484/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 484 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 484/2007
Legislator headnote
AI generated484/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 484 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 484/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 484 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 484/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) X1, 2) X2 και 3) X3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάνο Γιαννούτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων:....(αναφέρονται 9 ονόματα). Η 8η αναιρεσίβλητη .... παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και συγχρόνως εκπροσώπησε δια πληρεξουσίου και τους υπολοίπους αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-8-1998 δύο αγωγές και με τις από 17-8-1998 τρεις αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 441/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 441/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 160, 211,216, 217 και 229 του ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση που συνομολογεί κάποιος ως αντιπρόσωπος άλλου καθ' υπέρβαση των ορίων της πληρεξουσιότητας είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος οφείλει να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητάς του σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας όταν οι επιχειρηθείσες από τον αντιπρόσωπο πράξεις εμπίπτουν μεν τυπικά μέσα στα όρια της δοθείσης πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή τον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος. Η από τον πληρεξούσιο με τη δοθείσα πληρεξουσιότητα, αλλά κατά κατάχρηση δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση τελούμενη δικαιοπραξία αντίκειται στο νόμο και είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ . Εξάλλου για τη θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ β΄ ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και να εκτίθενται στο σχετικό λόγο αναιρέσως, πλην άλλων, ποιά είναι τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και με ποιόν τρόπο παραβιάσθηκαν. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι ο Ψ1 και η σύζυγος αυτού Ψ2, οι οποίοι απεβίωσαν στο ....., ο πρώτος στις 8-2-1998 σε ηλικία 85 ετών, η δε δεύτερη στις 31-3-1998 σε ηλικία 83 ετών, ενόσω ζούσαν και συγκεκριμένα στις 27-1-1998, με τα υπ' αριθμ. ....και ...., αντιστοίχως, πληρεξούσια του συμβολαιογράφου ...., έδωσαν στην εναγόμενη, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, ανεψιά τους X1 την εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως α) αποδέχεται οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο περιερχόμενο σ' αυτούς από κληρονομία β) πωλεί σε οποιονδήποτε τρίτο, ακόμη και στον εαυτό της με αυτοσύμβαση, αντί οποιουδήποτε τιμήματος και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες, τα αγροτικά ή αστικά ακίνητά τους ή εξ αδιαιρέτου μερίδια επ' αυτών και γ) παραχωρεί σε οποιονδήποτε τρίτο, λόγω δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, οποιοδήποτε ακίνητό τους. Ότι η εν λόγω πληρεξουσιότητα δόθηκε με την ελεύθερη βούληση των παραπάνω δύο συζύγων, οι οποίοι, έχοντας συνείδηση των πράξεών τους, θέλησαν να αναθέσουν τη διαχείριση της περιουσίας τους σε τρίτο πρόσωπο, ενόψει του ότι οι ίδιοι, λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους και της κακής κατάστασης της υγείας τους, αδυνατούσαν να τη διαχειρισθούν. Ότι ακολούθως η ανωτέρω εναγομένη προήλθε στις εξής δικαιοπραξίες: 1) Στις 29-1-1998, ως αντιπρόσωπος της πληρεξουσιοδότριας Ψ2, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον εναγόμενο γιό της X2,( ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), την επί της οδού ..., κείμενη διώροφη οικία, μετά του οικοπέδου της, που ανήκε στην κυριότητα της άνω αντιπροσωπευομένης, στην οποία και κατοικούσε η τελευταία μαζί με το σύζυγό της Ψ1, αντί τιμήματος 25.000.000 δραχμών, που αναγράφηκε στο συμβόλαιο αυτό. 2) Κατά την ίδια ημέρα ( 29-1-1998), αφού με την .... πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αποδέχθηκε την επαχθείσα στους παραπάνω δύο συζύγους κληρονομία του μοναδικού τέκνου τους .... , που είχε προαποβιώσει στις 20-12-1997 σε ηλικία 50 ετών, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, ως αντιπρόσωπος αυτών, στον εναγόμενο εξάδελφό της X3 ( ήδη τρίτο αναιρεσείοντα), με το υπ' αριθμ. .... δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το περιγραφόμενο σ' αυτό αγροτεμάχιο, εμβαδού 1800 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση " ....." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..... του οποίου είχαν καταστεί συγκύριοι οι αντιπροσωπευόμενοι σύζυγοι, ο καθένας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, με την ως άνω αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομίας του προαποβιώσαατος τέκνου τους .... και 3) στις 13-2-1998, αφού προηγουμένως προέβη, με την υπ' αριθμ. .... πράξη του ως άνω συμβολαιογράφου, σε συμπληρωματική αποδοχή της ίδιας επαχθείσης στους παραπάνω δύο συζύγους κληρονομίας του τέκνου τους .... , μεταβίβασε στον εαυτό της με αυτοσύμβαση, λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμ...... συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων στο συμβόλαιο αυτό ένδεκα αγροτικών ακινήτων, αντί συνολικού τιμήματος 6.117.000 δραχμών, τα οποία ( ακίνητα) είχαν περιέλθει κατά το ποσοστό αυτό στην κυριότητα της αντιπροσωπευομένης Ψ2 με την αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομίας του πιο πάνω τέκνου της. Ότι οι αντιπροσωπευθέντες από τη ρηθείσα εναγομένη σύζυγοι ουδέποτε θα επιχειρούσαν τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις των ακινήτων τους, που αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά τους στοιχεία και τα οποία είχαν ανάγκη, λόγω της μεγάλης ηλικίας τους και της κακής κατάστασης της υγείας τους, σε κάθε δε περίπτωση δεν θα τις επιχειρούσαν με τους όρους και συμφωνίες, με τους οποίους τις διενήργησε η εναγομένη, ως πληρεξουσία αυτών. Ότι, ειδικότερα, οι αντιπροσωπευθέντες δεν είχαν κανένα λόγο να προβούν σε δωρεά του αγρού τους, εμβαδού 1800 τ.μ., προς τον εναγόμενο X3, αφού ο τελευταίος δεν είχε προσφέρει σ' αυτούς κάποιες υπηρεσίες, ώστε να θέλουν με τη δωρεά να του τις ανταποδώσουν, ο δε δωρεοδόχος γνώριζε την αντίθεση της δωρεάς αυτής προς τη θέληση και τα συμφέροντα των αντιπροσωπευομένων. Ότι και η γενόμενη από την ανωτέρω εναγομένη, με το ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..... μεταβίβαση προς τον εαυτό της, με αυτοσύμβαση, του 1/2 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων στο συμβόλαιο αυτό ένδεκα αγροτικών ακινήτων, ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της αντιπροσωπευθείσης Ψ2, αφού, το μεν τίμημα που φέρεται στο συμβόλαιο αυτό ότι καταβλήθηκε για την αγορά των εν λόγω αγρών, κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, υπολείπεται κατά πολύ της πραγματικής αξίας αυτών, σε κάθε δε περίπτωση η Ψ2 δεν είχε κανένα λόγο να αποξενωθεί πέντε ημέρες μετά το θάνατο του συζύγου της όλων των αγροτικών ακινήτων της. Ότι αντίθετη προς τα συμφέροντα της αντιπροσωπευθείσης Ψ2 ήταν και η γενόμενη από την ανωτέρω εναγομένη, με το ....πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβαση προς τον εναγόμενο γιό της X2 της ρηθείσης διώροφης οικίας, αφού η Ψ2 ουδέποτε θα εκποιούσε εν ζωή την εν λόγω οικία της χωρίς σοβαρό λόγο, που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση, και πολύ περισσότερο δεν θα την εκποιούσε με το συμφωνηθέν για την πώλησή της τίμημα των 25.000.000 δραχμών, το οποίο δεν ήταν ανάλογο προς την αγοραία αξία αυτής, η οποία υπερέβαινε το διπλάσιο του ποσού τούτου και ότι ο εναγόμενος αγοραστής της οικίας, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης του προς την, ως αντιπρόσωπο της πωλήτριας, συμβληθείσα μητέρα του, γνώριζε τα ως άνω περιστατικά και σε συνεργασία με τη μητέρα του απέκτησε με τη σύμβαση αγοράς την κυριότητα της οικίας, με σκοπό να βλάψουν την πληρεξουσιοδότρια Ψ2. Ότι, ενόψει των παραπάνω περιστατικών, οι συνομολογηθείσες από την εναγομένη X1, ως αντιπρόσωπο των Ψ1 και Ψ2, ως άνω συμβάσεις πωλήσεως και δωρεάς εμπίπτουν μεν μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας που της χορηγήθηκε από αυτούς με τα προαναφερθέντα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, αλλά, όμως, είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα των αντιπροσωπευθέντων συζύγων και προς το σκοπό για τον οποίο οι τελευταίοι έδωσαν την πληρεξουσιότητα, την αντίθεση δε αυτή γνώριζαν οι αντισυμβληθέντες εναγόμενοι X2 και X3. Με βάση τα περιστατικά αυτά έκρινε το Εφετείο ότι οι εκποιητικές δικαιοπραξίες που καταρτίσθηκαν με τα προαναφερόμενα συμβόλαια πωλήσεως και δωρεάς (υπ' αριθμ. ...., ....... και ...... συμβόλαια) έγιναν κατά κατάχρηση του δικαιώματος πληρεξουσιότητας που είχε δοθεί στην εναγομένη X1 από τους ανωτέρω αντιπροσωπευθέντες συζύγους και ότι συνεπώς οι δικαιοπραξίες αυτές είναι άκυρες, και έτσι απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της τέλεσης από την πρώτη εναγομένη των προαναφερομένων εκποιητικών δικαιοπραξιών κατά κατάχρηση της χορηγηθείσης σ' αυτήν από τους αντιπροσωπευθέντες συζύγους πληρεξουσιότητας. Ειδικότερα δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής στην απόφαση, ότι η έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο πληρεξουσιότητα δόθηκε στην πρώτη εναγομένη με την ελεύθερη βούληση των δύο υπερηλίκων συζύγων, οι οποίοι επιθυμούσαν να αναθέσουν τη διαχείριση της περιουσίας τους σε τρίτο πρόσωπο, και της παραδοχής ότι η ίδια εναγομένη κατά την κατάρτιση των προαναφερομένων δικαιοπραξιών ενήργησε αντίθετα προς τα συμφέροντα των αντιπροσωπευομένων και προς το σκοπό για τον οποίο της χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο πιο πάνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, για την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 200,281,288 και 197 του ΑΚ, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο λόγο αυτό ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που παραβιάσθηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2004 αίτηση αναιρέσεως των 1) X1, 2) X2 και 3) X3 κατά της υπ' αριθμ. 441/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια εβδομήντα (670) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2007. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ