Legislator Case Law & Legislation
484/2006 AI generated

484/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 484/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 484 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2006

Legislator headnote

AI generated

484/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 484 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 484 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 484/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστο Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Θ. του Π. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, περί αναιρέσεως της 2199/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Β., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλη/των) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1254/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 216 § 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση προστατευόμενον από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο.

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 Δ ιδίου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ’ αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης - ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και άρα δεν γίνεται λόγος περί λήψεως υπόψη απολογίας του), όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης 2199/2004 αποφάσεώς του τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1998, αφού εξέδωσε την επακριβώς προσδιοριζομένη επιταγή για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ... Α.Ε." επί του καθοριζομένου λογαριασμού της στην Τράπεζα "ALFA ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." για ποσό 3.000.000 δρχ., έθεσε επί του σώματος αυτής, ως στοιχεία λήπτη, τα στοιχεία του μηνυτή Α.

Β., με τον οποίο ουδεμία συναλλαγή είχε, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του, έτσι, ώστε να εμφανίζεται ως πρόσωπο εις διαταγήν του οποίου η επιταγή είχε εκδοθεί και στη συνέχεια, αυθαιρέτως και χωρίς δικαίωμα έθεσε την υπογραφή αυτού στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης, κατ’ απομίμηση αυτής, ώστε να δίδεται η εντύπωση ότι εκείνος μεταβίβασε περαιτέρω την επιταγή αυτή και με την υπογραφή του ανέλαβε την εξ αυτής ευθύνης και στη συνέχεια, αφού έθεσε στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης την σφραγίδα της ως άνω εταιρείας "ΑΛΦΑ ...

Α.Ε." και υπέγραψε υπ’ αυτήν, μεταβίβασε την εν λόγων πλαστή επιταγή, κάνοντας έτσι και χρήση στην εταιρεία "ELNET E.Π.Ε." για την κάλυψη υποχρεώσεών της προς αυτήν, η οποία, μετά την εμφάνιση στην πληρώτρια Τράπεζα και την απόκρουση της πληρωμής της, ελλείψει αντικρύσματος, με την από 21-10-98 αίτησή της, ζήτησε και πέτυχε, την έκδοση της 16928/98 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του μηνυτή Α.

Β. και πρώτου κομιστή της. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στην ποινική διάταξη (216 § 1 Π.Κ.) που εφήρμοσε.

Για να καταλήξει δε στην καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως... Από την τελευταία αυτή περικοπή, αναμφιβόλως προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος που δόθηκε χωρίς όρκο, αφού και αυτός, ως μάρτυρας κατηγορίας χαρακτηρίζεται, ως εγκαλών στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται, αλλά και με το περιεχόμενο της καταθέσεώς του συντάσσονται οι παραδοχές της και δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να μνημονεύεται ειδικώς ποίοι μάρτυρες εξετάστηκαν με όρκο και ποίοι χωρίς όρκο (ΑΠ 642/2001, ΑΠ 632/2002).

Περαιτέρω, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο εκπροσωπήσας τον αναιρεσείοντα πληρεξούσιος δικηγόρος του, εζήτησε κατ’ ακριβή αντιγραφή από τα πρακτικά: α) να προσκομισθεί το πρωτότυπο της επιταγής, β) να γίνει γραφολογική εξέταση και γ) να κληθεί και προσέλθει ο μάρτυρας Α.

Θ. και ο υπάλληλος της εταιρείας. Όλα τα αιτήματα αυτά, όπως διατυπώθηκαν ήταν παντελώς αόριστα, αφού, αναφορικά με το πρώτο, δεν καθορίζεται ποίος είναι ο κάτοχος της επιταγής, έλλειψη που έχει, ως συνέπεια και την αδυναμία διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης (υπό στοιχ. β’ αίτημα) και αναφορικά με το τρίτο γιατί δεν εξειδικεύεται επί ποίων θεμάτων θα εξετασθούν οι μάρτυρες και ποία επιρροή θα έχει η μαρτυρία τους στην δικαζομένη υπόθεση, ανεξαρτήτως του ότι δεν κατονομάζεται ο υπάλληλος της εταιρείας, η οποία ούτε και αυτή προσδιορίζεται.

Στα αόριστα αυτά αιτήματα, μολονότι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εν τούτοις απάντησε και αιτιολογημένα τα απέρριψε. Εντεύθεν, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση (άρθρ. 510 § 10 ΚΠΔ) πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Καθό δε μέρος με τους λόγους αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Απορριπτομένων αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως και περί υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-6-2005 αίτηση του Γ. Θ. του Π. Π. για αναίρεση της 2199/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία προσδιορίζει σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΣΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ