Legislator Case Law & Legislation
483/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling plaintiff failed to prove tenancy by prescription.

Case Number 483/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of a claim for recognition of co-ownership rights. The plaintiff argued she acquired ownership through derivative acquisition via inheritance, while the defendant claimed ownership through tenancy by prescription. The court held that the plaintiff never acquired ownership because she failed to prove the necessary conditions for tenancy by prescription, including good faith and lawful title, and the derivative acquisition was not established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1041, 1043, 1044, 1193, 1198, 1199 of the Greek Civil Code; The court ruled that tenancy by prescription requires good faith and lawful title, and derivative acquisition via inheritance requires acceptance and registration, which the plaintiff failed to prove.

Keywords

AI generated
tenancy by prescription good faith possession derivative acquisition inheritance acceptance co-ownership recognition Civil Code provisions appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 1041, 1043, 1044 of the Greek Civil Code
Articles 1193, 1198, 1199 of the Greek Civil Code
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 483 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Μ. του Β., χήρας Α. Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μαυρομμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ματθαίο Βαραγγούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/5/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 17/9/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, για την πληρότητα και το ορισμένο αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή, πρέπει να αναφέρονται τα απαιτούμενα από τα άρθρα 1846, 1193 και 1198 ΑΚ για κτήση της κυριότητας περιστατικά, δηλαδή ότι ο ενάγων αποδέχτηκε την κληρονομιά και τη μετέγραφε.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1043, 1044 ΑΚ, προκύπτει ότι για την απόκτηση από κάποιον της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί του ακινήτου, με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε καλή πίστη βρίσκεται ο νομέας όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση κατά το χρόνο απόκτησης της νομής ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, ενώ νομιζόμενος τίτλος υπάρχει και όταν ο νομέας δικαιολογημένα, δηλαδή όχι από βαριά αμέλεια πίστευε ότι υπάρχει νόμιμος τίτλος κτήσης της κυριότητας, ενώ τέτοιος τίτλος δεν υπάρχει, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της δήλωσης περί αποδοχής της κληρονομιάς, αν ο κληρονόμος καταλάβει το πράγμα νομίζοντας καλόπιστα ότι ανήκει στην κληρονομιά ή καταλάβει αυτό νομίζοντας ότι είναι κληρονόμος, ο δε χρόνος της τακτικής χρησικτησίας δεν αρχίζει να τρέχει πριν από την ημέρα της μεταγραφής του τίτλου, εκτός αν ο νόμος αναγνωρίζει αναδρομικότητα της μεταγραφής, όπως στην περίπτωση αποδοχής κληρονομιάς (άρθρο 1199 ΑΚ), οπότε η μεταγενέστερη μεταγραφή δεν εμποδίζει τη χρησικτησία, παρότι έλειπε κατά το χρόνο κτήσης της νομής, η αναδρομική όμως αυτή ενέργεια της μεταγραφής καθιερώνεται μόνο για τον αληθή κληρονόμο.

Επειδή, κατά το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και εάν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο Δ. Σ. του Δ., πάππος αμφοτέρων των διαδίκων, που αποβίωσε στις 23-04-1954, με την .../07-02-1954 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε από τον τότε συμβολαιογράφο Νάξου, Βασίλειο Δέτση, και δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του, μεταξύ των άλλων, α) την κόρη του και μητέρα του εκκαλούντος, Ε., σύζυγο Α.

Π., επί μιας οικίας, κείμενης στο συνοικισμό "Σταυρός" της Δονούσας, αποτελούμενης από δύο δωμάτια, κουζίνα και αυλή στην οποία κατοικούσε ο ίδιος με τη σύζυγο του, και μίας ρίζας φραγκοσυκιάς - ακριβώς στη θύρα της κουζίνας-, παραχωρώντας δικαίωμα οίκησης στη σύζυγο του, εφ' όρου ζωής της, και β) την κόρη του και μητέρα της εφεσίβλητης, Ε., χήρα Β.

Μ., επί ενός τεμαχίου με φραγκοσυκιές, το οποίο συνόρευε με τη ως άνω οικία, την οποία κατέλιπε στην Ε. και με κτήμα της Κ. Ξ. και εκτεινόταν μέχρι το κτήμα του Η. K.. Την κυριότητα του ανωτέρου απώτερου δικαιοπαρόχου τους, επί των ανωτέρω ακινήτων, ομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι με την αγωγή, την έφεση και τις προτάσεις τους (που υπέβαλαν στο πρωτοβάθμιο άλλα σ' αυτό το Δικαστήριο), εκ της ομολογίας αυτής δε παράγεται πλήρης απόδειξη για το περιστατικό αυτό (άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Ωστόσο, καμία εκ των ως άνω κληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα τους δεν αποδέχθηκε, όσο ζούσε, την κληρονομία με συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής. Η ανωτέρω Ε., χήρα Β. Μ., απεβίωσε στις 19-12-1983, αδιάθετη, καταλείποντας πλησιέστερους συγγενείς της, τα τέκνα της, Μ., Δ., Γ. Μ. και την εφεσίβλητη Κ. Μ., χήρα Α. Ξ., καθώς και το τέκνο του προαποβιώσαντος, την 18-04-1980, υιού της, Ν., ήτοι την Β.

Μ.. Η εφεσίβλητη (Κ. Μ.), εμφανίστηκε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της θανούσας μητέρας της Ε. και με την .../22-05-2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Νάξου Ά. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου, στις 26-5-2008, αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας της, εν συνεχεία δε και υπό την ανωτέρω ιδιότητα, γνωρίζοντας την ύπαρξη της ως άνω διαθήκης του πάππου της, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα δημοσιεύθηκε στις 18-04-1956, με την ίδια ως άνω πράξη, αποδέχθηκε, επίσης, για λογαριασμό της κληρονομούμενης μητέρας της και την κληρονομία του ως άνω πατρός της τελευταίας, Δ.

Σ.. Στην αποδοχή αυτή, η εφεσίβλητη περιέλαβε το 1/5 εξ αδιαιρέτου του ενός οικοπέδου άρτιου και μη οικοδομήσιμου, κειμένου εντός των ορίων του οικισμού "Σταυρού" Δονούσας Κυκλάδων, εκτάσεως 44,34 τ.μ, το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Β. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Α., και συνορεύει, βάσει αυτού, βόρεια, σε πλευρά Β.Γ μήκους 2,25 μ., με ιδιοκτησία Δ.

Μ., ανατολικά, εν μέρει, σε πλευρά Α.Β μήκους 10 μ., με ιδιοκτησία Γ. και Μ. Π. και εν μέρει, σε πλευρά Ζ.Η μήκους 3,75 μ., με ιδιοκτησία Δ. Π. (εκκαλούντος), νότια, εν μέρει, σε πλευρά Α.Η μήκους 10 με ιδιοκτησία Δ. Π. (εκκαλούντος) και εν μέρει, σε πλευρά Ε.Ζ μήκους 0,25 μ., με ιδιοκτησία πρώην Κ. Ξ. και νυν Ι. Ξ. και δυτικά, σε τεθλασμένη πλευρά Γ.Δ.Ε μήκους 14,00 μ.

με ιδιοκτησία πρώην Κ. Ξ. και νυν Ι. Ξ.. To ανωτέρω, ωστόσο, περιγραφόμενο ακίνητο, το οποίο είναι και το επίδικο δεν ταυτίζεται με το αναγραφόμενο στη διαθήκη, ως άνω υπό στοιχείο α) ακίνητο, το οποίο κατέλιπε ο Δ. Σ. στη μητέρα της εφεσίβλητης αλλά αποτελεί το βόρειο τμήμα του υπό στοιχείο β) ακινήτου, το οποίο κατέλιπε με την αυτή διαθήκη στη μητέρα του εκκαλούντος, και συγκεκριμένα την αυλή, που βρίσκεται πίσω από την κληρονομιαία οικία.

Για το γεγονός αυτό, για το οποίο δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο, σημειώνονται τα εξής: Το κτήμα ιδιοκτησίας του Η. Κ., με το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με τη διαθήκη, το ακίνητο των φραγκοσυκιών, που κατελήφθη στη μητέρα της εφεσίβλητης, βρίσκεται, όπως αποδεικνύεται από τους τίτλους των όμορων ακινήτων, που προσκομίζουν οι διάδικοι, στη βόρεια πλευρά αυτού, ενώ το επίδικο ακίνητο συνορεύει βόρεια, όπως η ίδια η εφεσίβλητη δέχεται, με ιδιοκτησία Δ.

Μ., παλαιότερα δε με ιδιοκτησία Γ. Μ., ουδέποτε όμως με κτήμα ιδιοκτησίας Η. Κ.. Για τα ανωτέρω καταθέτει με σαφήνεια ο ενόρκως Βεβαιώσας Δ. Σ. του Η., για την αξιοπιστία του οποίου δεν έχει λόγο να αμφιβάλει το Δικαστήριο, καθώς αυτός είναι πρώτος ξάδερφος αμφοτέρων των διαδίκων, μόνιμος κάτοικος της Δονούσας, ο οποίος από το 1956 έως το 1990 υπήρξε γραμματέας της κοινότητας και έκτοτε έως και το 1995 χρημάτισε Πρόεδρος της, και ως εκ τούτου είναι γνώστης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης περιοχής.

Συγκεκριμένα, αυτός καταθέτει ότι το επίδικο οικόπεδο συνέχεται με την οικία (ειδικότερα βρίσκεται στο πίσω μέρος της), την οποία ως ενιαία έκταση με το επίδικο το είχε γράψει, με διαθήκη του 1954, ο παππούς του εκκαλούντος στη μητέρα του και ότι αυτό συνορεύει μ' εκείνο που είχε γράψει με την ίδια διαθήκη στη μητέρα της εφεσίβλητης, το οποίο "φτάνει μέχρι, το τοίχο του Η.

Κ.". Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τις νομίμως προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες του επιδίκου και της γύρωθεν αυτού περιοχής, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, από την επισκόπηση των οποίων εμφαίνεται εναργώς ότι το επίδικο αποτελεί συνέχεια της οικίας της Ε. Μ. (μητέρας του εκκαλούντος), ενώ υπάρχει μεταξύ αυτού και του οικοπέδου της Ε.

Μ. (μητέρας της εφεσίβλητης) σημαντική υψομετρική διαφορά. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το νομίμως προσκομιζόμενο (υπ' αριθμ. .../1981 συμβόλαιο δωρεάς) τίτλο ιδιοκτησίας της Γ. και Μ. Π., ιδιοκτητών του όμορου, στ' ανατολικά του επίδικου, ακινήτου, στον οποίο αναγράφεται ότι το ακίνητο τους συνορεύει δυτικά, εν μέρει με ιδιοκτησία Γ.

Μ. (νυν Δ. Μ.) και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Π. (μητέρας του εκκαλούντος) και όχι με ιδιοκτησία της Ε. Μ. (μητέρας της εφεσίβλητης). Ενόψει των ανωτέρω, η αποδοχή, στην οποία προέβη το 2008 η εφεσίβλητη, είναι άκυρη, διότι το ως άνω περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο δεν ήταν αυτό το οποίο κατέλιπε ως κληρονομιά στην Ε., μητέρα της εφεσίβλητης, ο θανών.

Συνεπώς αυτή (εφεσίβλητη) δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ιδανικού μεριδίου (1/5 εξ αδιαιρέτου) με τον ως άνω παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω, η αποδοχή της κληρονομιάς της εφεσίβλητης, που έγινε με την ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς δε μπορεί να ισχύσει σαν νόμιμος τίτλος, διότι το επίδικο δεν καταλείφθηκε με τη διαθήκη στη μητέρα της εφεσίβλητης.

Μόνο ως νομιζόμενος τίτλος θα μπορούσε να ισχύει αλλά η τακτική χρησικτησία της, με βάση αυτόν, θα άρχιζε από τις 26-5-2008, που έγινε η μεταγραφή του και δε θα ενεργούσε αναδρομικά, διότι η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της αποδοχής της κληρονομιάς, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1199 ΑΚ, καθιερώνεται μόνο για τον αληθή κληρονόμο, έκτοτε δε μέχρι την άσκηση της αγωγής, το 2008, που επικαλείται η ενάγουσα - εφεσίβλητη ότι ασκούσαν αυτή και οι δικαιοπάροχοι της καλόπιστα πράξεις νομής, δεν συμπληρώθηκε δεκαετής νομή επί του επιδίκου, Εξάλλου, τη νομή της εκ διαθήκης κληρονόμου του θανόντος δεν μπορεί η ενάγουσα - εφεσίβλητη να τη συνυπολογίσει στη δική της νομή, διότι και εκείνη δεν μπορεί να αντιτάξει τη νομή της κατά της αληθινής κληρονόμου.

Ανεξάρτητα, όμως από αυτά, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε η εφεσίβλητη (ή αντιπρόσωποι αυτής), ή η μητέρα της Ε. Μ., άσκησαν φυσική εξουσία επί του επιδίκου ακινήτου, ούτε ότι πίστευαν καλόπιστα ότι αυτό ανήκει στην κληρονομιά, που κατέλιπε ο παππούς της πρώτης και πατέρας της δεύτερης στην τελευταία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για νομιζόμενο τίτλο.

Αντίθετα, μάλιστα γνώριζαν αμφότερες ότι το επίδικο ακίνητο (ως ενιαίο οικόπεδο με την υπ' αυτού οικία) είχε ήδη από το έτος 1939 (πριν δηλαδή τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης) παραχωρηθεί με άτυπη δωρεά από τον Δ. Σ. στην κόρη του Ε., η οποία από τότε το κατείχε συνεχώς και δη μέχρι μεν την εισαγωγή του ΑΚ [23-2-1946] με διάνοια κυρίου, ήτοι με τη θέληση να την έχει σαν δική της και με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής της δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το επ' αυτής δικαίωμα κυριότητας άλλων, έκτοτε δε με διάνοια κυρίου, ενεργώντας σ' αυτήν όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και στη θέση του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως βούλησή της, απρόσκοπτα και χωρίς ουδέποτε ενοχληθεί από την εφεσίβλητη ή τη μητέρα της, ή από κάποιον τρίτο.

Ειδικότερα, το επίδικο αυτό η μητέρα του εκκαλούντος χρησιμοποιούσε ως αυλή του σπιτιού, άπλωνε εκεί τα ρούχα, εναπόθετε ξύλα, την περιποιείτο έως και το έτος 1989, οπότε, έχοντας καταστεί κυρία αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, το μεταβίβασε, μαζί με την οικία, στον υιό της Δ. Π., εκκαλούντα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-04-1989 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ελευσίνας, Νίκης Κωβαίου, σύζ.

Ανδρέα Γαρίνη, νομίμως μεταγραμμένου. Έκτοτε δε ο εκκαλών και με τον νόμιμο ως άνω τίτλο, συνέχισε την άσκηση διακατοχικών πράξεων σ' αυτό διάνοια κυρίου, και συγκεκριμένα χρησιμοποιούσε το επίδικο ως αποθηκευτικό χώρο της συνεχόμενης οικίας του στην οποία διαμένει με τη σύζυγο του και την κόρη του, προκειμένου να εναποθέτει ξύλα και τα εργαλεία, που χρησιμοποιεί για την επισκευή μηχανών θαλάσσης και αυτοκινήτων, με την οποία ασχολείται ερασιτεχνικά, καθώς επίσης έχει τοποθετήσει βαρέλια, τα οποία χρησιμοποιεί ως δεξαμενές νερού και έχει φυτέψει επ' αυτού ένα δέντρο (νεόπορο).

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται τόσο από τις καταθέσεις της μάρτυρος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την επιμέλεια του εναγομένου -εκκαλούντος, όσο και από αυτές των ενόρκως βεβαιωσάντων Δ. και Η. Σ., συγγενών αμφοτέρων των διαδίκων, που στηρίζονται σε προσωπική αντίληψη. Η μη άσκηση νομής από την εκκαλούσα στο επίδικο, άλλα και η έλλειψη διανοίας κυρίου, αποδεικνύονται περίτρανα από την ίδια τη συμπεριφορά της το έτος 2007, όταν ανέκυψε αμφισβήτηση για τα ανατολικά όρια του επίδικου ακινήτου, μεταξύ του εκκαλούντος και της Γ.

Π., συγκυρίας του, όμορου στ ανατολικά του επίδικου, ακινήτου, Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του ως άνω έτους δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του εκκαλούντος και της Γ. Π., επίσης πρώτης ξαδέρφης αμφοτέρων των διαδίκων, με αφορμή τη μετακίνηση του ορόσημου, που διαχώριζε το επίδικο με την ιδιοκτησία της δεύτερης.

Τότε, η τελευταία, επιθυμώντας να βρεθεί εξώδικη επίλυση της διαφοράς, κάλεσε τον εκκαλούντα να συμβιβαστούν ως προς τα όρια των ακινήτων τους (και όχι την εφεσίβλητη, όπως θα ήταν λογικό αν ήταν αληθής ο ισχυρισμός της ότι το επίδικο ανήκε στην ίδια), παρουσία δε του ως άνω ενόρκως βεβαιώσαντος Δ. Σ., τοποθετήθηκε κατά μήκος του ορίου ράμμα.

Σ' όλη την ανωτέρω διαμάχη ουδόλως ενεπλάκη η εφεσίβλητη, αντιθέτως μάλιστα την περίοδο εκείνη η ίδια περιέφραξε με συρματόπλεγμα και τσιμεντόλιθους το δικό της διαχωρίζοντας το σαφώς από το όμορο (στ' ανατολικά του) επίδικο οικόπεδο, πράξη που δε συνάδει με συμπεριφορά κυρίου. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά επιρρωνύονται τόσο από την κατάθεση της κόρης της εφεσίβλητης, η οποία κατέθεσε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και από τις φωτογραφίες, που προσκόμισε ο εκκαλών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, από την επισκόπηση των οποίων εναργώς εμφαίνεται η ύπαρξη της ανωτέρω περίφραξης, που διαχωρίζει το ακίνητο της εφεσίβλητης από το επίδικο.

Άλλωστε, παρά τις προσπάθειες της Γ. Μ. και του εκκαλούντος για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, αναφορικά με τα όρια των όμορων ακινήτων τους, στις οποίες συνέδραμαν και διάφοροι συγγενείς τους, καθώς η έριδα είχε γίνει γνωστή στο ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον, η αμφισβήτηση συνέχισε να υπάρχει, προς άρση δε αυτής ο εκκαλών άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, την από 28-08-2007 αίτηση ασφαλιστών μέτρων διατάραξης της νομής του στο επίδικο ακίνητο κατά της Γ.

Π.. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής, την 29-11-2007, η εφεσίβλητη όχι μόνο δεν παρενέβη αντιποιούμενη ίδιο δικαίωμα νομής ή κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, άλλα προσήλθε στο ακροατήριο ως μάρτυρας της καθ' ης η αίτηση και κατέθεσε για το επεισόδιο που είχε λάβει χώρα τον Αύγουστο του 2007, μεταξύ του εκκαλούντος και της Π., και για τις μεταξύ τους έριδες αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, καθώς και ότι η τελευταία δεν προέβη σε καμία πράξη διατάραξης της νομής του πρώτου στο επίδικο.

Επιπροσθέτως, κατέθεσε ότι τα 50 τ.μ. (εννοώντας το επίδικο) είναι δικά του (εκκαλούντος) και ότι εκεί έχει βαρέλια να μαζεύει νερό. Η κατάθεση αυτή συνιστά εξώδικη ομολογία, εφεσίβλητης (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ) για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά. Η εφεσίβλητη για πρώτη φορά ήγειρε αξιώσεις επί του επιδίκου το έτος 2008, με την κατάθεση της από 16-10-2008 αναγνωριστικής αγωγής, της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μετά την έκδοση της με αριθμ. 57/2007 απόφασης επί της ανωτέρω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του εκκαλούντος, η οποία αναγνώρισε προσωρινά τον τελευταίο νομέα και κάτοχο του επίδικου, αλλά και μετά την άσκηση της από 10-02-2008 (και με αριθμ.

κατ. 6/11-2-2008) αναγνωριστικής αγωγής του ιδίου κατά της Π., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγομένη ουδέποτε απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν των ανωτέρω η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ιδανικού μεριδίου (1/5 εξ αδιαιρέτου) του επιδίκου ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο.

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου με την προσβαλλομένη απόφαση του έκρινε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων ότι είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 16-10-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί συγκυρία κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο που αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής της, εξαφάνισαν την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, καθόσον και κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση παράγωγο τρόπο, άλλως με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας ως νεμηθείς τούτο από του έτους 1939 μετά των δικαιοπαρόχων του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου δυνάμει του αναφερομένου στην πιο πάνω απόφαση νομίμου τίτλου μέχρι της ασκήσεως της κρινομένης αγωγής, ενώ η αναιρεσείουσα ουδέποτε άσκησε επί του επιδίκου, το οποίο δεν ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στους τίτλους κτήσης κυριότητας αυτής ακίνητο, οποιαδήποτε πράξη νομής με διάνοια κυρίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την παραπάνω κρίση του παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1193, 1199, 1041, 1042, 1043, 1044, 1045, 1051 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τις λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίκληση της παραβάσεως του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη από 3-5-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 25/2011 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ