Supreme Court quashes bankruptcy distribution order for procedural error in applying Civil Procedure Code articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding the distribution of bankruptcy assets due to a procedural error in applying the Civil Procedure Code. The appellant argued that the lower court incorrectly applied transitional provisions of Law 4335/2015, which should have governed the creditor ranking despite the bankruptcy declaration occurring before the law's effective date. The Court found that the lower court failed to apply the correct pre-2016 legal framework and the relevant transitional articles, rendering the distribution order legally flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 975 and 977 of the Code of Civil Procedure; Article 1, Section 9, Paragraph 3 of Law 4335/2015: The Supreme Court must annul a lower court decision if it erroneously applies the law in force at the time of the bankruptcy declaration rather than the law in force at the time of the distribution plan, violating the principle of non-retroactivity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 483 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)" και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α. που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Συμιακό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Γ., κατοίκου Πειραιώς, υπό την ιδιότητά της ως οριστικής συνδίκου της ενώσεως πιστωτών της σε κατάσταση πτωχεύσεως τελούσης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...." και των μελών - ομορρύθμων εταίρων αυτής Β. Σ. του Ε., Δ. Κ. του Α. και Ι. Σ. του Δ., 2) Χ. συζύγου Α. Γ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, ενώ οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1478/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 434/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα πρώτη αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση [ΑΠ 739/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. ...2021 και ...2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 12-12-2022, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση γι' αυτές θα γίνει παρά την απουσία τους.
Η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. α'του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, που αφορά στο παραδεκτό των ενδίκων μέσων Επο(ΟλΑΠ 10/2018) και συνεπώς, σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναίρεσης και το επιτρεπτό της άσκησής της θα κριθεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν η σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (π.ρ.β.λ.ΑΠ 541/2024, ΑΠ 1704/2023, ΑΠ 92/2023).
Με την υπό κρίση από 26-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης(ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα, κατά την εκουσία διαδικασία, υπ' αριθ. 434/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1478/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε απορριφθεί η από 13-10-2017 ανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση του αναφερόμενου στην ανακοπή πίνακα διανομής και κατατάξεως δανειστών, που συνέταξε η πρώτη καθ' ης η ανακοπή-ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη δικηγόρος, ως σύνδικος της πτώχευσης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε.", καθώς και των ομορρύθμων εταίρων της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από το εκκαλούν κατά των εφεσιβλήτων εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού δεν προκύπτει επίδοση της τελευταίας,(άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία είναι τελεσίδικη, αφού δεν προσβάλλεται με ανακοπή ερημοδικίας από την κατ' έφεση ερημοδικασθείσα δεύτερη εφεσίβλητη, ενώ επιτράπηκε άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής κατά το άρθρο 161 παρ. 1 του ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", όπως τροποποιηθέν με το άρθρο 8 παρ. 15 Ν.4446/2016, ίσχυε και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Με τη διάταξη του παραγράφου 1 του άρθρου 77 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία", ενώ, με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευση του", αποκλείοντας έτσι την αναδρομικότητα του "ψευδοερμηνευτικού" νόμου.
Το δικαίωμα που παρέχεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη στη νομοθετική εξουσία για έκδοση ερμηνευτικών νόμων, υφίσταται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και, λόγω της ασάφειάς του, προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στις δικαστικές αποφάσεις για την αληθή έννοιά του.
Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή, της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 1, 2/2014, ΟλΑΠ 22/1997, ΟλΑΠ 10/1990, ΑΠ 739/2023). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.3 του ν. 4335/2015 "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016.
Ομοίως, οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο όγδοο του παρόντος...) εφαρμόζονται σε πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του παρόντος". Ενόψει της ως άνω ειδικής διάταξης, που ορίζει, χωρίς διάκριση, ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση ή η κήρυξη της πτώχευσης διενεργείται μετά την 1.1.2016, προέκυψε διχογνωμία, κυρίως στη θεωρία αλλά και στη νομολογία, αναφορικά με το νομικό ζήτημα της κατάταξης των προνομίων από απόψεως διαχρονικού δικαίου.
Ειδικότερα, κατά μία άποψη, τα προνόμια των απαιτήσεων κρίνονται, σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο συντάξεως του πίνακα κατάταξης και, συνεπώς, και υπό το ν. 4335/2015 ως προς το ζήτημα της κατάταξης των προνομίων, εφόσον ο πίνακας κατάταξης καταρτίστηκε μετά την 1-1-2016, εφαρμοστέες τυγχάνουν, σε κάθε περίπτωση, οι διατάξεις περί προνομίων, όπως ισχύουν μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, ανεξάρτητα δηλαδή από το νομικό καθεστώς, το οποίο ίσχυε, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.3, κατά το χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση ή της κήρυξης της πτώχευσης και υπό το οποίο διενεργήθηκε η εκτέλεση και ο πλειστηριασμός.
Κατ` άλλη άποψη, την οποία δέχεται και το Δικαστήριο τούτο ενόψει της πιο πάνω ειδικής διάταξης, οι τροποποιήσεις που επήλθαν με το ν. 4335/2015, εφαρμόζονται μόνον αν η επιταγή προς πληρωμή ή η κήρυξη της πτώχευσης, που οδήγησε στην επίτευξη του διανεμητέου πλειστηριάσματος επιδόθηκε μετά την 1-1-2016, δηλαδή κρίσιμος πρέπει να θεωρηθεί ο χρόνος που διενεργήθηκε η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση ή η κήρυξη της πτώχευσης και, ως εκ τούτου, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδόθηκε πριν την 1.1.2016, ή η πτώχευση κηρύχθηκε πριν την ημερομηνία αυτή, εφαρμόζεται για την κατάταξη των δανειστών το προϊσχύσαν δίκαιο(Πλειοψ.ΑΠ 739/2023).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, το οποίο φέρει τον τίτλο ''Ερμηνευτική διάταξη ως προς το χρόνο εφαρμογής των νόμων 4335/2015 και 4336/2015 σε εκκρεμείς διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και ήδη κηρυχθείσες πτωχεύσεις'', ορίστηκε στο εδ. α' αυτού ότι κατά την αληθή τους έννοια οι διατάξεις του άρθρου ογδόου του άρθρου 1 του ν.4335/2015 [δηλαδή οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος αυτός στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης] δεν έχουν εφαρμογή σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις που είχαν ήδη κηρυχθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, στο δε εδ.
β' ότι για την κατάταξη των πιστωτών στην παραπάνω περίπτωση λαμβάνεται υπόψη το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση και της υποβολής της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4715/2020, που, ενόψει των προεκτεθέντων, είναι γνήσια ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχει αναδρομική δύναμη [Πλειοψ.ΑΠ 739/2023, ΑΠ 1457/2022, ΑΠ 1820/2022, ΑΠ 224/2022], το προϊσχύσαν δίκαιο εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάταξης των δανειστών στο σχετικό πίνακα, όταν η επιταγή με βάση την οποία άρχισε η εκτέλεση, επιδόθηκε πριν την 1-1-2016.
Ο χαρακτήρας της διάταξης αυτής ως γνήσιας ερμηνευτικής[και όχι ψευδοερμηνευτικής] προκύπτει από το ότι με αυτή δεν αντικαθίστανται οι προηγούμενες διατάξεις, αλλά, όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενό της, αποδίδεται με αυτήν, κατά τρόπο σαφή, η ''αληθής έννοια'' των προγενέστερων αυτών διατάξεων, προς αποσαφήνιση της βούλησης του νομοθέτη και, εντεύθεν προς άρση της διχοστασίας που είχε επικρατήσει στη θεωρία και τη νομολογία, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 977 του ΚΠολΔ και 156 του ΠτΚ στις ήδη εκκρεμούσες διαδικασίες της αναγκαστικής εκτέλεσης και της πτώχευσης για το κρίσιμο θέμα του διαχρονικού δικαίου, σχετικά με την κατάταξη των εργατικών απαιτήσεων στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και στην πτωχευτική διαδικασία.
Συνεπώς, το χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος της ως άνω ερμηνευτικής διάταξης ανατρέχει στο χρόνο ισχύος των ανωτέρω ερμηνευομένων διατάξεων. Συνακόλουθα, ως προς τις διαδικασίες, τις οποίες καταλαμβάνει η ως άνω ερμηνευτική διάταξη, από τη γραμματική της διατύπωση συνάγεται από τα άρθρα 977 ΚΠολΔ και 156 ΠτΚ, όπως τροποποιήθηκαν ανωτέρω, δεν εφαρμόζονται σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και σε πτωχεύσεις, που είχαν ήδη κηρυχθεί πριν την 19-8-2015 [πλειοψ.ΑΠ 739/2023, ΑΠ 17/2022, ΑΠ 1151/2022].
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά την από 13-10-2017 ανακοπή του στην οποία εξέθεσε τα ακόλουθα: Ότι με την υπ' αριθ. 2762/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η εταιρεία με την επωνυμία <<...
Ο.Ε.>>, με τον διακριτικό τίτλο <<....> και τα μέλη της - ομόρρυθμοι εταίροι: α] Β. Σ. του Ε., β] Δ. Κ. του Α. και γ] Ι. Σ. του Δ., η δε πρώτη καθ' ης η ανακοπή και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ορίσθηκε σύνδικος της πτώχευσης και ορίσθηκε ημέρα παύσης πληρωμών η 15-12-2009. Ότι στην πτώχευση αυτή, το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος είναι το ανακόπτον, ανήγγειλε νόμιμα και εμπρόθεσμα απαιτήσεις του, συνολικού ύψους 637.707,99 ευρώ, με την υπ' αριθ.
πρωτ. 4613/20/26-8-2015 αναγγελία του Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Πειραιά, που κοινοποιήθηκε τόσο στη σύνδικο της πτώχευσης, όσο και στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιά. Ότι μετά την περάτωση των επαληθεύσεων και μη επιτευχθέντος πτωχευτικού συμβιβασμού, η πτώχευση εισήλθε αυτοδίκαια στο στάδιο της ένωσης πιστωτών και ότι ακολούθως η σύνδικος της πτώχευσης συνέταξε τον από 22-6-2017 πίνακα κατάταξης και διανομής χρημάτων της ρευστοποιηθείσας και συγκεντρωθείσας περιουσίας ποσού 50.803,89 ευρώ, ο οποίος κοινοποιήθηκε στο ανακόπτον στις 17-8-2017.
Ότι στον πίνακα αυτόν η σύνδικος, αφού προαφαίρεσε ποσό 2.500 ευρώ για λοιπές δαπάνες μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα και για αντιμισθία της, κατέταξε οριστικά και προνομιακά τους αναφερόμενους στην ανακοπή εργαζομένους συνολικά για το ποσό των 32.014,65 ευρώ κατ' άρθρο154 περ. γ' του ΠτΚ, το ίδιο το ανακόπτον για το ποσό των 4.072,31 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 25 ο/ο του εναπομείναντος διανεμόμενου ποσού των 16.289,24 ευρώ κατ' άρθρο 154 περ.
στ' του ΠτΚ, την εταιρεία με την επωνυμία <<... Α.Ε.>>, ως ενέγγυο πιστώτρια για το ποσό των 10.588 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 65 ο/ο του εναπομείναντος διανεμόμενου ποσού κατ' άρθρο 155 ΠτΚ και 976 ΚΠολΔ και τις ανέγγυες πιστώτριες, δεύτερη και τρίτη των καθ' ων η ανακοπή και ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων για τα ποσά των 604,73 ευρώ και 1024,19 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικά για το ποσό των 1.628,92 ευρώ, κατ' άρθρο 977 ΚΠολΔ, ήτοι σε ποσοστό 10 ο/ο του εναπομείναντος διανεμόμενου ποσού.
Ότι για την κατάταξη αυτή, η ως άνω σύνδικος της πτώχευσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 977 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, το οποίο τότε δεν προέβλεπε ικανοποίηση των εγχειρόγραφων πιστωτών από τον πίνακα κατάταξης, όταν συνέτρεχαν με γενικούς και ειδικούς προνομιούχους, των οποίων οι απαιτήσεις δεν καλύπτονταν από το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας και οι οποίοι έπρεπε να καταταγούν στο 1/3 και στα 2/3 του ενεργητικού αυτού αντίστοιχα.
Τέλος ζήτησε να μεταρρυθμισθεί ο πίνακας,ώστε να αποβλήθούν από αυτό οι δεύτερη και η τρίτη των καθ' ων η ανακοπή και να καταταγεί το ίδιο στα ποσά που έλαβαν αυτές. Επι της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η 1478/2018 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου το οποίο απέρριψε την ανακοπή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι η σύνδικος ορθά εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015.
Κατά της απόφασης αυτής το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 23-8-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, με το εξής, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση σκεπτικό: <<...Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που εφάρμοσε το άρθρο 977 ΚΠολΔ, ως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο όγδοο παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με βάση το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης και διανομής χρημάτων της 22-6-2017, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και μάλιστα τις μεταβατικές διατάξεις των παραγράφων 3 εδ.
β' και 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, έστω και με συμπτυγμένη αιτιολογία, ενώ όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με το μοναδικό λόγο έφεσης τυγχάνουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, νόμω αβάσιμα ...>>.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 977 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την 1-1-2016, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 3 του ν. 4335/2015 και 50 ΕισΝΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε καίτοι ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο χρόνος της κήρυξης της επίδικης πτώχευσης ήταν το έτος 2010, ήτοι πριν την 1-1-2016, εφαρμοστέο, και για το ζήτημα της κατάταξης των δανειστών είναι το προϊσχύσαν δίκαιο, έστω και αν ο προβαλλόμενος πίνακας διανομής και κατάταξης συντάχθηκε στις 22-6-2017. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να παραπεμφθεί η υπόθεση για να δικαστεί εκ νέου από το ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές [άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ], και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν , ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 434/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ