Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failing to prove prior presentation of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's decision rejecting an insurance claim. The appellant argued that the court failed to consider the insured's hospitalization history and incorrectly declared the objection vague. The court ruled these grounds inadmissible because the appellant did not formally present these facts as an objection at the first instance, nor cite a valid reason for their late introduction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the facts constituting the objection were not properly presented at the first instance and no statutory exception justifies their first-time introduction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 483 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 483/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Καρακόιδα. Της αναιρεσιβλήτου: Ά. - Μ. Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτριας του συζύγου της Α. Δ. του Ξ., κατοίκου ομοίως, ο οποίος έχει υποβληθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, δυνάμει της υπ' αριθ. 1001/2009 αμετάκλητης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Τσαβδαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 811/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2342/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2342/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 811/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 21/6/2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτριας του συζύγου της Α. Δ., κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017,168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα και, επομένως, παραδεκτή η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 721/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητα της οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας του συζύγου της Α. Δ., ο οποίος έχει τεθεί σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21/6/2013 αγωγή της, στην οποία, αφού εξέθεσε ότι με σύμβαση ασφαλίσεως ζωής, που σύναψε ο σύζυγός της με την αναιρεσείουσα στις 22/8/1992, η τελευταία, αντί του αναφερομένου στην αγωγή ασφαλίστρου, ανέλαβε την ισόβια ασφαλιστική κάλυψή του (μεταξύ άλλων) και για όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα περίθαλψης σε Νοσοκομείο του ιδίου και των εξαρτημένων από αυτόν προσώπων και ότι ο σύζυγός της λόγω βαριάς εγκεφαλικής αιμορραγίας, που υπέστη στις 26/9/2006, κατέστη τετραπληγικός και έχει κριθεί ανίκανος για κάθε εργασία, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να της καταβάλει υπό την ανωτέρω ιδιότητά της το ποσό των 52.607,85 ευρώ για νοσήλεια του συζύγου της στο αναφερόμενο στην αγωγή Ιδιωτικό Νοσηλευτικό Ίδρυμα για το χρονικό διάστημα από 4/6/2010 έως 4/10/2010, γιατί η αναιρεσείουσα αρνείται να τα καταβάλει.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 811/2018 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει τα επίδικα νοσήλεια γιατί αυτά, κατά ρητό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν καλύπτονται από αυτήν επειδή, όπως ανέφερε, "ήταν μια συνεχόμενη νοσηλεία που ξεπερνούσε το όριο των 365 ημερών νοσηλείας", έκανε δεκτή την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 12/3/2018 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, δεχόμενο ότι πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα προέβαλε μόνο τον σχετικό όρο της σύμβασης ασφάλισης, χωρίς αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν, ενώ με επάλληλη αιτιολογία, συνεκτιμώντας και τα πραγματικά περιστατικά, που προέβαλε αυτή με το δικόγραφο της έφεσης, για υποστήριξη της ένστασης της, απέρριψε την ένσταση και ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η εν λόγω παραμονή του Α.
Δ. στο κέντρο Αποκαταστάσεως - Αποθεραπείας του "..." για την αποκατάστασή του λόγω της τετραπληγίας δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την εισαγωγή του στις 4/6/2010 στην Παθολογική Κλινική του ιδίου Νοσοκομείου και την παραμονή του μέχρι τις 4/10/2010 (επίδικο χρονικό διάστημα), για την χειρουργική αντιμετώπιση και θεραπεία της προστατίτιδας, ασθένειας που δεν σχετίζεται με την χρόνια τετραπληγία του συμπαραστατουμένου ούτε και οφείλεται στην ίδια ασφαλώς αιτία.
Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από το προσκομιζόμενο από την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) μετ' επικλήσεως ιατρικό σημείωμα - γνωμάτευση του χειρουργού- ουρολόγου Β. Α., που βεβαιώνει ότι η τετραπληγία του Α. Δ., δεν συνδέεται με την προστατίτιδα καθώς και τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από 26-7-2010 και 7-9-2020 ιατρικές γνωματεύσεις του ιατρού Θ.
Μ., την από 26-7-2010 ιατρική γνωμάτευση της φυσιάτρου Α. Κ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-9-2010 πιστοποιητικού του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών του καθηγητή ουρολογίας Α. Α., που βεβαιώνει ότι η τετραπληγία του Α. Δ. δεν συνδέεται με την προστατίτιδα, που έπαθε ο τελευταίος. Εξάλλου, κατά την εισαγωγή του Α. Δ., την 4η-6-2020 στην Παθολογική Κλινική δεν έχουν συμπληρωθεί 365 ημέρες συνεχούς νοσηλείας του αλλά ούτε και 90 ημέρες από την προηγούμενη χειρουργική αντιμετώπιση ασθένειας, που να οφείλεται στην ίδια αιτία με την προστατίτιδα.
Επιπροσθέτως, η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) επικαλείται διάφορους χρόνους σε σχέση με την έναρξη των 365 ημερών, όπου για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο επικαλείται συνεχή νοσηλεία από 9-3-2009, άλλοτε από 9-3-2010, ενώ δεν αναφέρει, όπως και πρωτοδίκως, με την κρινόμενη έφεσή της ποιες ήταν οι δύο τουλάχιστον νοσηλείες ή οι δύο χειρουργικές επεμβάσεις, που πρέπει να συνυπολογιστούν με το επίδικο χρονικό διάστημα (από 4-6-2010 έως 4-10-2010) ώστε να τεθεί σε εφαρμογή το τεκμήριο ότι αυτές θεωρούνται σαν μία νοσηλεία ή χειρουργική επέμβαση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο αφενός μεν παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον περιεχόμενο στην έφεσή της ισχυρισμό, αποτελούντα ένσταση, ότι ο Α.
Δ. άρχισε να νοσηλεύεται στις 9-3-2009 και στις 4/6/2010, που άρχισε η επίδικη νοσηλεία, είχε συμπληρώσει 365 ημέρες συνεχούς νοσηλείας για την ίδια αιτία και συνεπώς, κατά ρητό όρο της μεταξύ τους σύμβασης ασφάλισης, η δαπάνη του για νοσήλεια του αιτούμενου με την αγωγή χρονικού διαστήματος δεν καλύπτεται από την σύμβαση, αφετέρου δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας την ένστασή της αυτή ως αόριστη, ενώ αυτή ήταν ορισμένη.
Οι μοναδικοί αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως αλυσιτελείς και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί πλήττουν μόνο την αιτιολογία της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της αναιρεσείουσας ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, ενώ δεν πλήττουν καθόλου την επάλληλη αιτιολογία, με την οποία απορρίφθηκε η ίδια ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς την απόρριψη της ένστασης και συνεπώς και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι, γιατί δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την περιεχόμενη σε αυτούς ένσταση, προβλήθηκαν παραδεκτά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να αποτελούν νομίμως προβληθείσα ένσταση, ούτε και γίνεται επίκληση κάποιου λόγου από τους αναφερόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούν την βραδεία προβολή αυτών για πρώτη φορά με λόγο έφεσης, ή συνδρομής κάποιας εξαιρετικής περίπτωσης από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Ανεξαρτήτως αυτών, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι και αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προυπόθεση, αφού τελικά το Εφετείο, με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη και ερεύνησε και κατ' ουσίαν τους προβληθέντες για πρώτη φορά με την έφεση ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας, τους οποίους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ. ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ,κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.
Πολ. Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 17/12/2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2342/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών -Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου αυτής το δημόσιο ταμείο και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ