Legislator Case Law & Legislation
483/2011 AI generated

483/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 483/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 3/4/2006 και 11/7/2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3587/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4747/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/11/2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

483/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τον αριθμό δε 14 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρο 297 και 298 ΑΚ.

Keywords

AI generated
motorcycle road accident traffic violation driving whilst disqualified extreme speeding offence hit-and-run overtaking maneuver
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 483 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 483/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Ιωάννα Λούκα και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σπανέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Μπακόλα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευλογέτα Τσιτσιπή-Μισαηλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 3/4/2006 και 11/7/2006 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3587/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4747/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/11/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 8/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως *πράγματα* θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Κατά τον αριθμό δε 14 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρο 297 και 298 ΑΚ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντα, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά παράνομη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη σε πράξη ή παράλειψή του, που πρέπει να είναι υπαίτια δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλειά του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε (περιουσιακής ή μη).

Στην προκείμενη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή που έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση μετά την παραδοχή της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκθέτει ότι στις 5 Ιουνίου 2005 οδηγούσε το ποδήλατό του στην περιοχή *Ντράφι* της Πεντέλης Αττικής με κατεύθυνση από Αθήνα προς Ραφήνα, κινούμενη σε χωματόδρομο, ο οποίος είναι μάλιστα και ποδηλατόδρομος, σύμφωνα με την υπάρχουσα σε όλο το μήκος της ως άνω διαδρομής σήμανση, και πάντοτε στη δεξιά πλευρά του δρόμου, σύννομα και σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ.

Κατά τη διέλευσή του από απότομη αριστερή στροφή με περιορισμένη ορατότητα, ο πρώτος από τους εναγόμενους (αναιρεσείων) κινούμενος στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Ραφήνα προς Αθήνα, και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, χωρίς την απαιτούμενη σύνεση, επιμέλεια και προσοχή και χωρίς να ρυθμίσει την ταχύτητά του ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες της οδού (χωμάτινη οδός, περιορισμένη ορατότητα), παρεμβλήθηκε στην πορεία του ποδηλάτου του εντελώς ξαφνικά.

Αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου (αναιρεσείοντος) ήταν, παρά τον αποφευκτικό ελιγμό που πραγματοποίησε ο ενάγων προς τα αριστερά, να συγκρουστούν τα οχήματα σχεδόν μετωπικά και να πέσουν και οι δύο στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ο ενάγων επιπλέον σημειώνει ότι ο εναγόμενος δεν έφερε άδεια ικανότητας και το ειδικό σήμα της επίδικης μοτοσικλέτας.

Στη συνέχεια εκθέτει τις ζημιές τις οποίες υπέστη και ζητεί να αποζημιωθεί. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή, εφόσον περιγράφεται σ' αυτή η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου (αμελώς φερόμενος παρεμβλήθηκε στην πορεία του ποδηλάτου που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του), ήταν πλήρως ορισμένη και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σ' αυτή ρητά ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, αν και γίνεται επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αληθώς προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 14, δεν θεμελιώνεται, διότι η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και ως εκ τούτου ορθώς το Εφετείο δεν κήρυξε αυτήν παράδεκτη. Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, που υποβλήθηκε από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση για αοριστία της αγωγής. Ο λόγος κατά τα ανωτέρω είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος που συνέταξαν τα όργανα της τροχαίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη και την επισκόπηση των ως άνω εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 5-6-2005 και περί ώρα 9.15' ο Σ. Μ. φορώντας εξοπλισμό για εκτός δρόμου οδήγηση μοτοσικλέτας, ήτοι προστατευτικό κράνος, ειδικό προστατευτικό θώρακα, επιαγκωνίδες και ειδικές μπότες, οδηγούσε την υπ' αριθμ κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας GAS, ιδιοκτησίας του και ανασφάλιστη και έβαινε με ταχύτητα 30-40 χιλ/ώρα, στην περιοχή *Ντράφι* Πεντέλης από Ραφήνα προς Αθήνα, σε ανώνυμη παράπλευρη του Πεντελικού όρους οδό, η οποία είναι χωμάτινη, με έντονη ανωφέρεια σε σχέση προς την πορεία του, έντονες αυλακώσεις και πολλές πέτρες, που καθιστούν δυσχερέστατη την κίνηση των οχημάτων επ' αυτής.

Κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο ο Α. Σ. οδηγούσε δίτροχο ποδήλατο ιδιοκτησίας του, μάρκας Dekerf, φέρων προστατευτικό κράνος και έβαινε στον αυτό ως άνω χωμάτινο δρόμο αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Αθήνα προς Ραφήνα και με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα τα τριάντα χιλιόμετρα. Όταν και τα δύο οχήματα πλησίασαν σε στροφή του δρόμου που υπάρχει σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τη συμβολή του ως άνω χωματόδρομου με την οδό Σοφοκλέους, αριστερά μεν ως προς την πορεία του οδηγού του ποδήλατου, δεξιά δε ως προς την πορεία του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας έλαβε ανοικτά την επί της πορείας του δεξιά στροφή με αποτέλεσμα να εισέλθει στο ρεύμα πορείας του κανονικά κινούμενου οδηγού του μοτοποδηλάτου και να ανακόψει την πορεία του.

Στην κορυφή της στροφής όπου έλαβε χώρα η σύγκρουση, το πλάτος του δρόμου είναι 6,30 μ, στην δεξιά προς την πορεία του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας υπάρχουν βράχια του Πεντελικού όρους που περιορίζουν την ορατότητα των κατερχόμενων οχημάτων ή πεζών και στην δεξιά προς την πορεία του ποδήλατου μετά τον δρόμο υπάρχει γκρεμός.

Αποκλειστικά υπαίτιος για την ανωτέρω σύγκρουση τυγχάνει ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν κατέβαλε κατά την οδήγησή της την προσοχή την οποία όφειλε και μπορούσε εκ των περιστάσεων (ανώμαλο έδαφος, ανωφέρεια, περιορισμένη ορατότητα λόγω δεξιάς στροφής) και έλαβε δεξιά στροφή ανοικτά εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα που εκείνη τη στιγμή εκινείτο ο οδηγός με το ποδήλατο.

Ο τελευταίος παρά τον αποφευκτικό ελιγμό αριστερά, δεδομένου ότι δεξιά του ήταν γκρεμός, χωρίς να υπερβεί το νοητό άξονα της οδού, και παρά την τροχοπέδηση επί 11,20 μ η οποία επιμηκύνθηκε λόγω της κατωφέρειας, δεν απέφυγε τη σύγκρουση με την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα και συγκρούσθηκε με το εμπρόσθιο μέρος του ποδήλατου με το δεξιό μέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας.

Η ανωτέρω αμέλειά του επιτείνεται και από το γεγονός ότι δεν έφερε άδεια κυκλοφορίας και άδεια ικανότητας οδηγήσεως της μοτοσικλέτας την οποία σημειωτέον είχε ανασφάλιστη. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, στο οποίο φέρονται τα ίχνη σύγκρουσης και τα ευρήματα εξ αυτής (λάδια, γυαλιά) στο ρεύμα πορείας του ποδήλατου.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Ο αυτόπτης μάρτυρας Δ. Γ. προανακριτικά (10-1-2006) κατέθεσε *... οδηγούσα την δίκυκλη μοτοσικλέτα μου και μαζί μου ακριβώς δίπλα μου ήταν ο φίλος μου Μ. Σ. με την υπ' αριθμ … δίκυκλη μοτοσικλέτα και ανέβαινα στο βουνό ... στην δεξιά πλευρά του χωμάτινου δρόμου ...

είδα ξαφνικά ένα ποδηλάτη ο οποίος κατέβαινε από το βουνό στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Τότε εγώ έκανα αριστερά προκειμένου να το αποφύγω αλλά ο φίλος μου δεν μπόρεσε να το αποφύγει και συγκρούσθηκαν*. Ο ίδιος μάρτυρας κατά την επ' ακροατηρίου κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης) αναφέρει *...

ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στο ατύχημα, εγώ πήγαινα πίσω του με δική μου μηχανή. Πηγαίναμε στο άκρο δεξιό του δρόμου με 30-40 χιλ σιγά-σιγά με απόσταση ενός μέτρου μεταξύ μας. Εμείς είχαμε ανηφόρα, επάνω στη στροφή είδαμε τον ποδηλάτη στην δεξιά μεριά τη δική μας να έρχεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα είχε χάσει μάλλον τον έλεγχο του ποδηλάτου του.

Ο Μ. προσπάθησε να τον αποφύγει ... η σύγκρουση έγινε πλαγιομετωπικά, ο ποδηλάτης μετωπικά και ελάχιστα δεξιά ... ο ποδηλάτης βρισκόταν 1,20 μ από το άκρο δεξιό και υπήρχε γκρεμός στα δεξιά του ... το ποδήλατο έπεσε 60 πόντους από τα βράχια ... εμείς πηγαίναμε στο τέρμα δεξιά του δρόμου*. Εκ των ανωτέρω είναι φανερό ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των δύο καταθέσεων του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, ως προς την δική του θέση, την θέση του φίλου του Μ.

αλλά και στη θέση του ποδηλάτη, γεγονός που καθιστά την κατάθεση του μάρτυρα μη πειστική. Υπαιτιότητα του οδηγού του ποδήλατου για την ανωτέρω σύγκρουση και τα αποτελέσματά της (τραυματισμός του ίδιου και υλικές ζημίες του ποδηλάτου του) δεν αποδείχθηκε αφού έβαινε κανονικά στην πορεία του, και η είσοδος του οδηγού της μοτοσικλέτας ανοικτά σε δεξιά στροφή προς την πορεία του τελευταίου με ανωφέρεια, του απέκλεισε το ρεύμα πορείας του παρά την τροχοπέδηση και τον ως άνω αποφευκτικό ελιγμό του".

Μετά τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχθηκε την έφεση του πρώτου εφεσίβλητου Α. Σ., και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού. Στη συνέχεια δίκασε επί των αγωγών και α) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπ' αριθμ. κατάθεσης 4964/2006 αγωγή του αναιρεσείοντος και β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου Α.

Σ. καθώς και την από 11-7-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του δεύτερου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του αναιρεσείοντος, ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα χωρίς να την έχει ασφαλίσει. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ποδηλάτου, και την κατάφαση αποκλειστικής υπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, οδηγού της μοτοσικλέτας (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα, αποκλεισμός της πορείας του ποδηλάτου, παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό του ποδηλάτη), έτσι ώστε είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Επομένως, ο τέταρτος σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος, κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το εν λόγω πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ξεχωριστά για τον καθένα εφόσον δεν είχαν κοινή εκπροσώπηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2008 αίτηση του Σ. Μ. για αναίρεση της 4747/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ για το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ