Supreme Court dismisses appeal on distribution contract terms, ruling prior judgments do not create res judicata for new conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision regarding exclusive distribution contracts. The appellants argued that previous judgments established facts preventing the application of specific legal provisions, but the court found these facts did not constitute res judicata for the current case. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law based on the parties' conduct and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 9(1) and 219 of the Law 219/1991; Prior final judgments on contract characteristics do not create res judicata regarding the applicability of new legal provisions if the current case requires independent examination of statutory conditions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 483 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Κ., κατοίκου ... και 2) Ν. Ν. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 4-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Vivartia Συμμετοχών Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στα …... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων", με διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ Α.Ε.", που εδρεύει στον …..Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ντινόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία έχει μετονομαστεί σε "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων Μονοπρόσωπη Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιειόντων και την από 11-10-2010 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5832/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2160/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες Ι. Π. και Ν. Ν. άσκησαν κατά της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Vivartia Συμμετοχών Ανώνυμη Εταιρεία", την από 13.5.2010 αγωγή τους ενώπιον του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεταν ότι ο πρώτος εξ αυτών από το έτος 2000, ο δε δεύτερος από το έτος 1987, δυνάμει αλυσιδωτών συμβάσεων αποκλειστικής διανομής που είχαν καταστεί αορίστου χρόνου, τις οποίες (συμβάσεις) είχαν συνάψει με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη, διένειμαν τα προϊόντα της τελευταίας (γάλα, γιαούρτι, τυρί, κρέμες γάλακτος) με τους αναφερόμενους στην αγωγή όρους.
Ότι ενώ οι ίδιοι (ενάγοντες), κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με την εναγομένη, οργάνωσαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα με κριτήριο τις ανάγκες και καθ' υπόδειξη της τελευταίας, μεριμνώντας για την προώθηση των συμφερόντων της και αύξηση της πελατείας της, η τελευταία στις 1.10.2008 και 31.12.2007, αντίστοιχα, κατήγγειλε με υπαιτιότητά της τις επίμαχες συμβάσεις.
Ότι κατά τη διάρκεια των συμβάσεών τους προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με τους υπάρχοντες πελάτες και προώθησαν την πελατεία της, αυξάνοντας τους σχετικούς τζίρους, η δε εναγομένη μετά τη λύση των συμβάσεων διατήρησε και διατηρεί ουσιαστικά οφέλη από την εκμετάλλευση της πελατείας αυτής.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει: α) ως αποζημίωση πελατείας στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 60.827,19 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 51.764,10 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, και β) τους τόκους των τόκων (άρθρο 296 ΑΚ) των ανωτέρω ποσών από την ημέρα λήξης της σύμβασης έως την άσκηση της αγωγής, όπως αναλυτικά προσδιορίζονται σ' αυτήν (αγωγή).
Στη συνέχεια η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων", με διακριτικό τίτλο "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΑΕ", άσκησε την από 11.10.2010 πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της εναγομένης της κύριας αγωγής, ως ειδική διάδοχός της. Επί της ως άνω αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5832/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτούμενα ποσοστά ΦΠΑ και ανατοκισμού και το αίτημα καταβολής τόκων από τη λύση της σύμβασης και δέχθηκε εν μέρει κατά τα λοιπά την αγωγή και ως ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα ποσά των 8.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως αποζημίωση πελατείας.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη και η υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησαν την από 30.4.2015 έφεση, οι δε ενάγοντες την από 26.3.2018 αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 21160/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία το τελευταίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση των εναγομένων, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, εξαφάνισε την υπ` αριθ. 5832/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία και απέρριψε τελικά ως ουσία αβάσιμη κατά το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας.
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ.ΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018).
Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.
Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.
Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.
Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995.
Στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διαθέσεως (διανομής) ο ένας εκ των συμβαλλομένων (ο διανομέας) ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (Ολ.
ΑΠ 16/2013, ΑΠ 1407/2022, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018). Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή".
Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό εντάξεως στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.
Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιο του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, που ενεργούν, ουσιαστικά, ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ.ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1374/2019).
Εξάλλου, στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ. α και β του π.δ.219/1991 ορίζονται τα εξής: "1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου...".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (Ολ. ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 1450/2022, ΑΠ 885/2020, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1372/2018).
Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 15 και 16/2013, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 859/2014). Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γένεσης της αξιώσεως για αποζημίωση πελατείας (ΑΠ 765/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 141/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "VIVARTIA ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΕΣΤΙΑΣΗΣ" είναι καθολική διάδοχος της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΑΕ" λόγω απορρόφησης της τελευταίας από τη πρώτη, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του έτους 2006, και αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή, βιομηχανοποίηση και εμπορία γάλακτος, χυμών, γαλακτοκομικών και άλλων συναφών προϊόντων, ενώ η προσθέτως, υπέρ αυτής, παρεμβαίνουσα, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΕΛΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ και ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΕ" είναι ειδική διάδοχός της (μετά την άσκηση της αγωγής), κατόπιν απόσχισης του κλάδου παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων και ποτών της πρώτης, και εισφοράς του στην τελευταία, δυνάμει της …/23.6.2010 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίας Φαϊτά - Βασιλονικολού, εγκριθείσας με την …/30.6.2010 απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής που καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε νόμιμα.
Μεταξύ της εναγομένης και των εναγόντων είχαν συναφθεί, την 1.5.2000 με τον πρώτο εξ αυτών και την 20.6.1989 με το δεύτερο, συμβάσεις συνεργασίας, οι οποίες, με τις 6254/2011 και 5167/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου (διαδοχικές συμβάσεις με ταυτόσημο περιεχόμενο που ανανεώνονταν αυτομάτως), με αντικείμενο την αποκλειστική διανομή και διάθεση των προϊόντων της εναγομένης, επί των οποίων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, κρίση που, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεσμεύει με ισχύ δεδικασμένου το Δικαστήριο τούτο.
Η λειτουργία της σύμβασης είχε ως εξής : Οι ενάγοντες, διαθέτοντας την απαιτούμενη υποδομή (βοηθητικό προσωπικό, ιδιόκτητο ΙΧΦ με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, φορητά μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα), την οποία απέκτησαν και συντηρούσαν με δικές τους δαπάνες (όροι
ΙΙ. 5 και 6 της σύμβασης), παραλάμβαναν κάθε πρωί το ΙΧΦ όχημά τους από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου το είχαν σταθμεύσει την προηγούμενη ημέρα, προκειμένου να φορτωθεί με τις ημερήσιες παραγγελίες, και διένειμαν - διέθεταν τα προϊόντα της τελευταίας στα προκαθορισμένα σημεία πώλησης, αυστηρά, εντός της προκαθορισμένης, για έκαστο αυτών, περιοχής. Κατά τη συμφωνία των διαδίκων, τα οχήματα των εναγόντων έφεραν τα χρώματα και σήματα της εναγομένης, ενώ οι ίδιοι διένειμαν στα σημεία πώλησης το αντίστοιχο διαφημιστικό υλικό και φρόντιζαν για τη σωστή τοποθέτησή του (όροι
ΙΙΙ. 3 και 5 της σύμβασης). Η εναγομένη εξέδιδε για τα προϊόντα που παραλάμβαναν οι ενάγοντες κάθε πρωί, πιστωτικό τιμολόγιο στο όνομα των τελευταίων, ενώ η ίδια καθόριζε την αξία μεταπώλησής τους (όρος 1 11.6 της σύμβασης). Τα σημεία πώλησης αφορούσαν, είτε μικρές επιχειρήσεις (φούρνοι, περίπτερα, mini markets κ.α.), είτε πολυκαταστήματα και super markets, στα οποία οι ενάγοντες μεταπωλούσαν τα προϊόντα στο όνομα και για λογαριασμό τους, έναντι προμήθειας (αμοιβής) που ανέρχονταν σε ποσοστό 6,2% (και 6,7% το έτος 2008) υπολογιζομένης επί της αξίας των προϊόντων. Σε περίπτωση που πετύχαιναν τον ετήσιο στόχο πωλήσεων που έθετε η εναγομένη έπαιρναν πρόσθετη αμοιβή με τη μορφή bonus (όρος
ΙΙ 1.6 της σύμβασης). Οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να εξαντλούν τις παραγγελίες τους και να τηρούν απαρέγκλιτα την οικονομική πολιτική της εναγομένης, ενώ οι όποιες πιστώσεις ή εκπτώσεις χορηγούσαν στους πελάτες της περιοχής τους, όπως και τυχόν επιστροφές προϊόντων, βάρυναν αποκλειστικά τους ίδιους (όρος
ΙΙΙ. 5 της σύμβασης). Μετά το πέρας της διανομής οι ενάγοντες επέστρεφαν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, οπότε, της κατέβαλαν την αξία των προϊόντων που είχαν πωλήσει, αφού αφαιρούσαν το ποσό που αντιστοιχούσε στην κατά τα άνω αμοιβή τους, και ποσοστό που παρακρατούσε η εναγομένη για την κάλυψη τυχόν κυρίων (πχ. τίμημα προϊόντων), παρεπομένων (πχ. επισκευές οχήματος) ή εμμέσων (πχ. ασφαλιστικές εισφορές) υποχρεώσεων των εναγόντων (όρος IV. 2 της σύμβασης). Οι ενάγοντες είχαν εφοδιάσει τα ΙΧΦ οχήματά τους με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, προσβάσιμο στην εναγομένη, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο στο οποίο έπρεπε να διανείμουν τα προϊόντα (όρος VII 6 της σύμβασης). Επιπρόσθετα, δεσμεύονταν, εντός της περιοχής της οποίας τους είχε ανατεθεί, να μη συνεργάζονται με ανταγωνιστές της κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης, όσο και για περίοδο ενός έτους από τη λήξη της (όρος
ΙΙΚ 11 της σύμβασης). Με τις ανωτέρω συμβάσεις οι ενάγοντες είχαν ρητά αναγνωρίσει ότι οι πελάτες που εξυπηρετούσαν ανήκουν στην εναγομένη και θα παρέμειναν σε αυτή, ακόμη και μετά τη λύση της σύμβασης, ενώ οι η τελευταία είχε δικαίωμα να προσθέτει και αφαιρεί πελάτες ή να αλλάζει την περιοχή διάθεσης των προϊόντων κατά βούληση (όροι 11.9 και
ΙΙΙ.2 της σύμβασης). Κατά τα ανωτέρω, ήταν ιδιαίτερα έντονη η εξάρτηση των εναγόντων από την εναγομένη και αυτοί είχαν ενταχθεί στο σύστημα της εμπορικής της οργάνωσης. ... Περαιτέρω, πέρα και ανεξάρτητα από τη συμβατική δέσμευση των εναγόντων ότι οι πελάτες στους οποίους διένειμαν τα προϊόντα της εναγομένης είναι, κατά την έναρξη της σύμβασης και παραμένουν μετά τη λήξη αυτής, πελάτες της τελευταίας, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν εισέφεραν στην τελευταία νέους πελάτες, ούτε προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της με τους υπάρχοντες για τους παρακάτω λόγους:
Η εναγομένη (με την εκάστοτε επωνυμία και εταιρική μορφή) δραστηριοποιείται στο χώρο της γαλακτοβιομηχανίας ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και τα προϊόντα της είναι προϊόντα φήμης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στα πλαίσια της επιχειρηματικής της οργάνωσης, η περιοχή που εξυπηρετούσαν οι ενάγοντες ήταν για τον καθένα- αυστηρά προκαθορισμένη από την εναγομένη, όπως και τα ακριβή σημεία πώλησης, ήτοι το πελατολόγιο τους, στο οποίο η εναγομένη είχε ανά πάσα στιγμή πρόσβαση με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω.
Ειδικότερα, με τους πελάτες που έκαναν το μεγαλύτερο τζίρο (super markets) η εναγομένη συνήπτε απευθείας συμβάσεις, χωρίς να υφίσταται περιθώριο για τους ενάγοντες να επηρεάσουν, θετικά ή αρνητικά, τις εν λόγω συμφωνίες, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και ο μάρτυρας τους (εναγόντων) στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ.
σελ. 31 των πρακτικών). Αλλά και με τα σημεία λιανικής πώλησης (retail) αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, για την προώθηση και προαγωγή των πωλήσεων και εν γένει των υποθέσεών της, διέθετε την κατάλληλη υποδομή και προσωπικό (τμήμα πωλήσεων -marketing, επιθεωρητές πωλήσεων), συνεργαζόμενη και με τρίτα πρόσωπα (merchandisers:
οργανωτές σημείου πώλησης, βλ. σχετ. κατάθεση μάρτυρα εναγομένης, σελ. 40 των πρακτικών), τα οποία ήταν επιφορτισμένα ειδικά με το ανωτέρω έργο. Αλλά και με τα σημεία λιανικής πώλησης, στην περίπτωση που κάποιος καταστηματάρχης προσέγγιζε το διανομέα για την έναρξη συνεργασίας με την εναγομένη, αυτός (διανομέας) τον παρέπεμπε στο αντίστοιχο τμήμα αυτής και δε συνήπτε ο ίδιος τη σχετική σύμβαση.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι οι ενάγοντες, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν στην πράξη τη δυνατότητα να προωθήσουν τις πωλήσεις της εναγομένης, δεδομένου ότι η επαφή τους με τα σημεία πώλησης ήταν χρονικά πολύ περιορισμένη στην απαραίτητη συναλλαγή (πώληση - παράδοση), λόγω του ευπαθούς χαρακτήρα των προϊόντων που μετέφεραν και του αυστηρού χρονοδιαγράμματος που έπρεπε να τηρήσουν, ώστε να ολοκληρώσουν επιτυχώς τη διανομή.
Ούτε, εξάλλου, οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν συγκεκριμένους πελάτες που συνεισέφεραν με πρωτοβουλία τους στην πελατεία της εναγομένης, ούτε τον τρόπο που τους προσέλκυσαν, σε δε, επανειλημμένη ερώτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο μάρτυράς τους, ο οποίος είχε και ο ίδιος την ιδιότητα του (πρώην) διανομέα της εναγομένης, τίποτα συγκεκριμένο δεν κατέθεσε για τον τρόπο προσέλκυσης πελατών από τους ενάγοντες, αλλά περιορίσθηκε να αποδώσει αυτή (προσέλκυση - προαγωγή), αορίστως, στις καλές διαπροσωπικές σχέσεις των διανομέων με τους πελάτες, που, ενίοτε, κατέληγαν και σε δημιουργία συγγενικών σχέσεων (γάμοι - κουμπαριές).
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι οι ενάγοντες δε δικαιούνται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι εισέφεραν νέους πελάτες στην εναγομένη, ούτε προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της με τους ήδη υπάρχοντες, κατ' αυτό δε, έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης ποσά ως αποζημίωση πελατείας, και πρέπει αυτή να εξαφανισθεί, καθισταμένου δεκτού του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου εφέσεως, με το οποίο οι εκκαλούσες βάλλουν κατά των ουσιαστικών παραδοχών της (εκκαλουμένης). ...
Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκύπτει, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, γι' αυτό, καθισταμένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, κατά το μέρος αυτού που οι εκκαλούσες στρέφονται κατά της ουσιαστικής κρίσης της εκκαλουμένης απόφασης, πρέπει κρινόμενη η έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να απορριφθεί η αντέφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί και να δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αγωγή (άρθρα 535 παρ 1, 536 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση. ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την αντέφεση των εναγόντων και ήδη αναιρειόντων και δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσιβλήτων και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσία αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων επιδικάσεως στους αποζημίωσης πελατείας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 14 παρ. 4β Ν. 3557/2007, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας με τους υπάρχοντες πελάτες και συνεπώς δεν δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης πελατείας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι οι ενάγοντες, διαθέτοντας την απαιτούμενη υποδομή (βοηθητικό προσωπικό, ιδιόκτητο ΙΧΦ με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, φορητά μηχανογραφικά και ηλεκτρονικά μέσα), παραλάμβαναν κάθε πρωί το ΙΧΦ όχημά τους από τις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου το είχαν σταθμεύσει την προηγούμενη ημέρα, προκειμένου να φορτωθεί με τις ημερήσιες παραγγελίες, και διένειμαν - διέθεταν τα προϊόντα της τελευταίας στα προκαθορισμένα σημεία πώλησης, αυστηρά, εντός της προκαθορισμένης, για τον καθένα τους, περιοχής, β) ότι τα σημεία πώλησης αφορούσαν, είτε μικρές επιχειρήσεις (φούρνοι, περίπτερα, mini markets κ.α.), είτε πολυκαταστήματα και super markets, στα οποία οι ενάγοντες μεταπωλούσαν τα προϊόντα στο όνομα και για λογαριασμό τους, έναντι προμήθειας (αμοιβής) που ανέρχονταν σε ποσοστό 6,2% (και 6,7% το έτος 2008) υπολογιζομένης επί της αξίας των προϊόντων, σε περίπτωση δε που πετύχαιναν τον ετήσιο στόχο πωλήσεων που έθετε η εναγομένη έπαιρναν πρόσθετη αμοιβή με τη μορφή bonus, γ) ότι μετά το πέρας της διανομής, οι ενάγοντες επέστρεφαν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, οπότε, της κατέβαλαν την αξία των προϊόντων που είχαν πωλήσει, αφού αφαιρούσαν το ποσό που αντιστοιχούσε στην κατά τα άνω αμοιβή τους, και ποσοστό που παρακρατούσε η εναγομένη για την κάλυψη τυχόν κυρίων (πχ.
τίμημα προϊόντων), παρεπομένων (πχ. επισκευές οχήματος) ή εμμέσων (πχ. ασφαλιστικές εισφορές) υποχρεώσεων των εναγόντων, δ) ότι κατά ρητή συμφωνία των διαδίκων, τα οχήματα των εναγόντων έφεραν τα χρώματα και σήματα της εναγομένης, ενώ οι ίδιοι διένειμαν στα σημεία πώλησης το αντίστοιχο διαφημιστικό υλικό και φρόντιζαν για τη σωστή τοποθέτησή του, ε) ότι οι ενάγοντες είχαν εφοδιάσει τα ΙΧΦ οχήματά τους με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, προσβάσιμο στην εναγομένη, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο στο οποίο έπρεπε να διανείμουν τα προϊόντα, είχαν δε ρητά αναγνωρίσει ότι οι πελάτες που εξυπηρετούσαν ανήκουν στην εναγομένη και θα παρέμειναν σε αυτή, ακόμη και μετά τη λύση της σύμβασης, στ) ότι η περιοχή που εξυπηρετούσαν οι ενάγοντες ήταν για τον καθένα αυστηρά προκαθορισμένη από την εναγομένη, όπως και τα ακριβή σημεία πώλησης, ήτοι το πελατολόγιο τους, στο οποίο η εναγομένη είχε ανά πάσα στιγμή πρόσβαση, ζ) ότι με τους πελάτες που έκαναν το μεγαλύτερο τζίρο (super markets) η εναγομένη συνήπτε απευθείας συμβάσεις, χωρίς να υφίσταται περιθώριο για τους ενάγοντες να επηρεάσουν, θετικά ή αρνητικά, τις εν λόγω συμφωνίες, η) ότι καθόσον αφορά τα σημεία λιανικής πώλησης η εναγομένη, για την προώθηση και προαγωγή των πωλήσεων και εν γένει των υποθέσεών της, διέθετε την κατάλληλη υποδομή και προσωπικό (τμήμα πωλήσεων -marketing, επιθεωρητές πωλήσεων), συνεργαζόμενη και με τρίτα πρόσωπα (merchandisers:
οργανωτές σημείου πώλησης, τα οποία ήταν επιφορτισμένα ειδικά με το ανωτέρω έργο, στην περίπτωση δε που κάποιος καταστηματάρχης προσέγγιζε το διανομέα για την έναρξη συνεργασίας με την εναγομένη, αυτός (διανομέας) τον παρέπεμπε στο αντίστοιχο τμήμα αυτής, θ) ότι οι ενάγοντες, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν στην πράξη τη δυνατότητα να προωθήσουν τις πωλήσεις της εναγομένης, δεδομένου ότι η επαφή τους με τα σημεία πώλησης ήταν χρονικά πολύ περιορισμένη στην απαραίτητη συναλλαγή (πώληση - παράδοση), λόγω του ευπαθούς χαρακτήρα των προϊόντων που μετέφεραν και του αυστηρού χρονοδιαγράμματος που έπρεπε να τηρήσουν, ώστε να ολοκληρώσουν επιτυχώς τη διανομή, και ι) ότι ούτε οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν συγκεκριμένους πελάτες που συνεισέφεραν με πρωτοβουλία τους στην πελατεία της εναγομένης, ούτε τον τρόπο που τους προσέλκυσαν και πάντως δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο ακόμη και από την κατάθεση του μάρτυρά τους.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού, όπως ο αριθμός των πελατών που υπήρχαν κατά την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων και ο αριθμός αυτών κατά τη λύση της, ούτε τα στοιχεία του τζίρου πωλήσεων κατά την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων και κατά τη λύση της, αφού το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες στην πρώτη αναιρεσίβλητη, ούτε προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της με τους ήδη υπάρχοντες, θεμελιώνουν οι πιο πάνω παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες η περιοχή που εξυπηρετούσαν οι αναιρεσείοντες ήταν για τον καθένα αυστηρά προκαθορισμένη από την πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως και τα ακριβή σημεία πώλησης, ήτοι το πελατολόγιο τους, ότι με τους πελάτες που έκαναν το μεγαλύτερο τζίρο (super markets) η πρώτη αναιρεσίβλητη συνήπτε απευθείας συμβάσεις, χωρίς να υφίσταται περιθώριο για τους αναιρεσείοντες να επηρεάσουν, θετικά ή αρνητικά, τις εν λόγω συμφωνίες, και ότι, ακόμη και για τα σημεία λιανικής πώλησης, η πρώτη αναιρεσίβλητη, για την προώθηση και προαγωγή των πωλήσεων και εν γένει των υποθέσεών της, διέθετε την κατάλληλη υποδομή και προσωπικό (τμήμα πωλήσεων - marketing, επιθεωρητές πωλήσεων), συνεργαζόμενη και με τρίτα πρόσωπα, τα οποία ήταν επιφορτισμένα ειδικά με το ανωτέρω έργο.
Οι παραδοχές αυτές είναι σαφές ότι αναφέρονται σε όλο το χρονικό διάστημα διάρκειας των συμβάσεων των αναιρεσειόντων, η έναρξη του οποίου προσδιορίζεται εξ αρχής για την 1.5.2000 ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και την 20.6.1989 για τον δεύτερο και η λήξη του κατά τα έτη 2008 και 2007, αντίστοιχα, και όχι σε ορισμένη χρονική περίοδο και δη την τελευταία πριν από τη λύση της συνεργασίας τους πενταετία.
Πλεοναστικά δε αναφέρεται, σε σχέση με τα σημεία λιανικής πώλησης, ότι στην περίπτωση που κάποιος καταστηματάρχης προσέγγιζε το διανομέα για την έναρξη συνεργασίας με την πρώτη αναιρεσίβλητη, αυτός (διανομέας) τον παρέπεμπε στο αντίστοιχο τμήμα αυτής και δε συνήπτε ο ίδιος τη σχετική σύμβαση, χωρίς πάντως να γίνεται δεκτό έστω και εμμέσως ότι οι αναιρεσείοντες εισέφεραν νέους πελάτες από σημεία λιανικής πώλησης.
Αντίθετα, ρητά γίνεται δεκτό ότι οι ενάγοντες δεν είχαν στην πράξη τη δυνατότητα να προωθήσουν τις πωλήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης και, πάντως, ότι αυτοί ούτε επικαλέσθηκαν συγκεκριμένους πελάτες που συνεισέφεραν με πρωτοβουλία τους στην πελατεία της εναγομένης και τον τρόπο που τους προσέλκυσαν, ούτε αποδείχθηκε κάτι τέτοιο.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα δύο πρώτα σκέλη του οποίου (υπό στοιχ. Β. αρ. 1 υποστ. α' - ζ' και Β. αρ. 2 υποστ. α' - ζ') οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδρομής ή μη της απαιτούμενης για την επιδίκαση της αιτηθείσας από αυτούς αποζημίωσης πελατείας προϋπόθεσης της εισφοράς νέων πελατών ή της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 2/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (υπό στοιχ. Β αρ. 3 α, β και γ) και το τέταρτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως (υπό στοιχ. Β αρ. 4 στοιχ. α, υποστοιχ. αα και ββ), από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του πορίσματος και κρίσεως ότι αυτοί δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες, δεν έλαβε υπόψη τους παρακάτω ουσιώδεις θεμελιωτικούς της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας ισχυρισμούς τους, που διαλαμβάνονταν στην αγωγή και επαναφέρθηκαν και στο Εφετείο, και δη, καθόσον μεν αφορά την εισφορά νέων πελατών, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν διερεύνησε:
α) τον ισχυρισμό ότι η ίδια η σύμβαση διαλάμβανε την υπό στοιχ. V3.2. ρήτρα περί μη δικαιώματος αποζημίωσης του συνεργάτη ακόμη κι αν πρόκειται για πελάτες που αυτός έχει φέρει στην εταιρία, από την οποία ρήτρα προκύπτει αναμφίβολα, ότι στα καθήκοντα των εναγόντων ήταν και η ανεύρεση πελατών, β) τον ισχυρισμό ότι καθοριστική είναι η συμβολή των διανομέων στην πρώτη προσέγγιση του πελάτη, τον οποίο και πείθουν να αγοράσει τα προϊόντα της εναγομένης και γ) τον ισχυρισμό ότι η εύρεση νέων πελατών ήταν στα καθήκοντα των διανομέων και ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη εκπαίδευε τους διανομείς για τον εντοπισμό και την προσέλκυση πελατείας, καθόσον δε αφορά την σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν διερεύνησε:
α) τον ισχυρισμό ότι, κατά τη συμφωνία των μερών, ο κάθε διανομέας δεν περιοριζόταν μόνο στην επίσκεψη των σημείων πώλησης που έκανε διανομή, αλλά και σε όλους τους πελάτες, και β) τον ισχυρισμό ότι αυτοί προήγαγαν σημαντικά τα συμφέροντα της εναγομένης, αφού αύξησαν το τζίρο πωλήσεων στα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσά.
Επικουρικά και δη υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς περί σημαντικής προαγωγής των υποθέσεως της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες, με το υπό στοιχ. β του τέταρτου σκέλους του αυτού ως άνω λόγου αναιρέσεως μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ψευδούς ερμηνείας του άρθρου 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991, ισχυριζόμενοι ότι η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων καταφάσκεται σε περίπτωση αύξησης του τζίρου των πωλήσεων κατά ποσοστό 10-30%, ανάλογα με τη θέση του αντιπροσωπευόμενου και τις ειδικές περιστάσεις, αλλά και όταν δημιουργείται εν δυνάμει πελατεία, εν προκειμένω δε η αύξηση του τζίρου υπερέβαινε το 100% και συνεπώς έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ότι καταφάσκεται η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά τα κύρια σκέλη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα περιστατικά αυτά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, πλην του υπό στοιχ. β για τη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες, δεν συνιστούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να αποδοθεί η σχετική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον κάθε ένα από αυτά τα περιστατικά, αφηρημένως λαμβανόμενο, δεν οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, αλλά πρόκειται κατ' ουσίαν για επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την παραδοχή της αγωγής τους, αντλούμενα από τα επικαλούμενα από αυτούς αποδεικτικά μέσα και την αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων όλους τους άνω προβληθέντες ισχυρισμούς, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν εισέφεραν νέους πελάτες και δεν προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με τους παλαιούς πελάτες.
Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του, σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσείοντες δεν είχαν στην πράξη τη δυνατότητα να προωθήσουν τις πωλήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η επαφή τους με τα σημεία πώλησης ήταν χρονικά πολύ περιορισμένη στην απαραίτητη συναλλαγή (πώληση - παράδοση), λόγω του ευπαθούς χαρακτήρα των προϊόντων που μετέφεραν και του αυστηρού χρονοδιαγράμματος που έπρεπε να τηρήσουν, ώστε να ολοκληρώσουν επιτυχώς τη διανομή, δεν πληρούσαν το πραγματικό της και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Επομένως, ο ίδιος αυτός λόγος είναι απορριπτέος και κατά το άνω επικουρικό του σκέλος. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει και περίπτωση παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ, περί της ερμηνείας του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, όπως αβάσιμα ζητούν οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.
γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.
ΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το έκτο (αληθώς πέμπτο) σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως (υπό στοιχ. Β αρ. 6 υποστ. α και β) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι υπάρχει αμφιβολία, α) αν το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη εισφοράς νέων πελατών, έλαβε πράγματι υπόψη του και συνεκτίμησε και το αντίγραφο του από 20.11.1995 οδηγού (τετραδίου) από εκπαιδευτικό πρόγραμμα (σεμινάριο), από το οποίο αποδεικνύεται ότι η εναγομένη οργάνωνε εκπαιδευτικά σεμινάρια για τους διανομείς και ότι στο εν λόγω φυλλάδιο τονίζεται ότι ο συνεργάτης είναι πωλητής επιχειρηματίας και όχι απλώς διανομέας και ακόμη διαλαμβάνονται τα καθήκοντά του, που μεταξύ άλλων είναι να εντοπίζει καινούριους πελάτες και νέα σημεία πώλησης, και β) αν το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη σημαντικής προώθησης των συμφερόντων της εναγομένης και αύξησης των πωλήσεων με τους παλαιούς πελάτες, έλαβε πράγματι υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα για τον καθένα έγγραφα και δη αντίγραφα εκκαθάρισης των ετών 2001-2007 και αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων και καταστάσεων, από τη συνεκτίμηση των οποίων αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσείοντες πραγματοποιούσαν κατά τα επίδικα έτη τζίρο άνω του διπλασίου.
Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα που, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, παραδεκτά προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1282/2018).
Ωσαύτως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 644/2015, ΑΠ 701/2008). Σε περίπτωση, δε, που το δικαστήριο δεν ερεύνησε νόμιμα προταθέντα ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 και όχι από τον αρ. 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2084/ 2007).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως, και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Ειδικότερα, έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019).
Τέλος, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα εν λόγω ζητήματα (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο υφίσταται για προδικαστικό ζήτημα που κρίνεται παρεμπιπτόντως και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος.
Ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου, από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια.
Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1599/2021).
Το δεδικασμένο του άρθρου 331 ΚΠολΔ δεν αφορά ούτε πραγματικά περιστατικά ούτε βέβαια αξιολογικές κρίσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται μόνο σε δικαίωμα που κρίθηκε (άρθρο 324 ΚΠολΔ). Η κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ αυτοτελής κάλυψη του προδικαστικού ζητήματος εναρμονίζεται με τη ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ στο μέτρο που προδικαστικό ζήτημα στην έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ αποτελούν μόνον οι προδικαστικές έννομες συνέπειες (και όχι τυχόν πραγματικά γεγονότα ή νομικές έννοιες κ.λπ.), κατά τον ίδιο ακριβώς λόγο που σύμφωνα με τη βασική ρύθμιση του άρθρου 322 ΚΠολΔ αντικείμενο του δεδικασμένου γενικώς μπορούν να αποτελέσουν μόνον έννομες σχέσεις (ΑΠ 108/2019).
Αντίθετα, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο τα κριθέντα πλεοναστικώς ζητήματα (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (υπό στοιχ. Α αρ. 1), προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από τις υπ' αριθ. 5167/2011 και 6254/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα της συμβολής των ιδίων στην επέκταση και προαγωγή των υποθέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης, κρίνοντας, εσφαλμένως, ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα αυτό.
Επικουρικά και δη υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 550 αρ. 16 ΚΠολΔ, μέμφονται, με το δεύτερο σκέλος του αυτού πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (υπό στοιχ. Α αρ. 2), την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στην πληρότητά τους όλες τις αναγκαίες παραδοχές των άνω τελεσίδικων αποφάσεων, οι οποίες λόγω του παραχθέντος δεδικασμένου το δέσμευαν.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι υπ' αριθ. 6254/2011 και 5167/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκαν μεταξύ των διαδίκων της κρινόμενης αγωγής (η 6254/2011 αφορά τον πρώτο ενάγοντα και η 5167/2011 τον δεύτερο), με την ίδια ιδιότητα (εναγόντων - εναγομένης - προσθέτως παρεμβαίνουσας) επί αγωγών με αιτήματα:
α) την καταβολή στους ενάγοντες της διαφοράς μεταξύ της εύλογης αμοιβής και αυτής που πράγματι τους καταβλήθηκε από την εναγομένη, δυνάμει της έννομης σχέσης που τους συνέδεε (άρθρ. 178, 179, 288, 919 ΑΚ, 2α Ν.703/1977 και 5 παρ.2 ΠΔ 219/1991) και, β) την επιδίκαση στους ενάγοντες των διαφυγόντων κερδών που απώλεσαν λόγω της άκαιρης καταγγελίας των συμβάσεών τους από την εναγομένη (άρθρο 9 ΠΔ 219/1991).
Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, απορρίφθηκε το αίτημα καταβολής της διαφοράς μεταξύ της εύλογης αμοιβής και αυτής που καταβλήθηκε στους ενάγοντες, κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης, αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα έγινε απρόθεσμα και του επιδικάσθηκε αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών, ενώ αναφορικά με το δεύτερο ενάγοντα κρίθηκε ότι η σύμβαση έληξε συναινετικά απορριπτομένου του αντίστοιχου αιτήματος του.
Ειδικότερα, με τις άνω τελεσίδικες αποφάσεις κρίθηκε ότι οι συμβάσεις που είχαν καταρτίσει οι αναιρεσείοντες με την πρώτη αναιρεσίβλητη είχαν το χαρακτήρα των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, στις οποίες εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, με τις ακόλουθες, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα, πανομοιότυπες παραδοχές: "...
Στην πράξη, οι άνω συμβάσεις λειτουργούσαν ως εξής: Οι ενάγοντες, διαθέτοντας την προς διανομή των προϊόντων της ... υποδομή (επαγγελματική πείρα, κεφάλαια, κατάλληλο βοηθητικό προσωπικό (συνήθως ένα βοηθό), ιδιόκτητο φορτηγό αυτοκίνητο εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο, και ψυκτικό μηχάνημα, (το οποίο, σε περίπτωση που δεν διέθεταν, φρόντιζε να τους εξασφαλίσει η εναγομένη με δαπάνες τους), δικά τους μηχανογραφικά-ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και λογιστική υποστήριξη, παραλάμβαναν καθημερινά το συντηρούμενο με δαπάνες τους, φορτηγό αυτοκίνητο τους από της εγκαταστάσεις της ..., το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με προϊόντα της, η ποσότητα και το είδος των οποίων προσδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα από τον κάθε ενάγοντα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ίδιο ανάγκες των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετούσε.
Ακολούθως, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα άνω προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους, στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες, που τους υποδείκνυε η εναγομένη. Η τελευταία εξέδιδε στο όνομα των εναγόντων πιστωτικό τιμολόγιο για τα προϊόντα που παραλάμβανε ο καθένας κάθε πρωί, στο οποίο η αξία των προϊόντων ήταν μειωμένη κατά ποσοστό 6,2% από την προ ΦΠΑ αξία, στην οποία θα τα μεταπωλούσαν οι ενάγοντες, στην τιμή μεταπώλησης, που καθόριζε η εναγομένη.
Το ως άνω ποσοστό (6,2%) αντιστοιχούσε στη συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγόντων για τις, εκ μέρους του παρεχόμενες στην εναγομένη υπηρεσίες, επιπλέον δε η τελευταία, χορηγούσε σ' αυτούς πρόσθετη αμοιβή (bonus) σε περίπτωση επίτευξης των τιθέμενων από την ίδια, δι` εγκυκλίων της, στόχων πωλήσεων. Στη συνέχεια, καθένας των εναγόντων ξεκινούσε το δρομολόγιό του για να διαθέσει τα προϊόντα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πώλησης, που η ίδια είχε υποδείξει, όπου και μεταπωλούσε αυτά, στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του, συνεπικουρούμενος από ένα βοηθό.
Μετά το πέρας κάθε ημερήσιου δρομολογίου, καθένας των εναγόντων, επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητο του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, προκειμένου αυτό να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα της επόμενης ημέρας. Παράλληλα, απέδιδε καθημερινά στην εναγομένη λογαριασμό για τις ημερήσιες διανομές και τις εισπράξεις από την πώληση των προϊόντων είτε με μετρητά που εισέπραττε από τους μικροπωλητές, είτε με μεταχρονολογημένες επιταγές (προκειμένου για τις πωλήσεις σε μεγάλα σούπερ μάρκετ, αλυσίδες καταστημάτων κλπ), τις οποίες παρέδινε αυθημερόν στην εναγομένη μαζί με τα δελτία παραγγελιών για την επόμενη ημέρα διανομής.
Κατά την εξέλιξη της προαναφερόμενης συνεργασίας, οι ενάγοντες είχαν αναλάβει, μεταξύ άλλων, και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) να μεριμνούν ώστε τα χρησιμοποιούμενα από τους ίδιους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους IX φορτηγά αυτοκίνητα να φέρουν τα χρώματα και τα σήματα της εναγομένης, καθώς και να είναι εφοδιασμένα με φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο ήταν καταχωρημένο το πελατολόγιο τους και στον οποίο είχε πρόσβαση η εναγομένη, β) να διακινούν τα προϊόντα της εναγομένης αυστηρά μόνο μέσα στα όρια της περιοχής που τους είχε ανατεθεί, γ) να διακινούν όλα τα προϊόντα της εναγομένης και ιδίως να προωθούν τα εκάστοτε νέα προϊόντα της, καθώς και εκείνα για τα οποία γινόταν ειδική προς τούτο αναφορά στις κατά καιρούς εγκυκλίους της, δ) να επισκέπτονται τακτικά τους πελάτες τους, να συνεννοούνται με αυτούς και να επιβλέπουν τα σημεία πώλησης, ε) να μην συνεργάζονται με ανταγωνιστές της εναγομένης και να μην την ανταγωνίζονται εν γένει στην περιοχή που τους είχε ανατεθεί, τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της, στ) να επιβαρύνονται οι ίδιοι με τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησης τους όπως τα έξοδα απόκτησης, κίνησης, συντήρησης και ασφάλισης του φορτηγού αυτοκινήτου τους, τις αμοιβές και την ασφάλιση του προσωπικού τους κλπ, ζ) να ευθύνονται, εφόσον οι εξυπηρετούμενοι από τους ίδιους πελάτες πλήρωναν μέσω αξιόγραφων για την πλήρη εξόφληση αυτών από τους πελάτες μέχρι την πραγματική είσπραξη των αντίστοιχων ποσών από την εναγομένη και η) να επιστρέφουν στην εναγομένη όσα προϊόντα δεν είχαν κατορθώσει να διαθέσουν, καθώς και όσα από αυτά είχε λήξει η ημερομηνία ανάλωσης τους, επιβαρυνόμενοι οι ίδιοι με το κόστος των επιστρεφόμενων προϊόντων, τα οποία ήταν από υπαιτιότητα τους κατεστραμμένα, φθαρμένα, μη σωστά συντηρημένα και γενικότερα ακατάλληλα προς πώληση, εξαιρουμένης της περίπτωσης των ληγμένων προϊόντων.
Έτσι, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μεταξύ των διαδίκων, συνεργασίας, ήταν τα εξής: α) οι ενάγοντες προμηθεύονταν κατ` αποκλειστικότητα τα προϊόντα της εναγομένης, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσαν σε τρίτους πελάτες, στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό, β) οι ίδιοι ήταν σε σχέση με την εναγομένη ανεξάρτητοι επαγγελματίες με δική τους υποδομή, φέροντες το βάρος των λειτουργικών εξόδων των επιχειρήσεων τους, ενταγμένοι στο δίκτυο της εμπορικής οργάνωσης της τελευταίας για την προώθηση των προϊόντων, της, γ) τελούσαν σε έντονη επιχειρησιακή εξάρτηση, από την εναγομένη, η οποία προκαθόριζε το δρομολόγιο και το πελατολόγιό τους, την ανώτατη τιμή μεταπώλησης την ανώτατη τιμή μεταπώλησης των προϊόντων τους, αλλά και το ποσοστό αμοιβής τους, δ) συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της εναγομένης και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό αυτής, ε) είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την εναγομένη τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όσο και για ένα έτος μετά τη λύση της, στ) το πελατολόγιό τους ήταν σε γνώση της εναγομένης, καθόσον αυτή προσδιόριζε τα σημεία λιανικής πώλησης, μετά δε τη λύση των συμβάσεων είχε συμφωνηθεί να περιέρχεται τούτο σ`αυτή και ζ) η αμοιβή τους καθοριζόταν σε ποσοστό επί των πωλήσεων και επιπλέον λάμβαναν πρόσθετη αμοιβή σε περίπτωση επίτευξης του ετήσιου στόχου πωλήσεων.
Με βάση τα παραπάνω, οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, της οποίας αποδείχθηκε, ότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και ειδικότερα αυτά, της μεταπώλησης από τους ως άνω διανομείς των, κατ` αποκλειστικότητα, αγοραζομένων από την εναγομένη, προϊόντων σε τρίτους πελάτες στο όνομα τους και για δικό τους λογαριασμό (διανομέων) και της υποχρέωσης των διανομέων, να ακολουθούν τις οδηγίες της εναγομένης ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτουν προσωπικό για τις πωλήσεις και να διαφημίζουν το σήμα της εναγομένης, διατηρώντας με δικά τους έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή.
Παράλληλα οι ενάγοντες (διανομείς) ενεργούσαν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της αντισυμβαλλομένης του κατά τα προαναφερθέντα, επιτελώντας σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενοι με το δίκτυο πωλήσεων της εναγομένης, ανέλαβαν την υποχρέωση να μην ανταγωνίζονται την αντισυμβαλλόμενη τους εναγομένη, το πελατολόγιο τους, ήταν σε γνώση της τελευταίας και μάλιστα, μετά τη λύση.
της σύμβασης διανομής, περιέρχονταν οι πελάτες τους σ αυτή, ενώ τα οικονομικά τους οφέλη (προμήθειες και bonus) ήταν όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Ενόψει αυτών στις επίδικες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων"....". Μετά την έκδοση των αποφάσεων αυτών συζητήθηκε η ένδικη από 13.5.2010 αγωγή, με την οποία οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να τους επιδικασθεί αποζημίωση πελατείας, αξίωση που δεν είχαν ασκήσει με τις προηγούμενες αγωγές τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 5832/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε κατ' αρχάς ότι από τις προαναφερθείσες τελεσίδικες αποφάσεις προκύπτει δεδικασμένο ως προς το χαρακτήρα των επίδικων συμβάσεων των εναγόντων ως συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και ως προς τις συνθήκες λύσεώς τους, ερευνήθηκε κατόπιν η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας και έγινε τελικά εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των 8.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως αποζημίωση πελατείας, αφού έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες συνέβαλαν στη δημιουργία και τη συντήρηση μιας σταθερής πελατείας που παρέμεινε στην εναγομένη.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την από 30.4.2015 έφεση, με τον πρώτο λόγο της οποίας ισχυρίσθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, καθόσον παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από τις 6254/2011 και 5167/2011 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, δεχόμενο α) ότι οι ενάγοντες εξεύρισκαν νέους πελάτες για λογαριασμό των εκκαλουσών και προήγαγαν τις υποθέσεις τους με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες, και β) ότι οι εν λόγω συμβάσεις που συνέδεαν του διαδίκους λύθηκαν χωρίς υπαιτιότητα των εναγόντων.
Οι ενάγοντες προς απόκρουση της έφεσης της εναγομένης, επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους το παραχθέν από τις άνω τελεσίδικες αποφάσεις δεδικασμένο ως προς τα άνω ζητήματα. Το Εφετείο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής "Οι 6254/2011 και 5167/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκαν μεταξύ των διαδίκων της κρινόμενης αγωγής (η 6254/2011 αφορά τον πρώτο ενάγοντα, η 5167/2011 το δεύτερο), με την ίδια ιδιότητα (εναγόντων - εναγομένης - προσθέτως παρεμβαίνουσας) επί αγωγών με αιτήματα :
α) την καταβολή στους ενάγοντες της διαφοράς μεταξύ της εύλογης αμοιβής και αυτής που πράγματι τους καταβλήθηκε από την εναγομένη, δυνάμει της έννομης σχέσης που τους συνέδεε (άρθρ. 178, 179, 288, 919 ΑΚ, 2α Ν.703/Ι977 και 5 παρ.2 ΠΔ 219/1991) και, β) την επιδίκαση στους ενάγοντες των διαφυγόντων κερδών που απώλεσαν λόγω της άκαιρης καταγγελίας των συμβάσεών τους από την εναγομένη (άρθρο 9 ΠΔ 219/1991)...
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις, αφού κρίθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, απορρίφθηκε το αίτημα καταβολής της διαφοράς μεταξύ της εύλογης αμοιβής και αυτής που καταβλήθηκε στους ενάγοντες, κρίθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης, αναφορικά με τον πρώτο ενάγοντα έγινε απρόθεσμα και του επιδικάσθηκε αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών, ενώ αναφορικά με το δεύτερο ενάγοντα κρίθηκε ότι η σύμβαση έληξε συναινετικά απορριπτομένου του αντίστοιχου αιτήματος του.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της απόφασης, το Δικαστήριο τούτο (όπως και το Πρωτοβάθμιο) δεσμεύεται από τις κρίσεις των ανωτέρω τελεσίδικων αποφάσεων, μόνο στο βαθμό που τα εκδόντα αυτές Δικαστήρια έκριναν -επί της ουσίας- επί προδικαστικών ζητημάτων που στήριξαν την απαγγελθείσα από αυτά έννομη συνέπεια, και ταυτόχρονα αυτά (προδικαστικά ζητήματα) αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την κατάφαση ή μη του δικαιώματος που κατάγεται προς κρίση στη δίκη ετούτη, και συγκεκριμένα, το Δικαστήριο τούτο δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους ως συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και τις συνθήκες καταγγελίας αυτών, ζητήματα που το Δικαστήριο τούτο εμποδίζεται να επανακρίνει.
Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι οι συμβάσεις συνεργασίας που συνέδεαν του διαδίκους ήταν συμβάσεις διανομής και λύθηκαν άνευ υπαιτιότητας των εναγόντων, κρίσεις για τις οποίες δεσμευόταν από το δεδικασμένο που απέρρεε από τις 6254/2011 και 5167/2011 προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούσες, ενώ, αναφορικά με την κρίση του ότι οι ενάγοντες συνέβαλαν στην επέκταση και προαγωγή των υποθέσεων της εναγομένης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δε δεσμευόταν από αντίστοιχο δεδικασμένο, αφού η κρίση αυτή ήταν πλεοναστική και μη αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης στα πλαίσια των δικών επί των οποίων εκδόθηκαν οι τελεσίδικες 6254/2011 και 5167/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, απορριπτομένων όσων αντιθέτων υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου εφέσεως".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 KΠολΔ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, καθόσον οι ως άνω παραδοχές των προαναφερθεισών τελεσίδικων αποφάσεων ήταν αναγκαίες για την κρίση ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και ότι επ' αυτών εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, όχι δε και για την συνδρομή ή μη των ειδικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη γέννηση της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας, η οποία αξίωση δεν είχε καταχθεί στη δίκη εκείνη, με συνέπεια να μη δημιουργείται δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη αξίωση.
Ειδικότερα, η κρίση των άνω τελεσίδικων αποφάσεων περί συμβολής των εναγόντων στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, δεν αποτελεί, παρά τα αντιθέτως από τους αναιρεσείοντες προβαλλόμενα, δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της τελευταίας, ενόψει του ότι στη μεταγενέστερη ένδικη δίκη δεν κρίθηκε στην ουσία η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό της προγενέστερης αποφάσεως και η επ` αυτών κρίση δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του ζητήματος της μεταγενέστερης ένδικης δίκης (αξίωση των αναιρεσειόντων για καταβολή αποζημίωσης πελατείας).
Η αναφορά ότι οι ενάγοντες συνέβαλαν στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, μεριμνώντας για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της, διαφημίζοντας με τα αυτοκίνητά τους το σήμα της εναγομένης και διανέμοντας το διαφημιστικό υλικό αυτής, γίνεται στα πλαίσια της έρευνας των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων για την πρόσδοση σ' αυτές του χαρακτήρα των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και της περαιτέρω αναλογικής επ' αυτών εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, παραδοχή όμως που δεν δημιουργεί δεδικασμένο και για την ένδικη μεταγενέστερη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της τελευταίας, στην οποία ερευνητέον ήταν η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 2919/1991.
Πολύ περισσότερο που, όπως προαναφέρθηκε, βασικά στοιχεία για το χαρακτηρισμό μίας σύμβασης ως σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, ενώ τα δεκτά γενόμενα με τις άνω τελεσίδικες αποφάσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και το προαναφερθέν περί συμβολής των εναγόντων στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, απαιτούνται για την κρίση περί της ένταξης των εναγόντων στο τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της εναγομένης και συνακόλουθα την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991.
Άλλωστε, και κατά τις ίδιες ως άνω παραδοχές των εν λόγω τελεσίδικων αποφάσεων, οι ενάγοντες αγόραζαν από την εναγομένη τα σχετικά προϊόντα, τα οποία μεταπωλούσαν στη συνέχεια στο όνομα και για λογαριασμό τους, στα σημεία λιανικής πώλησης και σε πελάτες που τους υποδείκνυε η εναγομένη, η δε συμβολή αυτών στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης συνδέεται μόνο με τη μέριμνα των εναγόντων για την καλή εμφάνιση των σημείων λιανικής πώλησης των προϊόντων της εναγομένης, τη διαφήμιση με τα αυτοκίνητά τους του σήματος της εναγομένης και τη διανομή του διαφημιστικού υλικού αυτής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο (επικουρικά προβαλλόμενο) σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην άνω κρίση του, έλαβε υπόψη του τις παραδοχές των άνω προαναφερθεισών τελεσίδικων αποφάσεων για να καταλήξει, όμως, ότι από αυτές δεν συνάγεται δεδικασμένο ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Οκτωβρίου 2020 αίτηση των: 1) Ι. Π. του Κ. και 2) Ν. Ν. του Π., για αναίρεση της με αριθμό 2160/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ