Legislator Case Law & Legislation
484/2009 AI generated

484/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 484/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4346/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9291/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

484/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο την περί ης πρόκειται επιστολή και τη προαναφερθείσα αναφορά της τις έλαβε υπόψη. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Aνώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" και ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Πρωτοπαππά, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο 'Ανδροβικ, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4346/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9291/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928 "περί χρηματιστηρίου Αξιών", (που δεν καταργήθηκε με τον ΕισΝΑΚ, ούτε εθίγει από το ν. 1806/1988), χρηματιστηριακές συναλλαγές, κατά την έννοια του νόμου αυτού, είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενα χρηματιστηριακά πράγματα. Στο άρθρο 16 του ιδίου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων αναφέρονται, στην περίπτωση ε', και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες, που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Με το άρθρο 20 παρ. 1 περ. γ' του ν. 1806/1988 ορίστηκε, ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων (αγοραπωλησία χρηματιστηριακών πραγμάτων). Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 "πάσα αξίωσις πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ' ο συνήφθη η συναλλαγή", ενώ κατά το άρθρο 249 ΑΚ, "εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια".

Στη προκειμένη περίπτωση, στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται ότι: 1) οι διάδικοι κατάρτισαν την από 19-2-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών με κύριο αντικείμενο την αγορά και πώληση από την ενάγουσα στο όνομα της εναγομένης μετοχών που είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών έναντι προμήθειας, η οποία είχε συμφωνηθεί για κάθε συναλλαγή, 2) κατά την άνω σύμβαση οι χρηματικές απαιτήσεις των μερών θα καταγραφούν σε χρεοπιστωτικό λογαριασμό και οι αντίθετες απαιτήσεις θα συμψηφίζονταν αμέσως μετά την καταχώρησή τους στο λογαριασμό αυτό, στην περίπτωση δε της λήξης της σύμβασης ο λογαριασμός θα έκλεινε και το υπόλοιπο θα καθίστατο αμέσως απαιτητό, 3) η σύμβαση αυτή λειτούργησε κανονικά και η ενάγουσα δια των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της στο χρονικό διάστημα από 4-5-1999 μέχρι 21-9-2000 εκτέλεσε τις λεπτομερώς αναφερόμενες εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών, που δόθηκαν από τον εναγόμενο στην ίδια και παράλληλα ενημέρωνε τον εναγόμενο με την αποστολή· αντιτύπων των πινακιδίων εκτέλεσης των εντολών και των αναλυτικών καταστάσεων με τις κινήσεις του χρηματιστηριακού λογαριασμού του, όπως η σύμβαση επέβαλε, χωρίς ποτέ ο εναγόμενος να προβάλει αντιρρήσεις, μέσα στην συμφωνηθείσα προθεσμία των δέκα πέντε ημερών από την αποστολή των σχετικών εγγράφων, 4) ο απλός χρηματιστηριακός (και όχι αλληλόχρεος)λογαριασμός, που διατηρούσε η ενάγουσα με τον εναγόμενο - πελάτη της - και παρατίθεται αναλυτικά στην αγωγή, παρουσίασε χρεωστικό υπόλοιπο 41.480.805 δραχμών ή 121.733,84 ευρώ, το οποίο αρνείται ο εναγόμενος να της καταβάλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις που έγιναν προς αυτόν.

Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε η ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και επικουρικά να της καταβληθεί τούτο με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η προσβαλλομένη απόφαση, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας την περί ενιαυσίου παραγραφήςένσταση, δέχθηκε την τελευταία αυτή ένσταση περί παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως της αναιρεσείουσας, την οποία επανέφερε με λόγο εφέσεως ο αναιρεσίβλητος και απέρριψε την αγωγή η οποία, σημειωτέον, επιδόθηκε στις 27.12.2001, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό ...

έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή ... . Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. προβάλλονται αιτιάσεις, κατά τις κρίσεως αυτής του Εφετείου, συνιστάμενες στο ότι το τελευταίο παραβίασε ευθέως με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 §1 του ν.3632/1928, η οποία δεν ήταν, εν προκειμένω, εφαρμοστέα, ενώ παρά το νόμο παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 249 Α.Κ., που ήταν εφαρμοστέα και να απορρίψει ως μη νόμιμη την εν λόγω ένσταση παραγραφής.

Ενόψει, όμως, των προεκτεθέντων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Σύμφωνα με το άρθρο 260 Α.Κ., η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει, ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει (Α.Π. 148/2006).

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον, υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του εδ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αποδίδει μομφή στην αναιρεσιβαλλόμενη, ότι, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν αντέλεξε στην από 29.1.2001 συστημένη επιστολή της, με την οποία του απέστειλε κατάσταση με το επίδικο χρεωστικό υπόλοιπο, χωρίς να εκφράσει αντίρρηση, αναγνώρισε το χρέος και άρα εχώρησε διακοπή της παραγραφής κατά παραδοχή της περί διακοπής αντενστάσεώς της, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι εκ της αρνητικής αυτής συμπεριφοράς του δεν προκύπτει, ότι βρίσκεται σε πλήρη επίγνωση του χρέους του, θεωρώντας ότι αυτό υπάρχει.

Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 11 του ίδιου, ως άνω, άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα ότι το δίκασαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη παραπάνω επιστολή, στην οποία αναφέρεται γεγονός, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι το παραπάνω που συνιστά διακοπή της ενιαυσίας παραγραφής.

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τη παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο την περί ης πρόκειται επιστολή και τη προαναφερθείσα αναφορά της τις έλαβε υπόψη. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.2.2006 αίτηση της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 9291/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ