483/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated483/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 2253//2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ.495§3 Κ.Πολ.Δ.).
Full text
Απόφαση 483 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αζαριάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Δ. του Χ. και 2) Ι. συζύγου Μ. Δ., το γένος Η. Τ., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μαυρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9215/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2253/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση και των δύο αυτών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν γίνει τυπικώς δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν όμως ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης αποφάσεως και η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως.
Η αναίρεση, όπως όλα τα ένδικα μέσα, ασκείται με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση γίνεται, κατά το άρθρο 566 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά (ΑΠ341/2015, ΑΠ1719/2013, ΑΠ1389/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η 2253/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε για τυπικό λόγο (μη καταβολή παραβόλου) η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της συμπροσβαλλόμενης 9215/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και η τελευταία αυτή απόφαση (πρωτόδικη).
Όμως η αίτηση κατατέθηκε μόνο στο δευτεροβάθμιο και όχι και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού μία μόνο πράξη καταθέσεως, η 910/14-03-2018 (και με ειδικό αριθ. κατάθεσης 64/2018) ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υπάρχει κάτω από αυτήν. Άλλωστε τούτο προκύπτει από το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ.9215/2015 πρωτόδικης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Στο άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μεταξύ των οποίων και το απαράδεκτο ασκήσεως ενδίκων μέσων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 2/2001,12/2000, ΑΠ664/2018).
Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΑΠ640/2011, ΑΠ862/2011, ΑΠ558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 164/2017, ΑΠ 204/2014,ΑΠ862/2011). Δικονομικοί θεωρούνται εκείνοι οι κανόνες δικαίου που καθορίζουν την διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας.
Τέτοια είναι και η διάταξη του άρθρου 495 ΚΠολΔ (ΑΠ894/2018, ΑΠ2248/2014, ΑΠ817/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης έφεσης (12-8-2015), ορίζονται τα ακόλουθα: "Εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, "β.
Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες". Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο....." Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς εκείνη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ.
κατά την οποίαν: "Αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως", προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο.
Με βάση τα ανωτέρω η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης (ΑΠ 1137/2018, ΑΠ 532/2016, ΑΠ341/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ως απαράδεκτη, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Με την κρινόμενη ...
με αριθμό έκθεσης ... έφεση προσβάλλεται η υπ'αριθμ. 9215/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 12-9-2010 ... αγωγής των ήδη εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ερειδομένης στις διατάξεις των άρθρων 505, 509, 1509 Α.Κ., η οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη.
Όμως, όπως προκύπτει από τη σχετική (με αριθμό 2838/12.8.2015) έκθεση της αρμόδιας γραμματέα τη συνημμένη στο επικυρωμένο αντίγραφο της έφεσης που υπάρχει στη δικογραφία, το δικόγραφο αυτής (έφεσης) κατατέθηκε την 12-8-2015, χωρίς το οικείο παράβολο των διακοσίων (200) ευρώ, ούτε εξάλλου από προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) έγγραφα προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια κατάθεση, αλλά ούτε και γίνεται σχετική αναφορά για κατάθεση παραβόλου στις κατατεθείσες, την 3.3.2017 (ήτοι πριν τη συζήτηση της έφεσης) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις του (βλ.
τις από 1-3-2017 έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος με την επ' αυτών από 3.3.2017 πράξη κατάθεσης της αρμόδιας γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου). Επομένως, εφόσον η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε χωρίς την κατάθεση του εν λόγω παραβόλου, λείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη." Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου αφού, σύμφωνα με την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής σε περίπτωση μη καταθέσεως του προβλεπομένου παραβόλου το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως ως προς την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται την εν λόγω απόφαση για την απόρριψη ως απαραδέκτου της εφέσεώς του, διότι, όπως ισχυρίζεται είχε καταθέσει το προβλεπόμενο παράβολο και εσφαλμένα ο αρμόδιος γραμματέας σημείωσε στην οικεία έκθεση την μη κατάθεσή του και σε κάθε περίπτωση δεν του ζητήθηκε από το Δικαστήριο, τυγχάνει αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 2253//2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ.495§3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 1.3.2018 αίτησης του Χ. Δ. του Μ., κατά της υπ' αριθ. 9215/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση, κατά της υπ' αριθ. 2253/2017 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ