Supreme Court dismisses appeal on contract termination and payment calculation, upholding lower court's factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court misinterpreted a specific clause concerning fees and contract termination, while the respondent maintained the judgment correctly applied the agreement's terms. The court rejected the appeal because the disputed issue involved the lower court's non-reviewable evaluation of facts and evidence, rendering the appeal arguments inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7δ ν. 2190/1920; Art. 559 ΚΠολΔ: The Supreme Court lacks jurisdiction to review the lower court's evaluation of facts and evidence regarding contract interpretation and liability, such as determining whether a contract was terminated without serious cause or calculating fees based on budget completion percentages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 483 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 483/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ. ΕΠΕ" και ήδη Σ. ΑΕ, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Τζαμαλούκα, ο οποίος ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης ... δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 369/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2017 μη οριστική και 80/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 80/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις, εξαφανίστηκε η προσβληθείσα με αριθ. 369/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και έγινε εν μέρει δεκτή η από ...
αγωγή της ενάγουσας και νυν αναιρεσίβλητης ως προς τον πρώτο εναγόμενο και νυν αναιρεσείοντα και υποχρεώθηκε μόνος αυτός να της καταβάλει το ποσό των 117.167,78 ευρώ νομιμοτόκως, καθώς και τον αναλογούντα κατά το χρόνο καταβολής ΦΠΑ, "ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 26.948,59 ευρώ". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις ...
και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πατρών στις ... (άρθ. 147 § 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ), ενώ καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 7δ του ν. 2190/1920, που προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986 (προς εναρμόνιση με την Οδηγία 68/151/ΕΟΚ), πρόσωπα που έχουν ενεργήσει στο όνομα υπό ίδρυση εταιρίας ευθύνονται για τις πράξεις αυτές απεριόριστα και σε ολόκληρο.
Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρία για τις πράξεις που έγιναν ρητά στο όνομά της κατά το ιδρυτικό στάδιο εάν, μέσα σε τρεις μήνες από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές τις πράξεις. Η προθεσμία των τριών μηνών δεν είναι αποκλειστική, δηλαδή η Α.Ε. μπορεί να αναλάβει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και μετά την παρέλευση του τριμήνου, οπότε ευθύνεται τόσο η ίδια όσο και οι ιδρυτές σε ολόκληρο.
Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν για την Α.Ε., οι ιδρυτές της και κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή και πριν από την κατάρτιση του καταστατικού της. Η δήλωση της βούλησης της εταιρίας για ανάληψη των άνω υποχρεώσεων μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η Α.Ε.
εκπληρώνει προϊδρυτικές υποχρεώσεις των ιδρυτών της. Οι διατάξεις του άρθρου 23α §§ 1 και 2 του ν. 2190/1920, κατά τις οποίες η αναφερόμενη σ' αυτές έγκριση δίδεται πριν από τη σύναψη των συμβάσεων, δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, που αφορά σε συμβάσεις που συνάπτονται κατά το ιδρυτικό ή προϊδρυτικό στάδιο της Α.Ε. (ΑΠ 724/2015, ΑΠ 747/2011, ΑΠ 778/2006, ΑΠ 709/1998).
Ειδικότερα, η δημιουργία της ανώνυμης εταιρίας εμφανίζεται ως σύνθετη νομική ενέργεια, η οποία περιλαμβάνει διαδοχικές πράξεις ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου. Αρχίζει από την υπογραφή του καταστατικού και ολοκληρώνεται με την τήρηση των διατυπώσεων συστατικής και δηλωτικής δημοσιότητος: αφενός την καταχώριση της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της ΑΕ και την έγκριση του καταστατικού της στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών (ΜΑΕ), οπότε αποκτά η εταιρία νομική προσωπικότητα (άρθ. 7β § 10 ν.2190/1920), αφετέρου τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Συνεπώς, κατά το ιδρυτικό στάδιο δεν υπάρχει εταιρία, ούτε καν ως πυρήνας εν εξελίξει, αλλά απλώς ανώνυμη εταιρία υπό ίδρυση. Την άποψη αυτή φαίνεται να υιοθετεί και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7δ του ν. 2190/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 7β § 10. Το ιδρυτικό στάδιο ορίζεται ως το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της σύναψης του καταστατικού και της καταχώρισης στο οικείο ΜΑΕ.
Το χρονικό διάστημα που προηγείται της κατάρτισης του ιδρυτικού συμβολαιογραφικού εγγράφου, καλείται προϊδρυτικό. Μεταξύ των ιδρυτών δημιουργείται εταιρική σχέση: η ένωση δηλ. των ιδρυτών αποτελεί εταιρία του αστικού δικαίου, η οποία έχει ως σκοπό την ίδρυση της ανώνυμης εταιρίας. Την ύπαρξη δεσμού μεταξύ των ιδρυτών αποδέχεται και το άρθρο 7δ, το οποίο προβλέπει την απεριόριστη και εις ολόκληρο ευθύνη τους για πράξεις που ενεργούν στο όνομα της υπό ίδρυση ανώνυμης εταιρίας.
Η ιδρυτική αυτή εταιρία διέπεται καταρχήν από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. ΑΚ, μπορεί δε να χαρακτηρισθεί ως ομόρρυθμη, αν ασκεί κατά σύστημα εμπορική δραστηριότητα, έστω και αν προωθεί παράλληλα τον αρχικό της σκοπό για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας. Τούτο είναι συνεπές προς την αρχή του κλειστού αριθμού των εμπορικών εταιριών αλλά και την ανάγκη προστασίας των τρίτων που συναλλάσσονται με την εταιρία.
Η ιδρυτική εταιρία δεν ταυτίζεται με την ανώνυμη εταιρία που θα ιδρυθεί, ούτε η τελευταία αποτελεί νομική συνέχεια της ιδρυτικής εταιρίας με την έννοια της μεταβολής μόνο της νομικής ταυτότητος. Τούτο επιβεβαιώνεται από τον κανόνα που θέτει η διάταξη του άρθρου 7δ ν.2190/1920 περί μη ευθύνης της εταιρίας για τα χρέη που γεννήθηκαν στο ιδρυτικό στάδιο.
Έτσι, η ως άνω διάταξη θέτει δύο κανόνες σχετικά με την τύχη των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από τους ιδρυτές εις βάρος της ανώνυμης εταιρείας: αφενός της απεριόριστης και εις ολόκληρον ευθύνης των προσώπων που ενήργησαν κατά το ιδρυτικό στάδιο πράξεις στο όνομα της εταιρίας, αφετέρου της έλλειψης ευθύνης της ανώνυμης εταιρείας για τις πράξεις αυτές.
Ωστόσο, η ίδια διάταξη προβλέπει τη δυνατότητα ανάληψης από την ανώνυμη εταιρεία των υποχρεώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης. Ως ιδρυτές νοούνται τα πρόσωπα που υπογράφουν το καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας. Ωστόσο, η διάταξη του 7δ δεν καθιερώνει ευθύνη όλων των ιδρυτών αλλά αυτών που ενήργησαν "στο όνομα της εταιρίας".
Ως τέτοιοι θεωρούνται μόνο εκείνοι που ασκούν διαχειριστική δραστηριότητα στο όνομα της εταιρίας και όχι οι απλοί ιδρυτές που συμμετείχαν στην κατάρτιση του καταστατικού, και τούτο διότι εκείνος που ενεργεί στο όνομα της εταιρίας παρέχει με τη δράση του την εμπιστοσύνη και την εγγύηση προς τον τρίτο συμβαλλόμενο ότι η δικαιοπραξία θα εκτελεστεί.
Με τον τρόπο αυτό προστατεύονται σε κάθε περίπτωση οι τρίτοι διότι, ακόμη και αν δεν υπεισέλθει στην έννομη σχέση η ανώνυμη εταιρεία, θα ευθύνεται πάντα ο ιδρυτής για την εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ανώνυμη εταιρία δεν ευθύνεται και για τις πράξεις που έλαβαν χώρα κατά το προϊδρυτικό στάδιο, δηλαδή πριν την κατάρτιση του καταστατικού της εταιρίας, εφόσον δεν ανέλαβε αυτές μέσα σε τρεις μήνες από την απόκτηση νομικής προσωπικότητας, και συνεπώς μια τέτοια συναλλαγή δεσμεύει προσωπικά τον ή τους συμβληθέντες (μελλοντικούς) ιδρυτές, οι οποίοι και νομιμοποιούνται παθητικά στη δίκη επί της σχετικής αγωγής λόγω μη εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1542/2022, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η τότε ενάγουσα και νυν αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι στις ..., συνάφθηκε μεταξύ αυτής νομίμως εκπροσωπουμένης και του α' εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος το από ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αυτός συμβλήθηκε ατομικώς, καθόσον δεν ήταν ακριβής η δήλωσή του περί του ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.
Β. Κ. Ε. Ε. Π. Κ. Ε. Μ. Α. Π.", στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας αναφερόταν ότι ενήργησε, τελούσε ήδη υπό σύσταση, διότι στην πραγματικότητα, δεν είχε ακόμα συναφθεί συμβολαιογραφικώς το καταστατικό της, αλλά απλώς οι εναγόμενοι είχαν με κοινή τους άτυπη συμφωνία, αναλάβει την υποχρέωση έναντι αλλήλων να το συνάψουν.
Ότι με την υπ' αριθ. ... πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών Καλλιόπης Ανδρεοπούλου, συμφωνήθηκε πράγματι η σύσταση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Β. Κ. Ε. Ε. Π. Κ. Ε. Μ. Α. Π." με τον διακριτικό τίτλο "Φ. ΑΒΕΕ", έδρα τον ..., το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας καλύφθηκε κατά ποσοστό 16,34% από τον α' εναγόμενο, κατά ποσοστό 16,33% από τον β' εναγόμενο, κατά ποσοστό 16,33 % από τον γ' εναγόμενο και κατά ποσοστό 51% από την δ' εναγόμενη.
Ότι η ως άνω εταιρία παρέμενε έως την άσκηση της αγωγής υπό σύσταση, καθόσον το καταστατικό της δεν είχε εγκριθεί από την Νομαρχία Α., δεν έχει καταχωρηθεί στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών, δεν έχει λάβει αντίστοιχο αριθμό μητρώου και δεν έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ. Ότι παρά ταύτα η εταιρία εμφανίζεται συστηματικά στις συναλλαγές υπό την ανωτέρω επωνυμία της, έχοντας συνάψει σημαντικό αριθμό συμβάσεων με τρίτους προς το σκοπό επιτεύξεως του εμπορικού της σκοπού, ιδίως προς δημιουργία της απαιτούμενης προς πραγματοποίησή του υλικοτεχνικής υποδομής (λ.χ.
έχει συνάψει συμβάσεις με τεχνικούς, νομικούς κλπ συμβούλους με αντικείμενο την εγκαθίδρυση της παραγωγικής της διαδικασίας, έχει εμφανισθεί ενώπιον των αρμοδίων αρχών και ιδίως στο Υπουργείο Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας προκειμένου να εξασφαλίσει επιχορηγήσεις κ.λ.π.). Ότι κατά την συναλλακτική της δραστηριότητα η εν λόγω εταιρία εκπροσωπείτο κατά περίπτωση όχι μόνο από τους σύμφωνα με το καταστατικό της, νομίμους εκπροσώπους της, αλλά και από τους λοιπούς συνιδρυτές της α', β' και γ' εναγομένους .
Ότι αμέσως μετά την σύναψη της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξεως και δη αυθημερόν, η εταιρία, με απόφαση των συνιδρυτών της και του διοικητικού της συμβουλίου, ενέκρινε ρητώς την από ..., σύμβαση που σύναψε ο α' εναγόμενος, αναλαμβάνοντας , αλληλεγγύως και εις ολόκληρο μαζί με την ενάγουσα όλα τα εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Ότι κατά τον ίδιο χρόνο και με τον ίδιο τρόπο ο α' εναγόμενος μεταβίβασε στην υπό σύσταση εταιρία όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε δημιουργήσει η, εν αναμονή της συμβολαιογραφικής συνάψεως του καταστατικού της, συναλλακτική του δράση, οι δε λοιποί εναγόμενοι, ενεργώντας και ατομικώς αποδέχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο τις απορρέουσες εκ της ως άνω συμβάσεως υποχρεώσεις.
Ότι με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ανατέθηκε στην ενάγουσα η εκτέλεση των κάτωθι εργασιών, που αναφέρονται στο πρώτο άρθρο αυτού:1) Πρώτο στάδιο: α) Σύνταξη ολοκλήρου του υποβληθησόμενου στο Υπουργείο Οικονομίας φακέλου και των απαιτουμένων οικονομοτεχνικών μελετών, προς το σκοπό της υπαγωγής της εν λόγω εταιρίας στις διατάξεις του Ν. 3299/2004, β) Προώθηση για έγκριση του φακέλου υπαγωγής προς τις αρμόδιες υπηρεσίες και συνεννόηση μαζί τους για τυχόν συμμορφώσεις ή διορθώσεις. 2) Δεύτερο Στάδιο:
Η μετά την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου από το Υπουργείο Οικονομίας χρονική παρακολούθηση του έργου, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα τυχόν αποκλίσεις από τα εγκριθέντα καθώς και η προετοιμασία - διεκπεραίωση των πιστοποιήσεων εκτέλεσης της επένδυσης. Ότι συνομολογήθηκε ρητώς, ότι ουδεμία ευθύνη θα φέρει η ενάγουσα για τυχόν καθυστερήσεις στην εκτέλεση του ως άνω έργου, που θα οφείλονται, είτε στην εν λόγω υπό σύσταση εταιρία, είτε στις εμπλεκόμενες αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες, ενώ ως αμοιβή της για τις προαναφερθείσες εργασίες συμφωνήθηκε να της καταβληθούν τα κατωτέρω ποσά, πλέον του αναλογούντος σε αυτά ΦΠΑ: 1)4.000 ευρώ με την σύνταξη του φακέλου υπαγωγής, 2) 15.000 ευρώ με την έκδοση της απόφασης υπαγωγής. 3) Για την σύνταξη και διεκπεραίωση των πιστοποιήσεων και γενικά για τις εργασίες του ως άνω δευτέρου σταδίου, συμφωνήθηκε ότι θα ελάμβανε ως αμοιβή ποσοστό επί της επιχορήγησης που θα καταβάλλετο στην εταιρία.
Ότι το ύψος του ποσοστού αυτού θα ήταν συνάρτηση του ποσοστού κατά το οποίο θα εγκρινόταν, με την σχετική απόφαση υπαγωγής, ο προϋπολογισμός της πραγματοποιηθησομένης επενδύσεως που θα υποβαλλόταν με την αίτηση ένταξης στις διατάξεις του ως άνω αναπτυξιακού νόμου. Ότι για όλες τις προαναφερθείσες ενέργειές της και για την εν γένει πορεία της υπόθεσης ενημέρωνε πάντοτε τους εναγόμενους αμέσως, τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεομοιοτυπιών, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με τα πρόσωπα που αυτοί της υποδείκνυαν και ιδίως με τους μηχανικούς τους, προκειμένου να τις εξηγεί και σε αυτούς.
Ότι οι εναγόμενοι και μάλιστα ο α' εξ αυτών, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις των σχετικών συναλλαγών και επαφών εκπροσωπούσε και τους λοιπούς, ουδέποτε επέδειξαν την διάθεση συνεργασίας που όφειλαν και μπορούσαν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να επιδείξουν, με βάση την ανωτέρω σύμβαση, αλλά και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, και είτε ανταποκρίνονταν με μεγάλη καθυστέρηση στις εκκλήσεις της για προσκομιδή απαραίτητων για την προώθηση της υπόθεσης στοιχείων και διευκρινήσεων, τις οποίες μόνο οι ίδιοι μπορούσαν να μου παράσχουν , είτε τις αγνοούσαν εντελώς.
Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του α' εναγομένου επιτάθηκε από τις αρχές του έτους ..., οπότε και αυτός είχε ήδη αντιληφθεί, από τις αλλεπάλληλες σχετικές της ενημερώσεις, ότι η υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου ήταν δεδομένη και αποτελούσε ουσιαστικά ζήτημα χρόνου. Ότι στις της κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή η υπό επιστολή της ως άνω υπό σύσταση εταιρίας, υπογεγραμμένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, και απευθυνομένη στο νόμιμο εκπρόσωπό της, η οποία επιγράφεται ως λύση της μεταξύ τους συνεργασίας - σύμβασης εντολής, όπου αναφέρεται, ότι η εν λόγω υπό σύσταση εταιρία έλαβε δήθεν για πρώτη φορά γνώση του προμνημονευθέντος υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 16812/20-4-...
εγγράφου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κατόπιν της προαναφερθείσας από …επιστολής της ενάγουσας και ότι παρά ταύτα "για μία ακόμα φορά" καθυστέρησε η ενάγουσα να παράσχει την δέουσα ενημέρωση και τελικώς, αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Κατόπιν όλων αυτών, θεωρώντας ότι μέχρι σήμερα δεν έχετε επιδείξει έναντι της εταιρίας μας, κατά την εκπλήρωση των εν γένει συμβατικών υποχρεώσεών Σας, την απαιτούμενη και επιβεβλημένη από το νόμο, από τη σύμβαση αλλά και από τις συγκεκριμένες πραγματικές περιστάσεις (σοβαρότητα και μέγεθος της επένδυσης κ.λ.π.) επιμέλεια και σύνεση, με την παρούσα σας δηλώνουμε ότι καταγγέλλουμε τη μεταξύ μας σύμβαση και συνεργασία ώστε αυτή να λυθεί άμεσα από την προς εσάς επίδοση της επιστολής αυτής και σας καλούμε να απέχετε από οποιαδήποτε ενέργεια ενώπιον κάθε Αρχής και Υπηρεσίας, φυσικού ή νομικού προσώπου, αναφορικά με την άνω υπόθεση της εταιρίας μας".
Ότι με βάση τα παραπάνω ο α' εναγόμενος τυγχάνει νόμω υπόχρεος να της καταβάλει το ποσό των 144.116,37€, που αντιστοιχεί στο 55% της συμφωνημένης αμοιβής με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής με βάση τη σύμβαση έργου, επικουρικά δε ως αποζημίωση, βάσει των διατάξεων περί εντολής, ισχυριζόμενη ότι έλαβε χώρα ανάκληση της εντολής από μέρους των εναγομένων χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος με αποτέλεσμα να υποστεί η ενάγουσα αντίστοιχη ζημία, ότι οι εναγόμενοι άσκησαν το δικαίωμά τους περί υπαναχώρησης, άλλως καταγγελίας από την σύμβαση καταχρηστικά και σε κάθε περίπτωση βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς οι εναγόμενοι για αιτία μη επακολουθήσασα καρπώθηκαν το έργο που εκτέλεσε η ενάγουσα και κατέστησαν έτσι αδικαιολογήτως πλουσιότεροι.
Από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει, πράγματι, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και διέλαβε στην αγωγή της τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά για τη θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού εκτίθεται σ' αυτή ότι η αρχική από ...
σύμβαση υπογράφηκε, στο όνομα της ανώνυμης εταιρείας αλλά πριν ακόμη συναφθεί η εταιρική σύμβαση, δηλαδή κατά το προϊδρυτικό στάδιο, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, ο οποίος ενεργούσε ως μελλοντικός συνιδρυτής της εταιρίας, ότι η αναιρεσίβλητη και κατά το ιδρυτικό στάδιο της ανώνυμης εταιρίας, μετά τη σύναψη του καταστατικού της εταιρίας, συμβαλλόταν σε όλες τις άλλες πράξεις με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος εξακολουθούσε να ενεργεί με την ίδια ιδιότητά του και επίσης ότι, τελικώς, μέχρι την άσκηση της αγωγής η ανωτέρω εταιρία παρέμενε υπό σύσταση, καθόσον το καταστατικό δεν έχει εγκριθεί από την Νομαρχία, δεν έχει καταχωρηθεί στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών, δεν έχει λάβει αντίστοιχο αριθμό μητρώου και δεν έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ, και συνεπώς, υπό τα εκτιθέμενα, οι ένδικες απαιτήσεις κατά του αναιρεσείοντος γεννώνται ως εκ της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, σε αμφότερα τα στάδια, με συνέπεια να δικαιολογείται η άσκηση κατ' αυτού της υπό κρίση αγωγής.
Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να γίνεται μνεία ότι το έργο δεν εισήλθε στο δεύτερο στάδιο, όπως αυτό προσδιορίζεται στο από ... ιδιωτικό συμφωνητικό, καθόσον ρητά αναφέρεται στην αγωγή ότι η υπό ίδρυση εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση πριν από το στάδιο αυτό και η ενάγουσα/αναιρεσίβλητη, έχοντας ολοκληρώσει τις εργασίες του πρώτου σταδίου, στηρίζει τις αξιώσεις της στη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση που ιδρύει τον εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, καθώς δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος, καθώς και ο συναφής τέταρτος λόγος, επίσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομενη έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, διότι η ενάγουσα δεν εξειδικεύει συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη κατά το δεύτερο στάδιο των εργασιών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την ... υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΕΠΕ" και ήδη μετατραπείσας,....
σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ. ΑΕ" (αναιρεσίβλητη) και του πρώτου των εναγομένων Ι. Μ. (αναιρεσείοντος). Ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε με την ενάγουσα, η οποία είναι τεχνική εταιρεία που αναλαμβάνει μεταξύ άλλων την εκπόνηση μελετών για την υπαγωγή επιχειρήσεων σε επενδυτικά προγράμματα, στο όνομα και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Β. Κ. Ε. Ε. Π. Κ. Ε. Μ. Α. Π." προκειμένου αυτή, (η ενάγουσα) να αναλάβει την σύνταξη φακέλου υπαγωγής της εταιρείας στα κεφαλαιακά κίνητρα του νόμου 3299/2004, την προώθηση αυτού για έγκριση και την ακολουθούσα την έγκριση επίβλεψη της προόδου και ολοκλήρωσης της επένδυσης. Ειδικότερα κατά τα αναφερόμενα, στο ως άνω συμφωνητικό η εκτέλεση του έργου θα ολοκληρωνόταν σε δυο στάδια, όπου το πρώτο στάδιο περιλάμβανε την σύνταξη του φακέλλου υπαγωγής και των οικονομικοτεχνικών μελετών που απαιτούνταν σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3299/2004, την υποβολή του προς έγκριση στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία θα έπρεπε να λάβει χώρα εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την προσκομιδή στην ενάγουσα όλων των απαιτούμενων στοιχείων, την προώθησή του και την συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τυχόν συμπληρώσεις ή διορθώσεις και το δεύτερο στάδιο που αφορούσε την έκδοση εγκριτικής απόφασης της επένδυσης από το αρμόδιο Υπουργείο και σε συνέχεια αυτής την οικονομική και χρονική παρακολούθηση του έργου, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα τυχόν αποκλίσεις από τα εγκριθέντα καθώς και την προετοιμασία και διεκπεραίωση των πιστοποιήσεων από τους αρμόδιους φορείς.
Ως αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε το ποσό των 4.000 ευρώ για τη σύνταξη του φακέλλου υπαγωγής, καταβλητέο κατά το ήμισυ με την ανάθεση και κατά το υπόλοιπο με την κατάθεση του φακέλου στην αρμόδια Υπηρεσία, ποσό ύψους 15.000 ευρώ ως bonus έγκρισης, καταβλητέο με την έκδοση της απόφασης υπαγωγής και ποσοστό επί τοις εκατό επί του συνολικό εγκριθέντος προϋπολογισμού για την σύνταξη και την διεκπεραίωση των πιστοποιήσεων (...).
Με το ίδιο συμφωνητικό τα μέρη προέβλεψαν εναλλακτικό τρόπο αμοιβής της ενάγουσας για το προαναφερθέν δεύτερο στάδιο, σύμφωνα με τον οποίο εφόσον ο φορέας της επένδυσης "Φ. ΑΒΕΕ" δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας με την ενάγουσα μετά την έγκριση από το αρμόδιο υπουργείο του επενδυτικού σχεδίου, είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει στην ενάγουσα το 55% του ποσού που θα υπολογιζόταν ως αμοιβή της για το δεύτερο στάδιο, άμεσα με την έγκριση από το Υπουργείο και να καταγγείλει τη σύμβαση, λύνοντας το συμφωνητικό.
Κατά τον χρόνο σύνταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού δεν είχε καταρτιστεί συμβολαιογραφική πράξη ίδρυσης της εταιρείας "Φ. ΑΒΕΕ", η οποία όμως καταρτίστηκε στο τέλος του ίδιου μήνα με την με αριθμό 255/31.7.2008 πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών Καλλιόπης Ανδρεοπούλου, με μετόχους τους εναγόμενους, κατά ποσοστό 16,33 % για έκαστο των τριών πρώτων των εναγομένων και κατά ποσοστό 51% για την τέταρτη των εναγομένων, χωρίς να προχωρήσουν περαιτέρω οι διατυπώσεις δημοσιότητας.
Σε εκτέλεση της σχετικής σύμβασης, η ενάγουσα την …. υπέβαλε στο αρμόδιο Υπουργείο την αίτηση υπαγωγής της εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 συνυποβάλλοντας τον σχετικό φάκελλο που περιελάμβανε τις οικονομοτεχνικές μελέτες που είχε συντάξει και τα απαιτούμενα έγγραφα. Με την με αριθμό πρωτοκόλλου ….
βεβαίωση της Γενικής Διεύθυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων, το υποβληθέν επενδυτικό σχέδιο μετά από τυπικό έλεγχο του φακέλλου κρίθηκε καταρχήν επιλέξιμο για την ενίσχυση του με τα κίνητρα της επένδυσης. Για την εκπόνηση των μελετών και την υποβολή του φακέλλου η ενάγουσα εισέπραξε το ποσό των 4.000 ευρώ κατά τα συμφωνηθέντα.
Ακολούθως, η ενάγουσα μέσω των υπαλλήλων της, συνεργαζόταν με την υπεύθυνη αξιολόγησης της επένδυσης, παρέχοντάς της τα επιπλέον στοιχεία, έγγραφα και διευκρινήσεις που απαιτούνταν με σκοπό να εγκριθεί η υπαγωγή της επένδυσης στις διατάξεις του Ν 3299/2004, μετά από ενημέρωση και συνεννόηση κυρίως με τον πρώτο εναγόμενο.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 η υπεύθυνη αξιολόγησης ζητούσε συμπληρωματικό στοιχεία και διευκρινήσεις. Στις …. η ενάγουσα ενημέρωσε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) τον πρώτο εναγόμενο ότι η υπεύθυνη αξιολόγησης προσανατολίζεται να συνδέσει την υπό σύσταση εταιρεία, με την εταιρεία "Λ.
Μ. ΑΒΕΕ", η οποία επίσης έδρευε στο Νομό Α., δραστηριοποιούνταν στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας μη αλκοολούχων ποτών και είχε την ίδια μετοχική σύνθεση και να την χαρακτηρίσει ως μεσαία επιχείρηση και όχι ως μικρή, με συνέπεια αφενός την μείωση του ποσού της επιχορήγησης κατά 10% και αφετέρου την απώλεια οικονομικής ενίσχυσης για την αγορά οικοπέδου, η οποία προβλεπόταν μόνο για τις εταιρείες που χαρακτηρίζονταν ως μικρές και ότι λόγω της εξέλιξης αυτής ζήτησε από την αξιολογήτρια να παγώσει το θέμα και να εξεταστεί σε επιτροπή μετά τις εκλογές, προκειμένου να σχεδιαστεί ο τρόπος αποφυγής του ενδεχόμενου αυτού.
Πέραν της ενημέρωσης και των ενεργειών για τα υπόλοιπα θέματα της επένδυσης, όπως τα σχέδια του χώρου στέγασης της υπό ίδρυση εταιρείας, όπως προκύπτουν από τα με ημερομηνίες.... και μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η ενάγουσα επανήλθε στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της εταιρείας ως μεσαίας, ενημερώνοντας τον πρώτο εναγόμενο με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την....
ότι η αξιολογήτρια εμμένει στη θέση της, και με μήνυμα της.... ενημέρωσε τον πρώτο εναγόμενο ότι μετά από συνάντηση με τις αρμόδιες Αρχές το υπουργείο επιμένει στον χαρακτηρισμό της μεσαίας επιχείρησης, επικαλούμενο και σχετική κοινοτική νομοθεσία. Παράλληλα ενημέρωσε ότι η αξιολόγηση προχωρεί και στόχος είναι να αιτιολογηθούν όλες οι δαπάνες με σκοπό την επίτευξη του μέγιστου προϋπολογισμού.
Ακολούθως την.... η ενάγουσα αφενός ενημέρωσε τον πρώτο εναγόμενο ότι οι διαφοροποιήσεις της επενδυτικής πρότασης λόγω του χαρακτηρισμού της εταιρείας ως μεσαίας συνίστανται στη μείωση του ποσοστού της επιχορήγησης από το 59,854% στο 50% και σε περικοπή ποσού 81.556 ευρώ που αφορά την αγορά ακινήτου αφετέρου κατέστησε σαφές ότι περιμένει τις οδηγίες και τις προτάσεις του πρώτου εναγομένου σχετικά με την υλοποίηση της επένδυσης, θέτοντας και τις παραμέτρους αλλαγής της μετοχικής σύνθεσης του φορέα της επένδυσης ακόμα και την αλλαγή του φορέα επένδυσης.
Την.... η ενάγουσα απέστειλε και τρίτο μήνυμα στον πρώτο εναγόμενο, μη έχοντας λάβει απάντηση στις προηγούμενες επιστολές της, ζητώντας οδηγίες για τις ενέργειες της. Απαντώντας στο μήνυμα αυτό ο πρώτος εναγόμενος επισήμανε ότι ήδη από …είχε ζητήσει το πάγωμα της διαδικασίας αξιολόγησης μέχρι να λάβει γραπτή ενημέρωση από την ενάγουσα αναφορικά με τα νέα δεδομένα και ότι συνάντηση μεταξύ των διαδίκων θα ήταν άνευ αντικειμένου πριν την έγγραφη αυτή ενημέρωση, την οποία είχε λάβει μόλις την ίδια ημέρα.
Την.... ο πρώτος εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε προς την ενάγουσα επειδή ο φάκελος της επένδυσης παρά τις αντίθετες οδηγίες του, πέρασε από την γνωμοδοτική επιτροπή αλλά δεν συζητήθηκε, ζητώντας έγγραφη ενημέρωση για το ζήτημα αυτό μεμφόμενος την ενάγουσα για παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης του. Την....
η ενάγουσα δήλωσε στον πρώτο εναγόμενο ότι δεν κατανοεί σε ποιά θέματα αναφερόταν το τηλεομοιοτυπικό μήνυμα της προηγούμενης ημέρας και εξέφρασε την απορία της για την έλλειψη τηλεφωνικής επικοινωνίας, αλλά και απάντησης στις προηγούμενες επιστολές της. Παρά το γεγονός ότι πρώτος εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της ενάγουσας για συνάντηση και παροχή οδηγιών, η τελευταία με ηλεκτρονική επιστολή της....
τον ενημέρωσε οτι η αξιολόγηση συνεχίζεται και πρόκειται να εισαχθεί στην επιτροπή, μεταβιβάζοντάς του παράλληλα και κάποια ερωτήματα που έθεσε η αξιολογήτρια ως προς την επένδυση, προκειμένου ο πρώτος εναγόμενος να ενημερώσει την ενάγουσα ή την αξιολογήτρια επ' αυτών, χωρίς να λάβει απάντηση. Με το με αριθμό πρωτοκόλλου 16812/20.4.2010 έγγραφο του Υπουργείου, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που απευθυνόταν στην υπό σύσταση ανώνυμη εταιρεία και τον πρώτο εναγόμενο, η αξιολογήτρια ζήτησε από την υπό σύσταση εταιρεία να προσκομιστούν συμπληρωματικά στοιχεία εντός δέκα ημερών, αποστέλλοντας το σχετικό έγγραφο ταχυδρομικά στην υπό ίδρυση εταιρεία.
Η υπεύθυνη αξιολόγησης μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απέστειλε το ίδιο έγγραφο στην ενάγουσα, γνωστοποιώντας της παράλληλα ότι το έγγραφο αυτό έχει ήδη αποσταλεί ταχυδρομικά στην υπό σύσταση εταιρεία. Την.... η ενάγουσα απέστειλε τηλεομοιοτυπικό μήνυμα στην υπό σύσταση εταιρεία επισημαίνοντας ότι παρόλο που κατά τους τέσσερις τελευταίους μήνες καλεί τους εκπροσώπους της υπό σύσταση εταιρείας σε συνάντηση προκειμένου να συνεργαστούν προς υποστήριξη της διαδικασίας αξιολόγησης, δεν βρίσκει ανταπόκριση, γνωρίζοντας της ότι διευκρινήσεις και συμπληρωματικά στοιχεία που ζητούνται κατά την αξιολόγηση πρέπει να εγκριθούν από την ίδια προτού να αποσταλούν στο Υπουργείο, και προειδοποιώντας ότι η συμπεριφορά αυτή, ήτοι η άρνηση συνεργασίας, μπορεί να επιφέρει βλάβες στη διαδικασία έγκρισης των επενδυτικών σχεδίων της αλλά και στην ίδια την ενάγουσα, η οποία την....
διαβίβασε στην υπό σύσταση εταιρεία το με αριθμό πρωτοκόλλου 16812/20.4.2010 έγγραφο του Υπουργείου με το οποίο ζητούνταν πρόσθετα στοιχεία. Με την από .... επιστολή του ο πρώτος εναγόμενος εξέφρασε έντονα τη δυσαρέσκεια του προς την ενάγουσα για την καθυστέρηση έγγραφης ενημέρωσής του για τις εξελίξεις που αφορούν την επένδυση, όπως για το εάν ο φάκελος της επένδυσης είχε εισαχθεί στη γνωμοδοτική επιτροπή, την απουσία ενεργειών από την πλευρά της ενάγουσας ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της εταιρείας ως μεσαίας και την καθυστέρηση αποστολής του προαναφερθέντος εγγράφου του Υπουργείου με το οποίο ζητούνταν συμπληρωματικά στοιχεία, επιφυλασσόμενη των δικαιωμάτων της.
Την παραπάνω επιστολή αντέκρουσε η ενάγουσα την 4.6...., επισημαίνοντας τις συνεχείς άκαρπες προσπάθειες της για συνεργασία με την υπό σύσταση εταιρεία αλλά και τις ενημερωτικές ειδοποιήσεις της στις οποίες η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε. Εν συνεχεία την.... και την.... της επισήμανε ότι η μη προσκομιδή των αιτούμενων από την αξιολογήτρια στοιχείων θα οδηγήσει στην απόρριψη της επενδυτικής πρότασης, ότι με βεβαιότητα θα υπήρχε αρνητική εισήγηση για έτερο επενδυτικό σχέδιο που είχε υποβάλλει η εταιρεία "ΑΝΔΑΝΙΑ ΑΒΕΕ", επειδή δεν είχαν προσκομιστεί τα στοιχεία για την επικαιροποίηση της ίδιας συμμετοχής και ότι όμοια θα ήταν η πορεία και για την επένδυση της "Φ." εάν δεν αποστέλλονταν στην αξιολογήτρια τα στοιχεία που ζήτησε.
Την.... κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από.... επιστολή υπογεγραμμένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της υπό σύσταση εταιρείας Φ. με την οποία η τελευταία επικαλούμενη την καθυστέρηση κοινοποίησης από την ενάγουσα προς αυτήν του με αριθμό πρωτοκόλλου 16812/20.4.2010 εγγράφου του Υπουργείου, με συνέπεια την απώλεια της τασσόμενης με αυτήν προθεσμίας, δήλωσε ότι καταγγέλλει τη σύμβαση τους και την κάλεσε να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την υπόθεση της.
Παρά την καταγγελία της σύμβασης δεν καταβλήθηκε η αμοιβή της ενάγουσας αν και μετά την καταγγελία εκδόθηκε η με αριθμό 36699/ΥΠΕ/5/01029/ Ε/Ν.3299/04/25.8.2011 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης με την οποία εγκρίθηκε η υπαγωγή της υπό σύσταση εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 με συνολική επιχορηγούμενη δαπάνη 31.685.173 ευρώ και με καταβλητέο ποσό επιχορήγησης 15.842.586,5 ευρώ.
Με τον τρόπο αυτό η προϋπολογισμός που είχε υποβάλλει η ενάγουσα ποσού 33.117.600 ευρώ εγκρίθηκε κατά ποσοστό 95,67%. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι υπαναχώρησαν από τη σύμβαση με την ενάγουσα για σπουδαίο λόγο που ανάγεται στην πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας, επικαλούμενοι την έλλειψη ενημέρωσής τους και την απροθυμία της ενάγουσας προς συνεργασία στα θέματα που αναφύονταν κατά την πορεία της αξιολόγησης και την καθυστέρηση της διαδικασίας αξιολόγησης με υπαιτιότητα της ενάγουσας.
Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος παραδεκτά προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και επαναφέρεται με λόγο έφεσης συνιστά ένσταση και είναι νόμιμος βασιζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 686 και 288 ΑΚ, πλην όμως τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.
Ειδικότερα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα αδιαφορούσε κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και δεν συνεργαζόταν με τον προσήκοντα τρόπο με τις αρμόδιες αρχές αναφέροντας ότι η αξιολογήτρια προτίθετο να μην εγκρίνει την δαπάνη αγοράς του βασικού μηχανήματος χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει η γραμμή παραγωγής επειδή η ενάγουσα δεν της είχε επισημάνει τη σημασία του μηχανήματος αυτού για το σύνολο της επένδυσης, πράξη στην οποία προέβησαν συνεργάτες των εναγομένων, απασχολούμενοι στην εταιρεία ΛΟΥΞ συμφερόντων τους.
Σε κανένα έγγραφο της αλληλογραφίας των διαδίκων με το αρμόδιο Υπουργείο δεν γίνεται λόγος περί της σχετικής πρόθεσης της αξιολογήτριας, ούτε η τελευταία ζήτησε εγγράφως διευκρινήσεις σχετικές με τα μηχανήματα από την ενάγουσα ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία του Δημήτριου Κουτουλά, ο ίδιος προέβη σε σχετικές συνομιλίες με την αξιολογήτρια από τις αρχές του έτους ...
και μετέπειτα, όταν δηλαδή σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο πρώτος εναγόμενος έπαψε να ανταποκρίνεται στις προσκλήσεις της ενάγουσας για συνεργασία με σκοπό την πρόοδο της αξιολόγησης. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το βασικό ζήτημα που απασχόλησε τόσο το Υπουργείο όσο και τον φορέα της επένδυσης ήταν ο χαρακτηρισμός της εταιρείας ως μεσαίας και όχι ως μικρής.
Όπως προκύπτει όμως από το με ημερομηνία 10.7.... έγγραφο ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ενάγουσας που απευθύνεται στον πρώτο εναγόμενο, η ενάγουσα είχε ενημερώσει ήδη πριν την έγγραφη κατάρτιση της συμφωνίας τους, ότι η εταιρεία φαίνεται να εμπίπτει στις μεσαίες λόγω της σύνδεσης της με την εταιρεία ΛΟΥΞ, όπως ανωτέρω εκτέθηκε και όχι στις μικρές, ζητώντας την ενημέρωση και την επιστημονική τοποθέτηση και του δικηγόρου του πρώτου εναγόμενου, προκειμένου να βρεθεί τρόπος να χαρακτηριστεί η εταιρεία ως μικρή.
Είχε δε προτείνει προς αποδυνάμωση της σύνδεσης των δυο εταιρειών, να μετέχει η τέταρτη εναγομένη, η οποία δεν μετείχε στο ΔΣ της ΛΟΥΞ, στην υπό ίδρυση εταιρεία με ποσοστό 51%, όπως και έγινε με την με αριθμό 255/31.7.2008 πράξη της Συμβολαιογράφου Πατρών Καλλιόπης Ανδρεοπούλου. Επομένως, η υπό σύσταση εταιρεία είχε ενημερωθεί από την αρχή της συνεργασίας της με την ενάγουσα ότι υπήρχε εξαιρετικό μεγάλη πιθανότητα η εταιρεία να χαρακτηριστεί ως μεσαία, λόγω του συνδέσμου της με την εταιρεία ΛΟΥΞ, σύμφωνα και με την κοινοτική νομοθεσία την οποία είχε θέσει υπόψη της.
Επίσης κατά την πορεία της αξιολόγησης η ενάγουσα άμεσα την ενημέρωσε για την σχετική θέση της αξιολογήτριας, προτείνοντας και εναλλακτικούς τρόπους αποφυγής του χαρακτηρισμού αυτού, με αποτέλεσμα ο πρώτος εναγόμενος να επιδιώκει την καθυστέρηση της εξέτασης της επένδυσης από τα αρμόδια διοικητικό όργανα χωρίς όμως να επικοινωνήσει με την ενάγουσα ώστε να βρεθεί κοινός τρόπος αντιμετώπισης.
Αντίθετα, την 25.2.... ο νομικός σύμβουλος της υπό σύσταση εταιρείας κατέθεσε υπόμνημα απευθυνόμενο στο Υπουργείο παρουσιάζοντας τις θέσεις του ως προς τον χαρακτηρισμό του μεγέθους της εταιρείας. Τελικά η υπό σύσταση εταιρεία χαρακτηρίστηκε ως μεσαία, γεγονός το οποίο οφείλεται στην ισχύουσα νομοθεσία και όχι σε αδιαφορία ή αμέλεια της ενάγουσας.
Περαιτέρω, όπως ενημέρωσε η αξιολογήτρια της επένδυσης την ενάγουσα, το με αριθμό πρωτοκόλλου 16812/20.4.... έγγραφο του Υπουργείου με το οποίο ζητούνταν συμπληρωματικά στοιχεία για την υπό ίδρυση εταιρεία, είχε αποσταλεί στην ίδια ταχυδρομικό, ώστε ευλόγως η ενάγουσα να συμπεράνει ότι δεν απαιτείται επιπλέον ενημέρωση της υπό ίδρυση εταιρείας, η οποία ήδη επί τουλάχιστον ένα δίμηνο δεν απαντούσε στις ενημερώσεις και τα αιτήματα της ενάγουσας.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν έλαβαν το σχετικό έγγραφο δεν αποδείχθηκε, καθώς δεν προσκομίζεται το αναφερόμενο στις προτάσεις των εναγομένων με αριθμό πρωτοκόλλου 29432/7.7.... έγγραφο, που επικαλούνται οι εναγόμενοι προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού. Επιπλέον παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ενημέρωσε έστω και την 25.5....
τον πρώτο εναγόμενο για το εν λόγω έγγραφο και τα σχετικά αιτήματα της αξιολογήτριας, ουδεμία άμεση απάντηση έλαβαν η ενάγουσα ή η αξιολογήτρια, ενώ η υπό σύσταση εταιρεία προέβη στην κατάθεση των σχετικών διευκρινήσεων που έλαβαν αριθμό πρωτοκόλλου 49289 στο Υπουργείο Οικονομίας, μόλις την 1.11...., χωρίς η καθυστερημένη υποβολή των διευκρινήσεων να έχει κάποια δυσμενή για αυτήν επίπτωση.
Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η έγκριση του επενδυτικού σχεδίου τους, δεν οφείλεται στις ενέργειες της ενάγουσας αλλά σε δικές τους ενέργειες που έλαβαν χώρα μετά την λύση της συνεργασίας τους. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς αφενός οι, εναγόμενοι δεν επικαλούνται συγκεκριμένα έγγραφα και ενέργειες προς τούτο, αφετέρου δεν προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο που να καταδεικνύει ότι η υπό σύσταση εταιρεία, μετέβαλε το αρχικό επενδυτικό σχέδιο, ενώ αντίθετα στο προαναφερθέν με αριθμό πρωτοκόλλου 49.289/1.11....
έγγραφο που υπογράφεται από τον πρώτο εναγόμενο για λογαριασμό της υπό σύσταση εταιρείας η τελευταία παραπέμπει στις πλήρεις περιγραφές της υποβληθείσας μελέτης που συνέταξε η ενάγουσα, χωρίς να διαφοροποιείται ούτε κατ' ελάχιστο από αυτήν. Επομένως καθώς η υπό σύσταση εταιρεία κατήγγειλε την σύμβαση με την ενάγουσα χωρίς σπουδαίο λόγο, πριν την ολοκλήρωση αυτού, οφείλεται στην τελευταία το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της, η οποία είναι ενιαία για όλο το συμφωνηθέν έργο και ανέρχεται στο ποσό των 8.250 ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή bonus μειωμένη κατά 45% και στο ποσό των 108.917,78 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 1,25%, (αφού ο προϋπολογισμός του σχεδίου εγκρίθηκε κατά 95,67% όπως προαναφέρθηκε), επί του ποσού της επιχορήγησης των 15.842.586,50 ευρώ που εγκρίθηκε για την υπό σύσταση ανώνυμη εταιρεία μειωμένο κατά 45% και συνολικά στο ποσό των 117.167,78 ευρώ (...).
Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Β. Κ. Ε. Ε. Π. Κ. Ε. Μ. Α. Π." και τον διακριτικό τίτλο "Φ. ΑΒΕΕ", απέκτησε νομική προσωπικότητα με την καταχώρησή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, όπου έλαβε αριθμό 128377816000/2013 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ με κωδικό αριθμό 153000, δυνάμει της με αριθμό 6918/18.12.2013 συμβολαιογραφικής πράξης και όχι της αρχικά συνταχθείσας με αριθμό 255/31.7.2008
πράξης της Συμβολαιογράφου Πατρών Καλλιόπης Ανδρεοπούλου. Υπόχρεος προς καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής της ενάγουσας είναι ο πρώτος εναγόμενος κατ'άρθρο 7δ του Ν. 2190/1920 ευθυνόμενος ατομικά ως συμβαλλόμενος για λογαριασμό της σε προϊδρυτικό στάδιο ευρισκόμενης, κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ανώνυμης εταιρείας.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ευθύνονται από κοινού όλοι οι εναγόμενοι επειδή κατά τον χρόνο που διέδραμε μεταξύ του προιδρυτικού σταδίου και της κτήσης νομικής προσωπικότητας της ανώνυμης εταιρείας, η τελευταία είχε επιδοθεί σε άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας ιδίω ονόματι, χωρίς να τηρηθούν οι κανόνες δημοσιότητας, και συνεπώς έφερε το χαρακτήρα της de facto ομόρρυθμης εταιρείας και οι εναγόμενοι οι την ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων δεν αποδείχθηκε καθώς δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικό μέσα από τα οποία να προκύπτει η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας της υπό ίδρυση εταιρείας, παρά μόνο η αλληλογραφία του πρώτου εναγομένου με την ενάγουσα και τις αρμόδιες αρχές προς έγκριση του επενδυτικού σχεδίου, πράξεις που δεν φέρουν εμπορικό χαρακτήρα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τετάρτη των εφεσιβλήτων με το σκεπτικό ότι δεν νομιμοποιούνταν ως ομόρρυθμη εταίροι, κάτι το οποίο δεν είχε ερευνήσει η πρωτόδικη απόφαση, ενώ έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο (νυν αναιρεσείοντα), τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 117.167,78 ευρώ νομιμοτόκως, καθώς και τον αναλογούντα ΦΠΑ "ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό των 26.948,59 ευρώ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι υπόχρεος προς καταβολή της οφειλόμενης, δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, αμοιβής στην αναιρεσίβλητη είναι ο αναιρεσείων και άρα ότι αυτός νομιμοποιείται παθητικά την προκείμενη δίκη και όχι η ως άνω ανώνυμη εταιρία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7δ του ν. 2190/1920, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, υπαγάγοντας σωστά σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι, ειδικότερα, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) το εν λόγω από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφη μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος στο όνομα και για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Β. Κ. Ε. Ε. Π. Κ. Ε. Μ. Α. Π.", η οποία, όμως, δεν υπήρχε τότε αλλά η συμβολαιογραφική πράξη σύστασής της συντάχθηκε μεταγενέστερα, την 31-7-2008, και ως εκ τούτου, κατά το χρόνο υπογραφής του ιδιωτικού συμφωνητικού η εταιρία βρισκόταν σε προϊδρυτικό στάδιο, β) ότι η ανώνυμη εταιρεία απέκτησε νομική προσωπικότητα με την καταχώρησή της στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, δυνάμει της αναφερόμενης με αριθμό 6918/18.12.2013 συμβολαιογραφικής πράξης, και γ) ότι και μετά την υπογραφή του καταστατικού, κατά το ιδρυτικό στάδιο, όλες οι συνεννοήσεις εγένοντο με τον αναιρεσείοντα, η δε αμοιβή της καταβλήθηκε από την εταιρία, η οποία και κατήγγειλε τη σύμβαση έργου στις 29-6-..., δηλαδή πριν την απόκτηση από αυτή νομικής προσωπικότητας, και, συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, ορθά κρίθηκε ότι υφίσταται ευθύνη του αναιρεσείοντος από τις κατά το προϊδρυτικό και το ιδρυτικό στάδιο πράξεις αυτού στο όνομα της υπό ίδρυση εταιρίας, η οποία δεν είχε ακόμη ιδρυθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας και της άσκησης της αγωγής και, συνακόλουθα, δεν ανέλαβε αποκλειστικά την ευθύνη από τις κατά το προγενέστερο στάδιο πράξεις των ιδρυτών της, ώστε να μην υφίσταται παθητική νομιμοποίηση αυτής.
Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθ. 686 εδ. α' ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, που μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ.
ΑΚ, διότι πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από τον νόμο, και σ' αυτήν έχουν μόνο ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ, έχει δε ως αποτέλεσμα την κατάργηση αναδρομικά όλης της σύμβασης και την απόδοση στον εργολάβο της αξίας της εργασίας και των υλικών που ενσωματώθηκαν στο έργο, όχι ως αμοιβή, αλλά ως ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 Α.Κ.: "Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως τη περάτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται, όμως, από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την περάτωση του έργου, αυτή λύεται για το μέλλον και ο ίδιος υποχρεούται να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που βρίσκεται κατά την καταγγελία και να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία, μετά από ένσταση του εργοδότου, μπορούν να αφαιρεθούν τα προαναφερόμενα ποσά (ΟλΑΠ 717/1978, ΑΠ 1465/2014, ΑΠ 14/2009).
Ως αμοιβή νοείται ολόκληρο το αντάλλαγμα που θα εδικαιούτο να αξιώσει και θα απεκέρδαινε ο εργολάβος, εάν δεν καταγγελλόταν η σύμβαση και τούτο διότι πρόκειται περί της αρχικής συμβατικής αξιώσεως και όχι περί αξιώσεως αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 717/1978 ΝοΒ 27.540). Η αμοιβή αυτή υφίσταται ανεξάρτητα από το είδος της και τον τρόπο υπολογισμού της.
Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει ολόκληρη την συμφωνηθείσα αμοιβή, σε οποιοδήποτε στάδιο και εάν βρίσκεται η περάτωση του έργου, δεδομένου άλλωστε ότι αυτός είναι ο υπαίτιος της μη περατώσεως. Αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή του εργολάβου περί καταβολής της αμοιβής, λόγω καταγγελίας κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, μπορεί να ισχυρισθεί επί πλέον κατ' ένσταση ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ.
α' του ΑΚ, και κατά συνέπεια, ότι ο εργολάβος δεν έχει αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής του ή ότι μεσολάβησε συμφωνημένη λύση της σύμβασης έργου (ΟλΑΠ 717/1978, ΑΠ 1465/2014, ΑΠ 14/2009). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 681 του ΑΚ προκύπτει, ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, με την επιφύλαξη δε αντιθέτου συμφωνίας, η οφειλομένη για την εκτέλεση του έργου, απλού ή συνθέτου, αμοιβή είναι μία, έστω και αν στη σύμβαση εμφανίζεται αυτή ως άθροισμα μερικοτέρων αμοιβών, που αντιστοιχούν στα μέρη του αναληφθέντος συνθέτου έργου (ΑΠ 1465/2014, ΑΠ 14/2009, ΑΠ 218/2004).
Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότου περί υπαναχωρήσεως ή καταγγελίας μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρά, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ' ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 233/2006, ΑΠ 1743/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, και δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ, αφού, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε καθυστέρηση στην έναρξη του έργου που αναλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη, ούτε και επιβράδυνση στην εκτέλεσή του και ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο κοινοποίησης σ' αυτή της από 23.6....
επιστολής, είχε ουσιαστικά εκτελέσει τις εργασίες του πρώτου σταδίου του αναληφθέντος έργου, έχοντας προβεί και σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προς την αρμόδια υπηρεσία, και αναμενόταν μόνον η έγκριση του έργου, η οποία και πράγματι επακολούθησε, με βάση αποκλειστικά τις εργασίες που είχε εκτελέσει η αναιρεσίβλητη, ο δε χαρακτηρισμός της υπό σύσταση εταιρείας ως μεσαίας οφείλεται στην ισχύουσα νομοθεσία και όχι σε αδιαφορία ή αμέλεια αυτής, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός της πιο πάνω δήλωσης ως καταγγελίας (άρθρο 700 ΑΚ) και όχι ως υπαναχώρησης από τη σύμβαση (άρθρ. 686 εδαφ.
α ΑΚ). Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, α) ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της προβληθείσας εκ μέρους του αναιρεσείοντος ενστάσεως περί υπαναχωρήσεως από την ένδικη σύμβαση, κατ' άρθρο 686 εδ.
α' ΑΚ, λόγω μη συνδρομής, στην προκειμένη περίπτωση, αντισυμβατικής καθυστέρησης και επιβράδυνσης εκτέλεσης του έργου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν λόγω ελλείψεως υπερημερίας της, που να δικαιολογεί την υπαναχώρηση από την ένδικη σύμβαση, β) ως προς τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, αφού, πέραν των ανωτέρω, διαλαμβάνονται περαιτέρω στην απόφαση, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τις εργασίες που είχε εκτελέσει η αναιρεσίβλητη, εκδόθηκε μετά την καταγγελία η υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε η υπαγωγή της υπό σύσταση εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 3299/2004 με συνολική επιχορηγούμενη δαπάνη το ποσό των 31.685.173 ευρώ και με καταβλητέο ποσό επιχορήγησης 15.842.586,5 ευρώ και ότι με τον τρόπο αυτό η προϋπολογισμός που είχε υποβάλλει η ενάγουσα ποσού 33.117.600 ευρώ εγκρίθηκε κατά ποσοστό 95,67% και, επίσης, ότι αβασίμως ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η ως άνω έγκριση του επενδυτικού σχεδίου δεν οφειλόταν στις ενέργειες της αναιρεσίβλητης αλλά σε ενέργειες της υπό σύσταση εταιρείας που έλαβαν χώρα μετά την λύση της συνεργασίας τους, επισημαίνοντας ότι στο με αριθμό πρωτοκόλλου 49.289/1.11....
έγγραφο που υπογράφεται από τον πρώτο εναγόμενο για λογαριασμό της υπό σύσταση εταιρείας, η τελευταία παραπέμπει στις πλήρεις περιγραφές της υποβληθείσας μελέτης που συνέταξε η αναιρεσίβλητη, χωρίς να διαφοροποιείται ούτε κατ' ελάχιστο από αυτήν. Έτσι, είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.
Επομένως, ο δεύτερος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ.
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου αυτού στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (562 § 2 ΚΠολΔ). Αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως σε σχέση με τη συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων.
Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός. Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενό του προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, άλλως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 188/2018, ΑΠ 333/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, που είναι το αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο που αποδεικνύει τους όρους καταβολής της αμοιβής της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται α) ότι κατά την ορθή ανάγνωση του όρου 3 του ιδιωτικού συμφωνητικού η εκεί προβλεπόμενη εναλλακτική αμοιβή προϋπέθετε ότι με ενέργειες της ενάγουσας θα είχε εκδοθεί η εγκριτική απόφαση και για το λόγο αυτό η ενάγουσα στη συνέχεια θα παρακολουθούσε την υλοποίηση της επένδυσης, πλην, όμως, το δεύτερο στάδιο ουδέποτε ξεκίνησε αφού το νομικό πρόσωπο (ενν.
της υπό ίδρυση εταιρίας) υπαναχώρησε από τη σύμβαση πριν την έναρξή του (στις 29.6....) αλλά και διότι η υπουργική απόφαση έγκρισης εκδόθηκε το 2011 ήτοι σε χρόνο που το ν.π. είχε υπαναχωρήσει και, συνεπώς, δεχόμενη η προσβαλλομένη απόφαση ότι οφείλεται στην ενάγουσα το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της, κρίνοντας ότι είναι ενιαία για όλο το συμφωνηθέν έργο και ανέρχεται στο ποσό των 8.250 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή bonus μειωμένη κατά 45% και στο ποσό των 108.917,78 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 1,25%, (αφού ο προϋπολογισμός του σχεδίου εγκρίθηκε κατά 95,67% όπως προαναφέρθηκε), επί του ποσού της επιχορήγησης των 15.842.586,50 ευρώ που εγκρίθηκε για την υπό σύσταση ανώνυμη εταιρεία μειωμένο κατά 45% και συνολικά στο ποσό των 117.167,78 ευρώ, παραμόρφωσε και ανέγνωσε εσφαλμένα τους όρους 2 και 3 του από ...
ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο αποκλειστικά μπορούσε να στηρίξει και όντως στήριξε τη δικανική της πεποίθηση, αφού από τους παραπάνω όρους προκύπτει ότι η αμοιβή δεν είναι ενιαία και επιπλέον επεδίκασε αμοιβή για το δεύτερο στάδιο ενώ η σύμβαση είχε λυθεί. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, το περιεχόμενο αυτού έχει, κατά το ουσιώδες μέρος του, ως εξής: "...ΑΡΘΡΟ 1°.
Η δεύτερη των συμβαλλομένων - "Φ. Α.Β.Ε.Ε." - αναθέτει στην πρώτη - "Σ. Ε.Π.Ε." - τις εξής εργασίες: 1° Στάδιο. Περιλαμβάνει (α) την σύνταξη ολοκλήρου του Φακέλου Υπαγωγής και των απαιτούμενων Οικονομοτεχνικών Μελετών στις διατάξεις του Ν. 3299/04.... και (β) Την προώθηση για έγκριση του Φακέλου Υπαγωγής προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες.... 2° Στάδιο:
Περιλαμβάνει : (α) Έγκριση του Επενδυτικού Σχεδίου και έκδοση Εγκριτικής Απόφασης από το Υπ.Οι.Ο. και (β) Μετά την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου την οικονομική και χρονική παρακολούθηση του έργου, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα τυχόν αποκλίσεις από τα εγκριθέντα, καθώς και την προετοιμασία και διεκπεραίωση των πιστοποιήσεων από τους αρμόδιους φορείς....
ΑΡΘΡΟ 2° Ως αμοιβή της "Σ. Ε.Π.Ε." για τις εργασίες του άρθρου 1 συμφωνείται: 1° Στάδιο: Το ποσόν των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, για την σύνταξη του φακέλου υπαγωγής. Το ως άνω ποσό θα καταβάλλεται σε δυο δόσεις ως εξής: 50% με την ανάθεση 50% με την κατάθεση του φακέλου στην αρμόδια Υπηρεσία. 2° Στάδιο: (α) Αμοιβή ύψους δεκαπέντε χιλιάδων (15.000 €) ευρώ, ως bonus έγκρισης, θα οποίο θα καταβληθεί με την έκδοση της Απόφασης Υπαγωγής (β) Ποσοστό επί τοις εκατό επί του συνολικά εγκριθέντος προϋπολογισμού, για την σύνταξη και την διεκπεραίωση των Πιστοποιήσεων.
Το ποσοστό αυτό προκύπτει ανάλογα με το ποσοστό του συνολικά εγκριθέντος προϋπολογισμού, που θα επιτευχθεί. Δηλαδή : Εάν επιτευχθεί το 80 - 88% του συνολικά υποβληθέντος προϋπολογισμού, το ένα κόμμα τριάντα πέντε (1,35%) τοις εκατό επί του ύψους της αναλογούσας επιχορήγησης. Εάν επιτευχθεί το 89 - 95% του συνολικά υποβληθέντος προϋπολογισμού, το ένα κόμμα είκοσι πέντε (1,25%) τοις εκατό επί του ύψους της αναλογούσας επιχορήγησης.
Εάν επιτευχθεί το 96 - 100% του συνολικά υποβληθέντος προϋπολογισμού, το ένα κόμμα δέκα πέντε (1,15%) τοις εκατό επί του ύψους της αναλογούσας επιχορήγησης Το ως άνω ποσό θα καταβάλλεται σε τμηματικά ανάλογα και ταυτόχρονα με τον φάκελο που θα κατατίθεται για την εκάστοτε Πιστοποίηση και για την εκταμίευση της επιχορήγησης.
Στην παραπάνω τιμή δεν συμπεριλαμβάνεται το Φ.Π.Α. των τιμολογίων το οποίο και θα πρέπει να καταβάλλεται το αργότερο μέχρι την 20η του επόμενου μήνα από την ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων. ΑΡΘΡΟ 3° Ως εναλλακτικό τρόπο αμοιβής της "Σ. Ε.Π.Ε.", για το τμήμα που αφορά και περιγράφεται στο άρθρο 2 (Στάδιο 2°), καθορίζεται, ότι εφόσον ο φορέας της επένδυσης "Φ.
Α.Β.Ε.Ε." δεν επιθυμεί την συνέχιση της συνεργασίας με την "Σ. Ε.Π.Ε." μετά την έγκριση από το Υπ.Οι.Ο. του ως άνω Επενδυτικού Σχεδίου, ότι τότε έχει την δυνατότητα, εφόσον καταβάλλει στην "Σ. Ε.Π.Ε." το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του ποσού που υπολογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο άρθρο 2, ως αμοιβή του 2ου Σταδίου, άμεσα με την έγκριση από το Υπ.Οι.Ο.
να καταγγείλει τη σύμβαση, οπότε και λύεται το παρόν Συμφωνητικό. ΑΡΘΡΟ 4ο ......". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και από το ως άνω περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το εν λόγω έγγραφο, αφού το περιεχόμενό του παρατίθεται, σχεδόν, κατά λέξη στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά εκτιμώντας και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του έκρινε, ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή ήταν ενιαία και ότι, εφόσον έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο, πριν την ολοκλήρωση του έργου, οφείλεται στην αναιρεσίβλητη το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της.
Το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.
Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ... αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 80/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ