Legislator Case Law & Legislation
484/2012 AI generated

484/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 484/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 484 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2012

Legislator headnote

AI generated
484/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 484 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2012 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας που εδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Ευάγγελου Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανάσιου Παπαθανάση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 719/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 14-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1του Ν. 2971/2001 "το τεκμήριο της ωφελείας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος βαθμού".

Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου " Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξίων δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί άτι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφελείας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης 6εν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης". Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή..." Με το άρθρο 37 του ιδίου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι " Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεστεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παρ. 3 αυτού, ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι την έναρξη ισχύος, δεν εφαρμόζονται 5ε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 719/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία την από 20-4-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση αποζημίωσης για τμήμα απαλλοτριωθέντος ακινήτου, με την υπ' αριθ. 109/234/5122/0010/19.7.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, το οποίο τμήμα δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ο αναιρεσίβλητος ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεχόμενο ότι η ρύθμιση των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 δεν καταλαμβάνει και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που έχουν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αφορά το αγωγικό δικαίωμα κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως ασκηθείσα μετά την κατά το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 δίμηνη προθεσμία είναι αβάσιμος και απορριπτέος (ΑΠ (ολ) 11/2001).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 17 του ΝΔ 797/1971 (νυν αρθρ. 18 παρ. 4 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957.Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 719/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (τακτική διαδικασία), η οποία δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, καταψηφιστική αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε αποζημίωση, συνεπεία απαλλοτριώσεως ακινήτου του με την υπ' αριθ. 109/234/5122/0010/19.7.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ και δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και υποχρέωσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε αυτόν το χρηματικό ποσό των 34.922.96 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Στην συνέχεια καταδίκασε το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, τα οποία όρισε στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 ΚΠολΔ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις, καθώς και με παράλειψη εφαρμογής, τις διατάξεις των άρθρων 189 ΚΠολΔ και 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 που δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και με βάση τις ως άνω παραδοχές, κατά τις οποίες προβλέπεται μειωμένη αμοιβή για τους δικηγόρους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), μη εφαρμοζομένου του άρθρου 22 του 3693/1957, σύμφωνα με το διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 62/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.-Και,

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ