Legislator Case Law & Legislation
483/2010 AI generated

483/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 483/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

483/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
access road municipal road public domain right-of-way violation action for exclusion from co-ownership municipal land
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 483 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γώγο.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. Δήμου ..., Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στο Δ.Δ. ..., νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γρόλλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12036/1998 μη οριστική, 26225/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 598/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 13-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματός τους, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής ή της ένστασης πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη τη, στηριζομένη στο πιο κάτω αναφερόμενο άρθρο 28 του ν. 1337/1983, ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρότεινε με τις πρωτόδικες προτάσεις του ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος Δήμος ....

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση της από 19.12.2005 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης 26225/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τέτοιος ισχυρισμός (περί αοριστίας της ως άνω ενστάσεως), δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης δεν περιέχεται σ' αυτήν.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ` ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (ΟλΣτΕ 774/1987, ΣτΕ 2604/2008, ΑΠ 157/2009, ΑΠ 1534/2004).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αυτήν το Εφετείο, δέχτηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα εκ κληρονομιάς του πατέρα της, που πέθανε το έτος 1969, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε το ίδιο έτος με την ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ελισάβετ Θεοδοσούδη-Χαραλαμπίδου, νομίμως μεταγραφείσα, κατέστη κυρία των 3/4 εξ αδιαιρέτου του παρακάτω ακινήτου, ολοκλήρου δε του ακινήτου αυτού κατέστη κυρία το έτος 1972, όταν η μητέρα της ένεκα δωρεάς της μεταβίβασε κατά κυριότητα το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Πέτρου Σιώκη, νομίμως μεταγραφέντος. Το ακίνητο αυτό, που κατά το έτος 1969 ήταν εκτάσεως 2.022 τ.μ. και συνόρευε βόρεια με άλλο ακίνητο της εκκαλούσας και ιδιοκτησία κληρονόμων ..., νότια με ιδιοκτησία εκκλησίας ..., ανατολικά με ιδιοκτησία... και Μ και δυτικά με ιδιοκτησίες Μ, ...

και Δήμου ..., βρίσκεται σε εδαφική περιοχή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως ... του έτους 1929 και των μετέπειτα αναθεωρήσεων του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως της πόλεως του ..., που έγιναν το 1981 και το έτος 1989. Οι υπουργικές αποφάσεις, που ενέκριναν το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του ..., δημοσιεύθηκαν αντίστοιχα στο τεύχος 8 του ΦΕΚ 21/28-2-1929 και στα τεύχη Δ των ΦΕΚ 575/14-10-1981 και 246/27-4-1998.

Από το παραπάνω ακίνητο η εκκαλούσα, μαζί με την μητέρα της, ως συγκυρίας κατά το διάστημα από 22-11-1969 μέχρι 17-4-1972 και στη συνέχεια μόνη της μέχρι το έτος 1975 είχε μεταβιβάσει κατά κυριότητα σε πέντε (5) τρίτους ισάριθμα διαιρετά τμήματα του παραπάνω ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 1194,20 τ.μ. Συγκεκριμένα λόγω πωλήσεως μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα: 1) με το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ελισάβετ Θεοδοσούδη - Χαραλαμπίδου, νομίμως μεταγραφέντος, στον Φ έκταση 173 τ.μ., 2) με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Ελένης Ζερμπαλά - Παπαδημητρίου, νομίμως μεταγραφέντος, στο Κ έκταση 210,60 τ.μ.,3) με το ... συμβόλαιο της άνω συμβολαιογράφου Ελισάβετ Θεοδοσούδη-Χαραλαμπίδου, νομίμως μεταγραφέντος στο Θ έκταση 221,40 τ.μ., 4) με το ...

συμβόλαιο της άνω συμβολαιογράφου Ελένης Ζερμπαλά-Παπαδημητρίου, νομίμως μεταγραφέντος, στην Ζέκταση 313,20 τ.μ. και 5) με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Θεοδοσίας - Χάντζου, νομίμως μεταγραφέντος, στον Η έκταση 276 τ.μ. Όλα τα παραπάνω τμήματα του ακινήτου βρίσκονται στη νότια πλευρά του, και εξ αυτών τα μεταβιβασθέντα στους Φ, Κ και Ζ στη δυτική πλευρά αυτού, ενώ τα μεταβιβασθέντα στους Θ και Η στην ανατολική πλευρά.

Λόγω του ότι τα παραπάνω μεταβιβασθέντα τμήματα του ακινήτου της ενάγουσας-εκκαλούσας δεν είχαν πρόσοψη σε διανοιγμένο ήδη δρόμο κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους, η εκκαλούσα, προκειμένου αυτά να πωληθούν, και για να έχουν πρόσοψη στην οδό ... μέσω της ιδιοκτησίας του ιερού ναού της ... κατέλιπε στο μέσο περίπου του όλου ακινήτου, τμήμα πλάτους 5 μέτρων, που ξεκινούσε από την νότια πλευρά και κατευθυνόταν προς την βόρεια, για να χρησιμοποιηθεί ως δίοδος.

Ανάλογα δε με τη θέση που είχε το κάθε μεταβιβασθέν λόγω πωλήσεως τμήμα και της απόστασής του από τη νότια πλευρά του όλου ακινήτου της εκκαλούσας, περιγραφόταν και το μήκος της οδού αυτής που από το δεύτερο ως άνω συμβόλαιο φαίνεται ως υπάρχουσα δίοδος. Στο τελευταίο δε ως άνω συμβόλαιο του έτους 1975 το τμήμα αυτό από την εκκαλούσα αποκαλείται, κατά την περιγραφή του πωληθέντος, ως "δρόμος".

Και βέβαια η δίοδος αυτή, για τα τμήματα που βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του οικοπέδου, ήταν ανατολικό όριο, ενώ για τα τμήματα που βρίσκονταν στην ανατολική πλευρά του ακινήτου ήταν δυτικό όριο. Στη συνέχεια, με τα ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Στεφάνου Κουτσιμάνη η εκκαλούσα, ένεκα πωλήσεως, μεταβίβασε προς τρίτους δύο ακίνητα εκτάσεως 224 τ.μ το ένα και 405,50 τ.μ το άλλο.

Μέρος των πωληθέντων αυτών ακινήτων προέρχονταν από το εναπομείναν δυτικό τμήμα του ακινήτου των 2.022 τ.μ. Κατά την περιγραφή των ακινήτων αυτών στην ανατολική πλευρά ως όριο τέθηκε στο μεν πρώτο συμβόλαιο "ανώνυμη οδός" ενώ στο δεύτερο "πάροδος ...". Η "δίοδος" ή "δρόμος" των πρώτων προ της ισχύος Ν. ... συμβολαίων, και η "ανώνυμος οδός" ή "πάροδος ..." των συμβολαίων του έτους 1984 ως δήλωση της εκκαλούσας συνάδει απολύτως με την από το έτος 1972 τουλάχιστον πραγματική κατάσταση στο τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας της εκκαλούσας, όπως οι μάρτυρες του εφεσίβλητου κατέθεσαν.

Είχε σχηματισθεί ιδιωτική οδός σε ακίνητο εντός σχεδίου πόλεως, που θεωρήθηκε κοινόχρηστος χώρος, όχι μόνον από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων, που είχαν πρόσοψη στην οδό αυτή αλλά στον καθένα. Ήδη από το έτος 1975, ο ιδιωτικός χώρος είχε ασφαλτοστρωθεί από τον εφεσίβλητο Δήμο, είχαν σχηματισθεί κράσπεδα και διευκόλυνε η οδός αυτή τη διέλευση του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης.

Από το υπ'πρωτ. ... έγγραφο του εφεσίβλητου Δήμου ..., προκύπτει ότι από το έτος 1985 που κατασκευάσθηκε το δίκτυο υδροδότησης-αποχέτευσης στην πάροδο ..., 12 ιδιοκτήτες ακινήτων, που είχαν πρόσβαση στην πάροδο και στο δίκτυο έκαμαν χρήση του δικτύου το διάστημα από 1987 έως 1996. Αποδείχτηκε ακόμη ότι στα ακίνητα αυτά, τα πωληθέντα από την εκκαλούσα ανεγέρθηκαν οικοδομές.

Στην οικοδομή με αριθμό 20 λειτουργούσε από το έτος 2001 τουλάχιστον βιοτεχνία υποδημάτων και στη με αριθμό 22, στεγαζόταν από το έτος 2000 το 4° Νηπιαγωγείο .... Η ύπαρξη άλλωστε οικοδομών στα πωληθέντα από την εκκαλούσα τμήματα οικοπέδων, που είχαν ανεγερθεί με νόμιμες οικοδομικές άδειες και όχι αυθαιρέτως, υποδεικνύει ότι τα οικόπεδα αυτά είχαν πρόσοψη σε κοινόχρηστο χώρο, έτσι θεωρήθηκαν οικοδομήσιμα (άρθρο 5 Ν. 651/1977), εκδόθηκε η άδεια και ολοκληρώθηκε η ανοικοδόμηση.

Και κοινόχρηστος χώρος ήταν αυτός που είχε διαμορφωθεί στο ακίνητο της εκκαλούσας. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι στα τοπογραφικά σχέδια του ακινήτου εμφανιζόταν οδός ως κοινόχρηστος χώρος μόνον για την έκδοση των αδειών, ενώ δεν υπήρχε κατά το χρόνο της εκδόσεως αδείας οικοδομής των ακινήτων δεν αποδείχτηκε.

Ούτε αποδείχτηκε ποινική δίωξη σε βάρος μηχανικού, που εμφάνιζε στα έγγραφα προς έκδοση αδείας κατάσταση διαφορετική από αυτήν, που υπήρχε, όπως η εκκαλούσα ισχυρίστηκε και αόριστα ανέφερε στην κατάθεση του ο μάρτυρας, που εξετάστηκε, προς απόδειξη των ισχυρισμών της εκκαλούσας. Δεν αποδείχτηκε καμία πολεοδομική παρέμβαση κατά την εκτέλεση των εργασιών οικοδομής όλων των οικοδομών που ανεγέρθηκαν στα πωληθέντα από την εκκαλούσα τμήματα του ακινήτου, επί του οποίου ο ένδικος χώρος.

Δεν συνάδει η οικοδόμηση τόσων ακινήτων σε "τυφλά" οικόπεδα με έκδοση νόμιμης αδείας οικοδομής. Και οι προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα φωτογραφίες, τις οποίες δεν αμφισβήτησε ο εφεσίβλητος, αν και δεν αποδεικνύεται ούτε ο χρόνος λήψης τους, ούτε η ταυτότητα τους με τον ένδικο χώρο, δείχνουν την ύπαρξη δρόμου αρχικά χωρίς ασφαλτόστρωση και στη συνέχεια με ασφαλτόστρωση και κράσπεδα, όπως ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται.

Να σημειωθεί ότι ούτε σε φωτογραφία δεν εμφανίζεται η ύπαρξη πόρτας και πασσάλων στον επίδικο χώρο, που κατά την εκκαλούσα και τον μάρτυρά της υπήρχαν μέχρι και το έτος 1992. Αντιθέτως οι μάρτυρες αποδείξεως των ισχυρισμών του εφεσίβλητου μετά λόγου γνώσεως αναφέρουν ότι το επίδικο τμήμα του ακινήτου της εκκαλούσας πολύ πριν το έτος 1983 είχε καταστεί κοινόχρηστη οδός.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η εκκαλούσα με τις από 12-1-1983, 19-1-1983, 29-1-1983 και 7-2-1983 αιτήσεις της προς τον εφεσίβλητο και καθό χρόνο αυτός είχε αρχίσει εργασίες στο επίδικο διέλευσης δικτύου υδροδότησης διαμαρτυρήθηκε και ζητούσε αποζημίωση. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ιδιωτική οδός από το έτος 1975 τουλάχιστον είχε καταστεί κοινόχρηστος δρόμος γεγονός που και η εκκαλούσα στα συμβόλαια που η ίδια συμμετείχε ανέφερε.

Τέλος η εκκαλούσα δε συνέχισε τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να συντάξει πράξη αναλογισμού του ρυμοτομούμενου κατ' αυτήν ακινήτου της, ενώ ήδη είχε καταστεί αυτό κοινόχρηστος δρόμος, ενέργειες που ξεκίνησε η ίδια με την από 18-11-1986 αίτησή της προς την Δ/νση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, παρόλο που η εν λόγω υπηρεσία με το υπ' πρωτ. 28810/ 25-7-1987 έγγραφο της είχε ζητήσει την προσκόμιση στοιχείων και τοπογραφικών διαγραμμάτων με την προειδοποίηση ότι εάν αυτά δεν προσκομισθούν εντός 4 μηνών θα θεωρηθεί ότι η εκκαλούσα δεν ενδιαφέρεται για τη σύνταξη πράξης αναλογισμού του ρυμοτομούμενου.

Ούτε η παραίτηση των αγοραστών από τυχόν καταβληθησόμενη αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, που υπάρχει σε όλα τα προαναφερθέντα συμβόλαια, και αφορά μόνο τη σχέση της εκκαλούσας και του αγοραστού αναιρεί τη διαμορφωθείσα στο ακίνητο κατάσταση και τις νομικές συνέπειές της. Επομένως το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται μέσα σε χώρο που έχει ενταχθεί σε εγκεκριμένο σχέδιο της πόλεως ..., είναι κοινόχρηστο και η κοινοχρησία του είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως της εκκαλούσας, βουλήσεως συναγόμενης έμμεσα από τις ενέργειές της, προκειμένου τα προς τρίτους, πωλήσεως ένεκα, μεταβιβαζόμενα από αυτήν τμήματα του όλου ακινήτου να αποκτήσουν πρόσοψη σε κοινόχρηστο δρόμο και να είναι οικοδομήσιμα, αλλά και της πραγματικής κατάστασης σ' αυτό, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το έτος 1975 τουλάχιστον".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την από 20.8.1997 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου .., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αυτή κυρία του ως άνω επίδικου ακινήτου, κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου, στηριζομένης στο άρθρο 28 Ν. 1337/1983, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου Δήμου .... Ειδικότερα δεν προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αν συντρέχει η πρώτη από τις αναφερόμενες πιο πάνω προϋποθέσεις για να αποκτήσει το επίδικο ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου και δη δεν προκύπτει αν αυτό προβλέπεται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως του Δήμου ...

ως κοινόχρηστος χώρος (δρόμος).

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο και 281 Ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 598/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ