Legislator Case Law & Legislation
483/2012 AI generated

483/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 483/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 483 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2012

Legislator headnote

AI generated

483/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 483 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2012

Keywords

AI generated
deportation despite health issues termination related to absence self-induced incapacity loss of earning capacity degree of earning incapacity fluctuating incapacity for work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 483 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Μασούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2. Του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION" ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α. της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1622/2007 μη οριστική και 4615/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2059/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-1-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 1-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 2677Ε/3-5-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο .... Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ανακοπής, ενδίκου μέσου (ΑΠ 450/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι μετά την κατά παραδοχή της εφέσεώς του εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την κατ' ουσία εξέταση της αγωγής του δεν του επιδίκασε το αιτούμενο ποσό των 2000 ευρώ που θα απαιτηθεί για χειρουργική επέμβαση ευθειασμού ρινικού διαφράγματος. Πράγματι, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την από 7-6-2004 αγωγή του είχε ζητήσει να του επιδικαστεί μεταξύ άλλων και το ανωτέρω κονδύλιο. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ενώ δέχεται ανελέγκτως ότι ο αναιρεσείων από το τροχαίο ατύχημα υπέστη τραυματική σκολίωση ρινικού διαφράγματος και έντονη δυσχέρεια ρινικής αναπνοής και ότι για το λόγο αυτό υποβλήθηκε σε χειρουργικό ευθειασμό του ρινικού διαφράγματος, παρέλειψε να αποφανθεί για την αιτούμενη δαπάνη, αφήνοντας έτσι αδίκαστο το σχετικό αίτημα της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, αυτό το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

3. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 Α.Κ. προκύπτει, ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγιο της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον. Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο(ΑΠ 122/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ικανότητας για εργασία του αναιρεσείοντος δέχτηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως οδηγός λεωφορείου στο γραφείο γενικού τουρισμού του Ι. Σ. λαμβάνοντας καθαρές μηνιαίες αποδοχές 733,68 ευρώ. Εξαιτίας του τραυματισμού του παρέμεινε ανίκανος για εργασία, λαμβάνοντας συνεχόμενες αναρρωτικές άδειες κα επιδόματα ασθενείας από το ΙΚΑ. Ειδικότερα επιδοτήθηκε από το ΙΚΑ για χρονικό διάστημα από 14-6-2002 μέχρι 20-6-2003 με το ποσό των 5.838,42 ευρώ συνολικά, δηλαδή για χρονικό διάστημα ενός έτους μετά το παραπάνω ατύχημα (βλ. το ατομικό βιβλιάριο υγείας του ενάγοντος με τα αναφερόμενα επιδόματα ασθενείας): Αν δεν είχε συμβεί ο τραυματισμός του ο ενάγων θα αποκόμιζε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα μετά βεβαιότητας, από την εργασία του, ως οδηγός λεωφορείου το ποσό των 10.271,52 ευρώ, δηλαδή αποδοχές 12 μηνών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας (733,68 € χ 14 μήνες). Λαμβάνοντας υπόψη το ότι αυτός έλαβε από το ΙΚΑ για το παραπάνω διάστημα 5.838,42 ευρώ, απώλεσε το ποσό των 4.433,10 ευρώ (10.271,52 € - 5.838,42 € = 4.433,10 ευρώ). Πρέπει, συνεπώς, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα για την απώλεια των εισοδημάτων του, συνεπεία του τροχαίου, ατυχήματος το ποσό των 4.433,1 ευρώ. Ανικανότητα, του ενάγοντα προς εργασία για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα . δεν αποδείχθηκε αφού η απόλυση του εναγομένου από την εργασία του έγινε στις 30-6-2003, δηλαδή ένα χρόνο μετά το ατύχημα, όχι λόγω της ανικανότητας αυτού προς εργασίας, αφού από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αυτός κατέστη έκτοτε ανίκανος προς εργασία, δεδομένου ότι ούτε ο πραγματογνώμονας ιατρός αναφέρει για ανικανότητα αυτού προς εργασία ούτε ο διορισθείς από τους εναγόμενους τεχνικός σύμβουλος χειρούργος ορθοπεδικός Α. Α.. Επομένως, τα αγωγικά κονδύλια του ενάγοντος για διαφυγόντα κέρδη από 21-6-2003 μέχρι 21-6-2004 και από 1-7-2004 μέχρι 30-6-2032 ποσών 13.466,88 και 188.536,32 ευρώ αντίστοιχα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα". Στη συνέχεια δέχεται η πληττόμενη απόφαση, ότι ο ορθοπεδικός ιατρός Γ. Σ., που εξέτασε τον ενάγοντα αναφέρει για μέτρια δυσκινησία του ΑΡ ώμου, ο δε πραγματογνώμων ιατρός στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ότι υπάρχει δυνατότητα πραγματοποίησης εργασιών στο μέλλον, μόνο δε η εργασία ως οδηγός αυτοκινήτου κρίνεται δυσχερής". Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες. Διότι από το ένα μέρος δέχεται ότι η ανικανότητα του αναιρεσείοντος για εργασία καλύπτει το χρονικό διάστημα από 14-6-2002 μέχρι 20-6-2003, ενώ για το υπόλοιπο απαιτούμενο χρονικό διάστημα από 21-6-2003 μέχρι 30-6-20 δεν αποδεικνύεται ανικανότητα αυτού προς εργασία, και από το άλλο μέρος δέχεται ότι μόνο η εργασία ως οδηγός αυτοκινήτου κρίνεται δυσχερής. Η αντιφατικότητα της αιτιολογίας είναι προφανής, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

4. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους (ΑΠ 2067/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1655/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση δέχτηκε σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αναπηρίας του αναιρεσείοντος τα ακόλουθα περιστατικά: "Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε αναπηρία του ενάγοντα οφειλόμενη στον τραυματισμό του, ούτε παραμόρφωση του σε τέτοιο βαθμό (ενόψει και των μελλοντικών αποκαταστατικών επεμβάσεων) η οποία να επηρεάζει την επαγγελματική, κοινωνική ή οικονομική του εξέλιξη, καθόσον η μεν κάκωση του προσώπου δεν εμποδίζει τον ενάγοντα να επανέλθει στην συγκεκριμένη επαγγελματική του δραστηριότητα, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, μετά μάλιστα και την αποκατάσταση με αισθητικές επεμβάσεις, η δε κάκωση του ΑΡ ώμου, που είχε ως επακόλουθο τη μέτρια δυσχρησία αυτού (ώμου) λόγω πώρωσης με έκτοπη οστεοποίηση κατάγματος ΑΡ κλείδας δεν επηρεάζει τη σωματική ακεραιότητα και την ικανότητα του ενάγοντος για εργασία, ούτε θα προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική - οικονομική πρόοδο του (βλ. την από 14-3-2008 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού ιατρού Α. Α.). Άλλωστε και ο ορθοπεδικός ιατρός Γ. Σ., που εξέτασε τον ενάγοντα αναφέρει για μέτρια δυσκινησία ΑΡ ώμου, ο δε πραγματογνώμων ιατρός στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ότι υπάρχει δυνατότητα πραγματοποίησης εργασιών στο μέλλον, μόνο δε η εργασία ως οδηγός αυτοκινήτου κρίνεται δυσχερής. Επομένως, εφόσον δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του ενάγοντος οι προϋποθέσεις της αναπηρίας, δηλ. της έλλειψης σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας αυτού ή της παραμόρφωσης - δυσμορφίας που να προκαλεί στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική οικονομική πρόοδο του πρέπει να απορριφθεί το αγωγικό κονδύλιο από το άρθρο 931 ΑΚ (ποσού 440.205,40 ευρώ) ως αβάσιμο κατ' ουσίαν". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της έννοιας της αναπηρίας, διότι ενώ δέχεται ότι η μέτρια δυσχρησία του ΑΡ ώμου λόγω πόρωσης με έκτοπη οστεοποίηση κατάγματος ΑΡ κλείδας δεν επηρεάζει τη σωματική ακεραιότητα και την ικανότητα του ενάγοντος για εργασία, ούτε θα προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική- οικονομική πρόοδό του, στο τέλος δέχεται ότι λόγω της μέτριας δυσκινησίας του ΑΡ ώμου μόνο η εργασία ως οδηγός αυτοκινήτου κρίνεται δυσχερής, δηλαδή δυσχέρεια στο επάγγελμα που ασκούσε πριν το ατύχημα. Οι ανεπαρκείς αυτές παραδοχές καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα παραπάνω μέρη της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ),ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2059/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα μέρη που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2012 .

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ