484/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 484 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2010
Legislator headnote
AI generated484/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 484 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2010
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 484 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα-----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Θεοδωράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/1996 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατόπιν ασκήθηκε η από 17-2-2003 ανακοπή ερημοδικίας του ... (ήδη αναιρεσείοντος) που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, το οποίο εξέδωσε την υπ'αριθ. 43/2004 απόφαση και 584/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 4-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το άρθρο 124 του ΚΠολΔ ορίζει στην παρ. 1, ότι η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, στη δε παρ. 2 ότι αν το πρόσωπο έχει στον τόπο που πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του. Κατά δε το άρθρο 129 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν ο παραλήπτης της επίδοσης δε βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παρ. 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δε συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης. Γραφείο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 124 παρ. 2 και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι ο χώρος στον οποίο εκείνος που αφορά η επίδοση ασκεί το επάγγελμά του ή προσφέρει πράγματι, κατά το χρόνο της επιδόσεως, τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης (ΟλΑΠ 3/2001). Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το άρθρο 129 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και όταν το πρόσωπο, προς το οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση εργάζεται ως υπάλληλος σε γραφείο ή κατάστημα που ανήκει σε άλλον, ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ΑΠ707/1994). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά της απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, περιέχει κανόνα δικονομικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της ανώτερης βίας (ΑΠ 302/2007), αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, οι οποίες ρυθμίζουν και την άσκηση και διασφάλιση του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 του Συντάγματος ουσιαστικού δικαιώματος της ακρόασης του διαδίκου. Ο αναιρετικός έλεγχος της παραβίασης της διάταξης αυτής, όταν το δικαστήριο, παρότι συντρέχουν οι περιπτώσεις που η διάταξη αυτή προβλέπει, δεν ακυρώνει την ερημοδικία του διαδίκου που άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, επιτυγχάνεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. λόγο της, παρά το νόμο, μη κήρυξης ακυρότητας (ΑΠ 237/2006). Ωστόσο, εάν ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια αυτή, έστω και αν εσφαλμένα επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αυτή εμπίπτει στον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος, υπάγοντας αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, ερευνά την επικαλούμενη πλημμέλεια ως λόγο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εφόσον στο αναιρετήριο εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχτηκε ότι κατά τη δικάσιμο της 12ης Μαρτίου 1996, κατά την οποία είχε προσδιορισθεί η εκδίκαση της από 4-10-1995 αγωγής του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος κατά του αναιρεσείοντος- εναγομένου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και δικάστηκε ερήμην. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως προς τη νόμιμη κλήτευση του αναιρεσείοντος τα εξής: Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., η συζήτηση της από 4-10-1995 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 88/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, ερήμην του εναγομένου - ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος, επισπεύσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος - καθ' ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητου, με την επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της ως άνω αγωγής, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την 12η Μαρτίου 1996, στη δικηγόρο Υ1, με την ιδιότητα αυτής ως υπαλλήλου του εναγομένου - ανακόπτοντος, ο οποίος κατά το χρόνο της επιδόσεως (9-10-1995), απουσίαζε από το γραφείο του, που βρισκόταν στην.... Κατά το χρόνο αυτό, ο εναγόμενος - ανακόπτων ήταν τυπικά αλλά και ουσιαστικά ο νόμιμος εκπρόσωπος της, νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα, αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "Adriatic Tankers Shipping Co, S.A.", η οποία διατηρούσε τα γραφεία της στην ως άνω διεύθυνση επί της ..., όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. .../9-11-1995 βεβαίωση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας αλλά και συνομολογείται από τον εναγόμενο - ανακόπτοντα. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι στην ως άνω εταιρεία, ο ίδιος ήταν ουσιαστικά υπάλληλος και μόνον τυπικά φερόταν ως νόμιμος εκπρόσωπός της, ενώ η δικηγόρος Υ1, στην οποία επιδόθηκε το πιο πάνω αντίγραφο της αγωγής, με την κλήση προς συζήτηση, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν ήταν δική του υπάλληλος, αλλά υπάλληλος της προαναφερόμενης εταιρείας. Ο ισχυρισμός του αυτός, όπως δέχεται το Εφετείο, δεν αναιρεί το νόμιμο της επιδόσεως, ούτε συνεπάγεται δικονομική του βλάβη, αφού γραφείο είναι και ο χώρος στον οποίο εκείνος που αφορά η επίδοση, προσφέρει πράγματι, κατά το χρόνο της επιδόσεως, τις υπηρεσίες του, ακόμη και ως υπάλληλος, ενώ το άρθρο 129 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και όταν το πρόσωπο, προς το οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση εργάζεται ως υπάλληλος σε γραφείο ή κατάστημα, που ανήκει σε άλλον. Ανεξαρτήτως όμως των ως άνω, και σε κάθε περίπτωση, αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος - ανακόπτων ασκούσε και ουσιαστικά τα καθήκοντα του νόμιμου εκπροσώπου της παραπάνω εταιρείας και ως εκ τούτου η διεύθυνση αυτής συνιστούσε το χώρο εκείνο, όπου αυτός ασκούσε κατά το χρόνο της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, το επάγγελμά του, το γεγονός δε ότι αυτός ταξίδευε, διαρκώς για τις ανάγκες της εργασίας του σε άλλα υποκαταστήματα της εταιρείας δε συνεπάγεται, χωρίς τίποτε άλλο, τη μη χρησιμοποίηση του χώρου εκείνου για επαγγελματική απασχόληση. Εξάλλου ο ίδιος ο εναγόμενος- ανακόπτων δήλωνε συνεχώς σε διάφορα έγγραφα και δικόγραφα, την περίοδο εκείνη, ως διεύθυνσή του την ..., στον ...(βλ. τις από 22-10-1994 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το από 8-9-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνωρίσεως χρέους, την από 12-3-1996 αίτηση του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, καθώς και την υπ' αριθ.... αναγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ...), ενώ από τις υπ' αριθ. 4050/1995, 2834/1995, 580/1996 και 584/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι αυτός κλήθηκε στη διεύθυνση αυτή και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση των αιτήσεων επί των οποίων αυτές εκδόθηκαν, ως καθ' ου, εκπροσωπούμενος μάλιστα από τη δικηγόρο του, ως άνω Υ1. Η τελευταία, όταν παρέλαβε την ένδικη από 4-10-1995 αγωγή, ήταν υπάλληλος της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, της οποίας ο εναγόμενος - ανακόπτων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, και συνεργαζόταν με αυτόν κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ενεργώντας όχι αυτοβούλως και για δικό της λογαριασμό, αλλά ήταν εξαρτημένη από αυτόν, (παραλήπτη του αντιγράφου της αγωγής). Άλλωστε η ίδια δέχθηκε να παραλάβει την αγωγή και να συνυπογράψει την έκθεση επιδόσεως με την ιδιότητα της υπαλλήλου, αποδεχόμενη ότι συναπασχολούνταν στον ίδιο χώρο με τον εναγόμενο - ανακόπτοντα με τον οποίο, υπήρχε στενή και με χρονική διάρκεια επικοινωνία μεταξύ τους, ενώ η εν λόγω δικηγόρος διέθετε νομική παιδεία για να αντιληφθεί τη σημασία της επίδοσης του εγγράφου αυτού. Επίσης από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..., ... και... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ο ίδιος ο εναγόμενος - ανακόπτων είχε αναθέσει και σε άλλα πρόσωπα, όπως στην ... και την ... να παραλαμβάνουν, σε ανύποπτο χρόνο, για λογαριασμό του, με την ιδιότητα των υπαλλήλων του, δικόγραφα στην ίδια παραπάνω διεύθυνση, επί της ... Όσον αφορά δε τη Υ1 αυτή παρελάμβανε συστηματικά δικόγραφα για λογαριασμό του ανακόπτοντος, δηλώνοντας ρητώς την ιδιότητά της ως υπαλλήλου του (βλ. υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ...). Από τα παραπάνω συνάγεται με σαφήνεια ότι ο εναγόμενος-ανακόπτων δεν ήταν απλός υπάλληλος της ως άνω αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρείας, στα γραφεία της οποίας έγινε η επίδοση της από 4-10-1995 αγωγής, αλλά νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, τυπικά και ουσιαστικά και η σχέση που τον συνέδεε με την Υ1, δικηγόρο, που παρέλαβε το δικόγραφο, ήταν χωρίς αμφιβολία υπαλληλική. Τέλος, σε κάθε περίπτωση και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω της στενής σχέσεως του εναγομένου - ανακόπτοντος με τη Υ1, με την οποία συνοικούσε στη ..., από το έτος 1994, (βλ. υπ' αριθ. ...έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), και στη συνέχεια, κατά το έτος 1997 τέλεσε γάμο, μαζί της, και της εκ μέρους της στενής παρακολουθήσεως και υπερασπίσεως των συμφερόντων του εναγομένου - ανακόπτοντος, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος έλαβε γνώση της ένδικης από 4-10-1995 αγωγής και δεν υπέστη καμία δικονομική βλάβη, αφού η ερημοδικία του κατά τη δικάσιμο της 12ης Μαρτίου 1996, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή αυτή, δεν οφείλεται σε έλλειψη γνώσεως της δικασίμου, δεδομένου ότι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το λόγο της ανακοπής ερημοδικίας, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυριζόταν ότι δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς απέρριψε τον πιο πάνω λόγο ανακοπής και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα, με τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που αυτό ανελέγκτως δέχτηκε, αναφορικά με τη διατήρηση γραφείου εκ μέρους του αναιρεσείοντος στην πιο πάνω οδό ...και τη σχέση (υπαλληλική) που συνέδεε την προαναφερόμενη Υ1, που παρέλαβε το επιδοθέν έγγραφο (επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αγωγής) με τον αναιρεσείοντα, η κλήτευση του τελευταίου για να παραστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 12ης Μαρτίου 1996, ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη. Είναι συνεπώς αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αν και επικαλείται πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλει, κατ' ορθή υπαγωγή και χαρακτηρισμό των αιτιάσεών του, λόγο αναίρεσης από τον αριθ.14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης νόμου που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, εάν οι αμφιβολίες δημιουργούνται ως προς το εάν σωστά εφαρμόσθηκαν ή παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου. Ο αναιρεσείων με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να κρίνει απορριπτέα την ανακοπή του, με την οποία προέβαλε ακυρότητα της ερημοδικίας του, λόγω μη νόμιμης κλήτευσής του, στέρησε από νόμιμη βάση την απόφασή του, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού, όπως προεκτέθηκε, ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν παρέχεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας αναφέρονται στις παραδοχές τις σχετικές με την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και εκείνες των άρθρων 501 (με την ως άνω εξαίρεση), 124 και 129 του ΚΠολΔ., έστω και αν με τις διατάξεις αυτές διασφαλίζεται η άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου.-
ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-9-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 584/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ