Δ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2009 τριτανακοπή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1291/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2012 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/10/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Χαμηλοθώρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1-3 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004, 1061/2010), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1361/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 301/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 4.11.2013 και μετά από αναβολές, η υπόθεση αναβλήθηκε προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 20.10.2014.
Αντίγραφο της από 11.10.2012 αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρ. 122§1, 123, 128§4, 230, 498§§1&3, 568§4 ΚΠολΔ στην δεύτερη αναιρεσίβλητη (βλ. την υπ' αριθ. 5385Γ/21.5.2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Πατρών, ...), καλούμενη να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 4.11.2013, από την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 17.2.2014 και εν συνεχεία αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Όμως αυτή δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 56 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), με τις οποίες ορίζεται ότι η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, καθώς και εκείνη που μεταβάλλει το χρόνο παύσης των πληρωμών, υπόκεινται σε ανακοπή και ότι η ανακοπή απευθύνεται κατά του συνδίκου και ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση από τον οφειλέτη και οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, προκύπτει ότι κάθε τρίτος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, όπως είναι και ο πτωχευτικός πιστωτής που δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί επίσης να ασκήσει κατά της απόφασης, που κήρυξε την πτώχευση, πτωχευτική ανακοπή, η οποία στην περίπτωση αυτή φέρει το χαρακτήρα τριτανακοπής, που υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 773 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 55 εδ. α' του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά την οποία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η εκδιδόμενη από το πτωχευτικό δικαστήριο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας απόφαση επί της προαναφερόμενης τριτανακοπής, για την άσκηση και την εκδίκαση της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 743 έως 759 ΚΠολΔ και συμπληρωματικά εκείνες των άρθρων 586-590 του ίδιου Κώδικα, υπόκειται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 55 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η τριτανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης 510/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που κήρυξε σε πτώχευση την τρίτη αναιρεσίβλητη, ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος πιστωτή , και στη συνέχεια έγινε δεκτή η εν λόγω τριτανακοπή και εξαφανίστηκε η τελευταία απόφαση.
Ήδη ο αναιρεσείων προβάλλει με τους πρώτο και το δεύτερο λόγους αναίρεσης τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11γ και 8 ΚΠολΔ αντίστοιχα, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε και για μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτοι, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση μόνο για τους λόγους των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν δεν συντρέχουν οι υποκειμενικές ή οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά, καταχρηστική δε είναι η αίτηση, ιδίως, εάν ο πιστωτής τη χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και εάν ο οφειλέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το πτωχευτικό δικαστήριο, και αν ακόμη συντρέχουν οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης, απορρίπτει την αίτηση, εάν αυτή ασκείται καταχρηστικά, γεγονός που καταρχήν συμβαίνει όταν πληρούνται οι όροι των άρθρων 281 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ.
Η απόρριψη της αίτησης πτώχευσης, ως καταχρηστικής, δικαιολογείται, κατά την πιο πάνω ενδεικτική αναφορά της παρ. 3 του άρθρου 6 του ΠτωχΚ, και όταν η αίτηση χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίησης του πιστωτή ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης ή όταν υποβάλλεται προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του οφειλέτη, περιπτώσεις στις οποίες θεμελιώνεται εξ ορισμού καταχρηστικότητα.
Το δικαστήριο, το οποίο καταλήγει, ύστερα από αξιολόγηση των περιστάσεων, στην απόρριψη ' της αίτησης, ως καταχρηστικής, απαιτείται και αρκεί, για την πληρότητα της απόφασής του, να διαλαμβάνει σ' αυτή όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης της αίτησης είτε υπό τη γενική μορφή των άρθρων 281 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ είτε υπό κάποια από τις πιο πάνω εξ ορισμού ειδικές μορφές καταχρηστικότητας.
Περαιτέρω, προκύπτει, σε συνδυασμό και με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 56 ΠτωχΚ, ότι, όταν η καταχρηστικότητα προβάλλεται μετά την κήρυξη της πτώχευσης από τρίτο που δεν υπήρξε διάδικος στη σχετική δίκη και ο οποίος δικαιολογεί έννομο συμφέρον, με την άσκηση τριτανακοπής, αρκεί, για τη δικαιολόγηση του έννομου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος προς εξαφάνιση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, να αναφέρονται με πληρότητα τα θεμελιωτικά τέτοιου έννομου συμφέροντος περιστατικά, χωρίς, εφόσον το έννομο συμφέρον προσδιορίζεται επαρκώς, να είναι αναγκαίο, εάν πρόκειται για τρίτο πιστωτή, να εξειδικεύονται με ακρίβεια όλα τα στοιχεία της απαίτησής του.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Κατόπιν της με αριθ. κατάθεσης 1198/9.3.2009 αίτησης του Β. Θ. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία Π. Δ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, εκδόθηκε η απόφαση 510/2009 του Πολυμελούς πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η τελευταία και ορίστηκε χρόνος παύσης πληρωμών η 30.12.2008.
Η αίτηση υποβλήθηκε από το Β. Θ., ως πιστωτή της εταιρίας, για το συνολικό ποσό των 30.000 ευρώ, προερχόμενο από δάνειο, που ο αϊτών την πτώχευση είχε χορηγήσει στην πτωχεύσασα εταιρία στις 10.11.2008 προς κάλυψη των αναγκών της εμπορίας της και η οποία (εταιρία) προς εξασφάλισή του είχε αποδεχθεί αυθημερόν τρεις συναλλαγματικές που εξέδωσε στις 10.11.2008 ο αϊτών σε διαταγή του ίδιου, πληρωτέες στην Πάτρα στις 30.12.2008, 30.1.2009 και 28.2.2009 αντιστοίχως.
Με βάση τις συναλλαγματικές αυτές και επειδή δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του Β. Θ. η διαταγή πληρωμής 246/2009 του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά της άνω αποδέκτριας εταιρίας. Η πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρία έχει αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας την κατασκευή αμαξωμάτων, σκελετών φορτηγών αυτοκινήτων και μηχανημάτων και μετασκευές φορτηγών αυτοκινήτων και μηχανημάτων, επισκευές αυτών, κάθε μεταλλική ή μηχανική κατασκευή και την εμπορία αυτών που κατασκευάζει και αυτοκινήτων, μηχανημάτων και εξαρτημάτων αυτών.
Ο αιτών την πτώχευση Β. Θ. διατηρεί εμπορική επιχείρηση στον ... με παρεμφερές αντικείμενο ... με τη δε πτωχεύσασα εταιρία συνεργαζόταν επί πολλά έτη, μάλιστα διατηρούσε καλές επαγγελματικές και φιλικές σχέσεις με το νόμιμο εκπρόσωπός Π. Κ., όπως συνομολογεί με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Στις 8.12.2008 η πτωχεύσασα εταιρία μεταβίβασε στην ανακόπτουσα Τράπεζα, ως αξία ενεχύρου, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως του Β. Θ. σε διαταγή της και σε χρέωση του λογαριασμού που διατηρούσε ο άνω εκδότης τους στην Τράπεζα Attica Bank, ποσού 25.000 ευρώ εκάστης και με ημερομηνία έκδοσης την 20.4.2009, 20.5.2009 και 20.6.2009, τις οποίες (επιταγές) προεξόφλησε (η πτωχεύσασα εταιρία), λαμβάνοντας το αντίστοιχο συνολικό ποσό τους των 75.000 ευρώ, όπως γινόταν στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με την ανακόπτουσα Τράπεζα.
Τις δύο από τις παραπάνω επιταγές ο εκδότης τους εξόφλησε κανονικά στη νόμιμη κομίστριά τους κατά τη λήξη τους, ενώ την τρίτη με ημερομηνία 20.6.2009, που εμφανίσθηκε εμπροθέσμως στις 22.6.2009 και δεν πληρώθηκε, εξόφλησε, αφού προηγουμένως εκδόθηκε σε βάρος του εκδότη της, κατόπιν αίτησης της κομίστριας Τράπεζας η 940/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Εκτός από τις άνω τρεις επιταγές, ο Β. Θ. είχε εκδώσει από τον ίδιο λογαριασμό του στην Attica Bank, και σε διαταγή της πτωχεύσασας και την επίσης μεταχρονολογημένη με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.2009 επιταγή ποσού 25.000 ευρώ, που οπισθογράφησε στις 9.12.2008 στην πτωχεύσασα και στη συνέχεια πληρώθηκε στην ΑΤΕ στον τελευταίο νόμιμη κομιστή.
Επομένως, σύμφωνα με τις άνω επιταγές, ο εκδότης Β. Θ. είναι οφειλέτης της πτωχεύσασας εταιρίας. Ωστόσο ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ως προσθέτως παρεμβαίνων, κατά τη συζήτηση της τριτανακοπής στις 22.9.2009, ότι η αιτία εκδόσεως των άνω τεσσάρων επιταγών του είναι η παραγγελία που έκανε προς την πτωχεύσασα για αγορά δύο φορτηγών αυτοκινήτων, συνολικού τιμήματος 142.000 ευρώ, και ότι ως προκαταβολή του τιμήματος αυτού εξέδωσε τις άνω τέσσερις επιταγές, συνολικού ποσού 100.000 ευρώ, πλην όμως η πτωχεύσασα ουδέποτε του παρέδωσε τα εν λόγω φορτηγά, παρά το ότι είχε προεισπράξει κατά τον τρόπο που εκτέθηκε το ποσό των 4 επιταγών και επομένως είναι οφειλέτριά του για το άνω ποσό.
Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι με το από 23.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε παραγγείλει στη πτωχεύσασα δύο μεταχειρισμένα φορτηγά, μάρκας MAN, συνολικής αξίας 142.800 ευρώ και με χρόνο παράδοσης έως την 30.1.2009 ... Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι στις 10.11.2008 δάνεισε στην πτωχεύσασα το ποσό των 30.000 ευρώ προς αντιμετώπιση οικονομικών δυσχερειών της και προς εξασφάλισή του η τελευταία αποδέχθηκε τις προαναφερθείσες τρεις συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 30.12.2008, 30.1.2009 και 28.2.2009, τούτο δε έγινε, ενώ, όπως αναφέρθηκε, είχε προκαταβάλει από 23.10.2008 (κατά τους ισχυρισμούς του) κατά τον άνω τρόπο ποσό μεγαλύτερο των 2/3 της αξίας των φορτηγών.
Για τις συναλλαγματικές αυτές που δεν πληρώθηκαν κατά τις άνω ημερομηνίες λήξης τους δεν συντάχθηκε διαμαρτυρικό μη πληρωμής τους, ώστε να φέρουν βέβαιη χρονολογία περί μη πληρωμής τους κατά τις άνω χρονολογίες, αλλά ο αιτών την πτώχευση ζήτησε στις 4.3.2009 την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της πτωχεύσασας.
Σύμφωνα με τα άνω έγγραφα (3 συναλλαγματικές και από 23.10.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό παραγγελίας δύο φορτηγών), που επικαλούνται και προσκομίζουν τόσο ο αιτών την πτώχευση, όσο και η πτωχεύσασα, ο Β. Θ. είναι πιστωτής της πτωχεύσασας για ποσό 130.000 ευρώ, για το οποίο μάλιστα αναγγέλθηκε στην πτώχευση στις 24.9.2009.
Ωστόσο, κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν φέρει βέβαιη χρονολογία και επομένως μπορούσαν να κατασκευαστούν οποιαδήποτε χρονική στιγμή, οι μεν συναλλαγματικές πριν την υποβολή της αίτησής του Β. Θ. για έκδοση διαταγή πληρωμής στις 4.3.2009, το δε από 23.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό πριν τη 15.7.2009, οπότε σε εξώδικό του προς την τριτανακόπτουσα για πρώτη φορά γίνεται λόγος περί παραγγελίας των δύο φορτηγών αυτοκινήτων στην πτωχεύσασα και εκδόσεως των 4 επιταγών, ως προκαταβολή του τιμήματος τους.
Περαιτέρω, παρά το ότι έγγραφα αυτά (τα 3 αξιόγραφα και το ιδιωτικό συμφωνητικό) ενσωματώνουν απαιτήσεις τρίτου σε βάρος της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας, δεν είναι καταχωρημένα στα φορολογικά της στοιχεία, επί δε του θέματος αυτού δεν προβάλλεται ουσιαστικός αντίλογος από την πτωχεύσασα εταιρία, η οποία αρκείται να αναφερθεί μόνο στις ελλείψεις του πτωχευτικού ισολογισμού, ούτε προσκομίζονται αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η πτωχεύσασα εταιρία, κατά τη δίκη της 17.3.2009, οπότε συζητήθηκε η αίτηση πτώχευσής της, κατέθεσε εντελώς τυπικές προτάσεις, που, εκτός των τυπικών στοιχείων τους, καταλαμβάνουν λιγότερο από μισή σελίδα, αρκούμενη σε γενική άρνηση της αίτησης και ισχυριζόμενη ότι η αδυναμία της να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της δεν είναι μόνιμη , αλλά προσωρινή, πλην όμως ανταποδεικτικώς, αλλά και για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της περί προσωρινής αδυναμίας της ουδένα μάρτυρα εξέτασε.
Εξάλλου, αν και στις 9.3.2009, που ο Β. Θ. υπέβαλε την αίτηση πτώχευσης και η πτωχεύσασα εταιρία είχε ήδη αθετήσει την υποχρέωσή της να του παραδώσει τα δύο παραγγελθέντα φορτηγά και ενώ είχε στα χέρια της τις προαναφερθείσες 4 μεταχρονολογημένες επιταγές, ως προκαταβολή 100.000 ευρώ έναντι του τιμήματος τους και επομένως ο αϊτών την πτώχευση διατηρούσε κατ' αυτής αξίωση επιστροφής της προκαταβολής αυτής, δεν περιέλαβε και αυτή την αξίωσή του στην αίτηση πτώχευσης, ούτε και ισχυρίστηκε οτιδήποτε σχετικό με την παραγγελία των 2 φορτηγών και τη σύνταξη του από 23.10.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, τη μη εκτέλεση της παραγγελίας του και την αξίωσή του περί επιστροφής της προκαταβολής.
Περαιτέρω, σε ουδεμία ενέργεια προέβη για να διασφαλίσει το αχρεωστήτως κατά τους ισχυρισμούς του καταβληθέν ποσό των 100.000 ευρώ, ούτε καν εξώδικο απέστειλε στην πτωχεύσασα, διαμαρτυρόμενος για οτιδήποτε σχετικό με τα παραπάνω και ιδίως για το γεγονός ότι, παρά την αθέτηση της εκτέλεσης της παραγγελίας του, η πτωχεύσασα εταιρία είχε στα χέρια της τις 4 μεταχρονολογημένες επιταγές του της προκαταβολής της παραγγελίας του και μπορούσε να τις κυκλοφορήσει, όπως και έπραξε, γεγονός που ήδη αναφέρθηκε παραπάνω.
Αντιθέτως εξόφλησε κανονικά και εμπροθέσμως στην τριτανακόπτουσα Αχαϊκή Τράπεζα τις πρώτες δύο επιταγές, εκ των τριών που της είχε μεταβιβάσει η μεταβιβάσει η πτωχεύσασα εταιρία, ως αξία ενεχύρου, ενώ την τρίτη δεν την εξόφλησε εμπροθέσμως. αλλά μετά την έκδοση της 940/2009 διαταγής πληρωμής σε βάρος του.
Για πρώτη φορά προέβαλε τον ισχυρισμό περί παραγγελίας των δύο φορτηγών αυτοκινήτων στην πτωχεύσασα και εκδόσεως των 4 επιταγών ως προκαταβολή του τιμήματος τους στο από 15.7.2009 εξώδικό του προς την τριτανακόπτουσα και αφού είχε ήδη λάβει γνώση της υποβολής της τριτανακοπής της, δεδομένου ότι αυτή κοινοποιήθηκε στον Π.
Κ., νόμιμο εκπρόσωπο της πτωχεύσασας, στις 20.6.2009. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι οι απαιτήσεις του αιτούντος κατά της πτωχεύσασας δεν είναι πραγματικές και η αίτηση που υπέβαλε για την πτώχευση της ανώνυμης εταιρίας Π. Δ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ήταν συμπαικτική και κατόπιν συνεννοήσεως με την πτωχεύσασα, η οποία επιτυγχάνοντας κατά τον άνω τρόπο την πτώχευσή της, είχε αποκλειστικό σκοπό να αποφύγει δολίως την εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων.
Ενισχυτικό αυτού του συμπεράσματος είναι το γεγονός ότι λίγες ημέρες πριν την 30.12.2008 που ορίστηκε ημέρα παύσεως πληρωμών της πτωχεύσασας, δηλαδή στις 23.12.2008, συστάθηκε νέα εταιρία με τη νομική μορφή της μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία ΔΙΚΤΥΟ ΦΟΡΤΗΓΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ και διακριτικό τίτλο TRUCK NET, με μοναδικό εταίρο το Ν.
Μ., υπάλληλο της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας μέχρι το Δεκέμβριο 2008, όπως προκύπτει από έγγραφο του ΙΚΑ, με σκοπό την αγορά, πώληση, εμπορία παντός είδους αυτοκινούμενων οχημάτων, δηλαδή αυτοκινήτων, μηχανημάτων οδοποιίας, μηχανημάτων έργων κλπ. και τις παντός είδους επισκευές- κατασκευές επί οχημάτων και διαχειριστή και εκπρόσωπο αυτής τον Π.
Κ., δηλαδή τον εκπρόσωπο της πτωχεύσασας. Η νέα αυτή εταιρία έχει την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα με την πτωχεύσασα, στεγάζεται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο με αυτή στη θέση ... και όταν ο δικαστικός επιμελητής ... στις 26.3.2009 προέβη, για λογαριασμό της τριατανακόπτουσας σε αναγκαστική κατάσχεση των κινητών πραγμάτων της πτωχεύσασας, κατόπιν παραγγελίας για εκτέλεση της επιταγής για πληρωμή της 91/2009 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, άσκησε τριτανακοπή κατά της συνταχθείσας για τον άνω λόγο έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ζητώντας την ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και του επισπευδόμενου με αυτή πλειστηριασμού, ισχυριζόμενη ότι τα κατασχεμένα κινητά της ανήκουν , καθόσον τα απέκτησε , λόγω πωλήσεως.
Περαιτέρω αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στις 4.3.2009, λίγες ημέρες πριν κατατεθεί στο πτωχευτικό δικαστήριο στις 9.3.2009 η από 5.3.2009 αίτηση πτωχεύσεως εκ μέρους του Β. Θ., λύθηκε η χρηματοδοτική μίσθωση του ακινήτου, εκτάσεως 14.638,72 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ..., που είχε συσταθεί μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, ως εκμισθώτριας και της πτωχεύσασας ανώνυμης εταιρίας, ως μισθώτριας, εκπροσωπούμενης από τον Π.
Κ. και αυθημερόν συστάθηκε νέα χρηματοδοτική μίσθωση, αξίας 1.685.392,31 ευρώ, του ίδιου ως άνω ακινήτου μεταξύ της ίδιας εκμισθώτριας και της μονοπρόσωπης ΕΠΕ TRUCK NET, με εγγυητές τους Π. Κ. (εκπρόσωπο της πτωχεύσασας), Ν. Μ. και Γ. Μ.. Κατά τον άνω τρόπο και από 23 έως 30 Δεκεμβρίου, δηλαδή εκτός της υπόπτου περιόδου που οριοθετείται χρονικά από την ημέρα παύσεως πληρωμών, που ορίστηκε η 30.12.2008, συστάθηκε νέα εταιρία με τη μορφή ΕΠΕ και με διαχειριστή τον ίδιο εκπρόσωπο της πτωχεύσασας, η οποία στην ίδια έδρα με την πτωχεύσασα και με τον ίδιο εξοπλισμό, που κατά τους ισχυρισμούς της είχε αγοράσει, συνέχισε την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα με αυτήν (πτωχεύσασα), χωρίς να τη βαρύνουν οι υποχρεώσεις που είχε δημιουργήσει η τελευταία.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και εφόσον υποδεικνύεται κατά τα ανωτέρω ότι η ένδικη αίτηση ασκήθηκε καταχρηστικά προς το σκοπό δόλιας εκ μέρους της οφειλέτριας αποφυγής πληρωμής των χρεών της, η τριτανακοπή είναι κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τον πρώτο λόγο της, που στηρίζεται στο άρθρο 6 παρ. 3 του Πτωχευτικού Κώδικα ...".
Από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του έννομου συμφέροντος για την άσκηση της τριτανακοπής εκ μέρους της τριτανακόπτουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία, κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές, εξέδωσε σε βάρος της αναιρεσείουσας την 91/2009 διαταγή και με βάση αυτή προχώρησε σε ατελέσφορη αναγκαστική κατάσχεση των κινητών πραγμάτων εκείνης, και της καταχρηστικής άσκησης της επίμαχης αίτησης πτώχευσης, για τη θεμελίωση της οποίας καταχρηστικότητας εκτίθενται αναλυτικά όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του υπ' αριθ.
Ζ6675362/16-11-2012 διπλότυπο είσπραξης τύπου Α, του Δημοσίου, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. τη σχετική επισημείωση της γραμματέως του Εφετείου Πατρών, Ευγενίας Κεπενού). Εξ άλλου ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων που δικάσθηκε αντιμωλία, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.10.2012 αίτηση του Β. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 301/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του υπ' αριθ. Ζ6675362/16-11-2012 διπλότυπου είσπραξης τύπου Α, του Δημοσίου, συνολικού ποσού 300 ευρώ, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Mαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ