Supreme Court dismisses appeal on insurance coverage for stock claims arising from breach of contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding insurance coverage for stock claims. The court found that the appellant had concealed the existence of the trading office and that the insurance event occurred upon the first appellant's out-of-court declaration in July 1999, which exposed the liability. Consequently, the court ruled that the declaration triggered the insurance coverage without requiring a formal lawsuit, thereby validating the lower court's findings on the statute of limitations and insurance terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 15(6) of Law 3632/1928; Article 20(1)(γ) of Law 1806/1988; Article 937(1) of the Civil Code; Article 25 of Law 2496/1997: An out-of-court declaration by a third party exposing liability triggers the insurance event for civil liability coverage, even without a formal lawsuit, provided the declaration clearly presents the claims for damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 483 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 483/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Aνώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε (πρώην ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Αναστάσιο Τσιρώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Αυγούστου 2002 αγωγή του ήδη πρώτου των αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως και την από 13 Νοεμβρίου 2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίμπουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5243/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 82/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Δαλιάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, 20 παρ. 1 γ' του ν. 1806/1988 και 937 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι, αν στο πλαίσιο συμβάσεως παραγγελίας προς σύναψη χρηματιστηριακής συναλλαγής (χρηματιστηριακής παραγγελίας) προκληθεί στον παραγγελέα ζημία εξαιτίας αθετήσεως των ενοχικών υποχρεώσεων ή (και) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του παραγγελιοδόχου, τότε η προς αποζημίωση σχετική αξίωση του παραγγελέως παραγράφεται, στην μεν πρώτη περίπτωση μετά την παρέλευση ενός έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή, στη δε δεύτερη περίπτωση μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου ο ζημιωθείς (παραγγελεύς) έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Ως προς τη διακοπή της παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260 επ ΑΚ. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών διαπιστώσεων.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί συμπληρώσεως της προβλεπόμενης στα άρθρα 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και 937 παρ. 1 ΑΚ ενιαύσιας και πενταετούς, αντιστοίχως, παραγραφής των επίδικών αξιώσεων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, δεχθέν ότι ο εκ μέρους της αναιρεσείουσας προστηθείς ΑΑ (διευθυντής του υποκαταστήματός της στη ...) ρευστοποίησε (πώλησε) τις ευρισκόμενες στην κατοχή του μετοχές του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και ιδιοποιήθηκε παρανόμως το προϊόν της ρευστοποιήσεως κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 1999 και ότι οι σχετικές κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) αξιώσεις του τελευταίου δεν έχουν παραγραφή, αφού, ως προς μεν την αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης, ως προστήσασας, δεν παρήλθε πενταετία από την τέλεση της ως άνω παράνομης και υπαίτιας πράξεως του προστηθέντος (Απρίλιο 1999) έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (9-10-2002), ως προς δε την ενδοσυμβατική της ευθύνη, η αρξάμενη από την επόμενη της 31-12-1999 ενιαύσια παραγραφή διεκόπη με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διαδοχικές διαδικαστικές πράξεις.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Δεν ήταν δε αναγκαίο κατά νόμο να αναφέρει την ημέρα πωλήσεως των συγκεκριμένων μετοχών και τα σχετικά προς τούτο πινακίδια πωλήσεως, αφού η αναφορά αυτή δεν ασκεί καμία επιρροή στην ειρημένη ένσταση παραγραφής.
Περαιτέρω, η διαπίστωση του εφετείου περί της ρευστοποιήσεως των άνω μετοχών κατά τον Απρίλιο 1999 δεν είναι αντιφατική, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία προς τις παραδοχές του, ότι, σύμφωνα με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας χορηγηθείσα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων από 14-6-1999 "εκτύπωση πράξεων", όλες οι κινήσεις του χαρτοφυλακίου του αφορούσαν στο χρονικό διάστημα μέχρι τις 29-11-1996 και ότι έκτοτε δεν υπήρχε καμία εγγραφή, όλες δε οι ευρισκόμενες στο άνω υποκατάστημα της αναιρεσείουσας μετοχές του εφέροντο να έχουν παραδοθεί στον ίδιο, ο λογαριασμός του οποίου ήταν μηδενικός, χωρίς να φαίνεται η ύπαρξη κάποιας εκκρεμότητας μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας.
Και τούτο, διότι, σε άλλο σημείο της αποφάσεώς του (σελ ιι), δέχεται ότι δεν απεδείχθη πραγματική εκ μέρους της αναιρεσείουσας παράδοση των μετοχών στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 71, 298, 299, 330, 914, 922, 926 και 932ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του εκπροσωπευτικού οργάνου (μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτου διαχειριστή) ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία και το εκπροσωπευτικό της όργανο υποχρεούνται, εις ολόκληρον ο καθένας, να αποκαταστήσουν την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη του παθόντος τρίτου, εφόσον η πράξη ή παράλειψη του οργάνου έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, έστω και καθ' υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του, ήτοι εφόσον μεταξύ της πράξεως και των ανατεθειμένων καθηκόντων υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος, γεγονός που συντρέχει, όταν τα καθήκοντα αποτελούν το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της πράξεως ή (και) όταν η πράξη εμπίπτει στους τυπικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στη δραστηριότητα του οργάνου.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 556, 559, 566 παρ. 1και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ συνάγεται, ότι, αν με τους λόγους αναιρέσεως δεν πλήττονται επιτυχώς όλες οι τυχόν υπάρχουσες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), η κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό αυτής (αποφάσεως), τότε οι αναιρετικοί λόγοι είναι αλυσιτελείς, ως μη δυνάμενοι να οδηγήσουν στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι η κρίση του περί ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, στηριζόμενη στην παραδοχή για κατάρτιση κατά το έτος 1996 μεταξύ αυτού και εκείνης (μέσω του ΑΑ) συμβάσεως περί ελεύθερης διαχειρίσεως του χαρτοφυλακίου του από την τελευταία, ενέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 γ', 23 παρ. 1 του ν. 2396/1996 και 174 ΑΚ, αφού η αναιρεσείουσα, ως στερούμενη σχετικής αδείας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, δεν εδικαιούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, να παρέχει τη υπηρεσία διαχειρίσεως των επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών της, με συνέπεια η ανωτέρω σύμβαση να είναι άκυρη και άρα η παράβασή της να μη δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Όμως, η κρίση του Εφετείου για την ύπαρξη της προς αποζημίωση ευθύνης της αναιρεσείουσας στηρίζεται, αφενός, στην αιτιολογία (παραδοχή) περί μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων και, αφετέρου στη μη πληττόμενη με τον λόγο αυτόν επάλληλη αιτιολογία περί συνδρομής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος από αυτή ΑΑ. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αλυσιτελής, αφού η δεύτερη (μη πληττόμενη) αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της εφετειακής αποφάσεως.
ΙΙΙ. Με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ απορρέοντα τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εκδοθείσα με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφη βεβαίωση, την οποία, καταφάσκουσα την έλλειψη δικαιώματος της αναιρεσείουσας προς παροχή υπηρεσίας διαχειρίσεως επενδυτικών χαρτοφυλακίων παλετών της, είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί παραδεκτώς η ίδια (αναιρεσείουσα) προκειμένου να αποδείξει ότι η έναντι αυτής ακυρότητα της καταρτιθείσας μεταξύ του ΑΑ και του πρώτου των αναιρεσιβλητών ως άνω εξωχρηματιστηριακής συναλλαγής ήταν γνωστή στον τελευταίο, γεγονός που, κατά την αναιρεσείουσα, αποκλείει την κατά τα άρθρα 71, 914 και 922 ΑΚ (αδικοπρακτική) ευθύνη της προς αποζημίωση.
Από την εν λόγω ευθύνη, όμως, δεν απαλλάσσει την αναιρεσείουσα η εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως άνω, γνώση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι την ευθύνη αυτή καταφάσκει η από τον ΑΑ (νόμιμο εκπρόσωπο και προστηθέντα της αναιρεσείουσας) παράνομη ιδιοποίηση του προϊόντος ρευστοποιήσεως των μετοχών του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.
Η εκτεθείσα γνώση θα μπορούσε ενδεχομένως να στηρίξει ένσταση της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 300 ΑΚ). Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός, προς υποστήριξη του οποίου έγινε η επίκληση του ανωτέρου αποδεικτικού εγγράφου, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
IV. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικώς με την αποθετική ζημία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι αυτός, εξαιτίας της παράνομης ιδιοποιήσεως των μετοχών και του προϊόντος της ρευστοποιήσεώς τους από τον ΑΑ, απώλεσε, έως τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής του (13-10-2004), τα ποσά των 20.086,74 ευρώ και των 1.754.619 δραχμών για την αξία των νέων μετοχών και των μερισμάτων (από τις παλαιές και τις νέες μετοχές), αντιστοίχως, που, με βάση τις ληφθείσες σχετικές αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των εκδοτριών των εν λόγω μετοχών ανωνύμων εταιριών, θα είχε λάβει έως τον ανωτέρω χρόνο (13-10-2004), κατά τον οποίο θα εξακολουθούσε, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να κατέχει τις μετοχές (παλαιές και νέες), "αφού δεν είχε εκδηλώσει κατά τον διαδραμόντα χρόνο καμία πρόθεση ρευστοποιήσεώς τους".
Προηγουμένως, κατά τη διερεύνηση των σχέσεων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων με τον ΑΑ, το Εφετείο είχε δεχθεί ότι κατά το έτος 1996 καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος θα διαχειρίζετο ελευθέρως το χαρτοφυλάκιο του πρώτου, δίδοντας για λογαριασμό του τις σχετικές εντολές, εισπράττοντας χρήματα και παραλαμβάνοντας τους τίτλους του.
Μεταξύ των δύο αυτών πραγματικών διαπιστώσεων (παραδοχών) δεν υπάρχει αντίφαση, ήτοι λογική ανακολουθία, τέτοια που να στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, καθόσον η μεν δεύτερη διαπίστωση δεν καταφάσκει και την ύπαρξη συναινέσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην (παράνομη) ιδιοποίηση των μετοχών του από τον ΑΑ, η δε πρώτη διαπίστωση, μη έχουσα αυτοτέλεια, αποτελεί απλώς πραγματικό επιχείρημα υπέρ του ως άνω, περί εξακολουθήσεως της κατοχής των μετοχών από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, έχον συναχθεί από τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια για την ίδρυση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναιρετικού λόγου.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση της ανωτέρω διατάξεως, υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
V. Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής: Ο ΑΑ, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως διευθυντή του άνω υποκαταστήματος και ως προστηθέντος της αναιρεσείουσας και τις παρασχεθείσες από την τελευταία στον ίδιο εξουσίες, άρχισε από το έτος 1997 να καταρτίζει με πελάτες ειδικές συμφωνίες, βάσει των οποίων εισέπραττε ή εδανείζετο διάφορα χρηματικά ποσά ή μετοχικούς τίτλους, με τη συμφωνία να παρέχει περιοδικώς ή εφάπαξ τόκους καθ' υπέρβαση του νόμιμου επιτοκίου ή μεγάλες αποδόσεις, Προκειμένου να αντιμετωπίσει τα εκ των υστέρων δημιουργηθέντα προβλήματα ρευστότητας, έδιδε εντολές πωλήσεως του χαρτοφυλακίου των πελατών της αναιρεσείουσας, το σχετικό δε προϊόν πωλήσεως, το οποίο παρέδιδε σ' αυτόν η ίδια, χωρίς να έχει την εντολή και τη συναίνεσή τους, το "εκαρπώνετο" και το χρησιμοποιούσε για δικό τους λογαριασμό.
Μετά την αποκάλυψη στις 4-6-1999 της ως άνω παράνομης δραστηριότητας αυτού, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε από την αναιρεσείουσα να τον ενημερώσει για την τύχη των μετοχών του, τις οποίες όμως, μετά την εκ μέρους της παράδοσής τους στον ΑΑ, ο τελευταίος είχε πωλήσει και ιδιοποιηθεί το προϊόν τους κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1999.
Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι ευθύνη προς αποκατάσταση της ζημίας (περιουσιακής και μη) του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, προκληθείσας εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος ΑΑ, έχει και η αναιρεσείουσα ως προστήσασα τον τελευταίο, ο οποίος ενήργησε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν απεδείχθη η, βάσει ειδικής συμφωνίας με τον ΑΑ, συμμετοχή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στις παραχρηματιστηριακές δραστηριότητες του τελευταίου ούτε οποιαδήποτε γνώση του πρώτου για τις εν λόγω δραστηριότητες του τελευταίου, ο δε εφησυχασμός του πρώτου δεν οφείλεται σε αδιαφορία για την τύχη του χαρτοφυλακίου του, αλλά στην εμπιστοσύνη που είχε εμπνεύσει σ'αυτόν η κατά τα προηγούμενα έτη "αγαστή" και κερδοφόρα συνεργασία του με την αναιρεσείουσα και τον προστηθέντα διευθυντή της.
Εν συνεχεία, το Εφετείο έκρινε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της ίδιας κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 και 330 ΑΚ και ειδικότερα ως προς τη ορθή ή μη εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συντρέχοντος πταίσματος.
Η παραδοχή, ότι δεν απεδείχθη η ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και του ΑΑ ούτε η συμμετοχή του πρώτου στις, άγνωστες άλλωστε σ' αυτόν παραχρηματιστηριακές συναλλαγές του τελευταίου, δεν δημιουργεί ανεπάρκεια στις άνω αιτιολογίες, αλλά και δεν ενέχει αντίφαση προς την παραδοχή περί καταρτίσεως μεταξύ αυτών συμβάσεως για την εκ μέρους του τελευταίου ελεύθερη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του πρώτου, καθόσον η εν λόγω σύμβαση είναι διαφορετική από την ανωτέρω ειδική συμφωνία, της οποίας περιεχόμενο ήταν το τοκογλυφικό δάνειο.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέων, πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρία " ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ"
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 6, 7β' και 25 του ν. 2496/1997 "ασφαλιστική σύμβαση κλπ" προκύπτει ότι, αν κατά τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως καλύπτουσας την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του λήπτη της ασφαλίσεως ο τελευταίος έδωσε εκ δόλου αναληθείς απαντήσεις σε τεθείσες από τον ασφαλιστή σαφείς γραπτές ερωτήσεις σχετικές με τον καλυπτόμενο κίνδυνο, τότε ο ασφαλιστής, προκειμένου να επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως και εντεύθεν την απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, θα πρέπει να καταγγείλει τη σύμβαση εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός αφότου έλαβε γνώση της άνω συμπεριφοράς του λήπτη της ασφαλίσεως (βλ. και άρθρο 8 παρ. 4 α του ίδιου νόμου), εκτός αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της ανωτέρω μηνιαίας προθεσμίας, οπότε ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της ειρημένης για το ασφάλισμα υποχρεώσεώς του, αμέσως με μόνη την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, χωρίς δηλαδή προς τούτο να απαιτείται καταγγελία της συμβάσεως. Με βάση την ομοιότητα στην κατάσταση συμφερόντων των μερών επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. β' του ν. 2496/1997 και όταν ασφαλιστική περίπτωση επήλθε προτού η ως άνω συμπεριφορά του λήπτη της ασφαλίσεως περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή. Και στην περίπτωση έτσι αυτή η απαλλαγή του ασφαλιστή επέρχεται αμέσως, δίχως να είναι αναγκαία η καταγγελία της συμβάσεως (ΑΠ 1450/2006, 1119/2003).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, σε σχέση με την προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεπίμπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε , κατ' εκτίμηση, τα εξής: Κατά τον μήνα Δεκέμβριο των ετών 1997 και 1998 οι διάδικοι κατήρτισαν μεταξύ τους δύο διαδοχικές συμβάσεως ασφαλίσεως, διαρκείας από 21-12-1997 έως 31-12-1998 και από 31-12-1998 έως 31-12-1999, αντιστοίχως, για τις οποίες εκδόθηκαν τα σχετικά ασφαλιστήρια έγγραφα και με τις οποίες η αναιρεσίβλητη (ασφαλιστική εταιρία) ανέλαβε έναντι ασφαλίστρου την υποχρέωση να καλύπτει την προς τρίτους αστική ευθύνη της αναιρεσείουσας (ασφαλισμένης).
Στη σχετική προς τούτο από 30-10-1997 έγγραφη πρόταση της αναιρεσείουσας είχαν διατυπωθεί από την αναιρεσίβλητη - μεταξύ άλλων - και τρεις (γραπτές) ερωτήσεις, ήτοι: α) η ερώτηση 12, περί του να έχουν οργανωθεί τα καθήκοντα κάθε υπαλλήλου, έτσι ώστε κανένας από αυτούς να μην επιτρέπεται να ελέγχει μία συναλλαγή από την αρχή μέχρι το τέλος, β) η ερώτηση 14, περί του αν απαιτείται όλοι οι υπάλληλοι να λαμβάνουν διακοπές τουλάχιστον δύο εβδομάδων κάθε ημερολογιακό έτος, μακριά από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν εκτελούν καμία δραστηριότητα και γ) η ερώτηση 6, περί του αν φυλάσσεται σε υποκαταστήματα της αναιρεσείουσας χρεόγραφα ή μετρητά.
Στις δύο πρώτες ερωτήσεις η αναιρεσείουσα απήντησε με την καταφατική ένδειξη "ΝΑΙ", ενώ στην τρίτη ερώτηση και ειδικότερα στον χώρο δηλώσεις των υποκαταστημάτων απήντησε με αρνητικό σύμβολο. Οι εν λόγω απαντήσεις ήταν αναληθείς, αφού ο ΑΑ, υπεύθυνος υπάλληλος και διευθυντής του ευρισκόμενου στη ... υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, αφενός μεν, είχε τον πλήρη έλεγχο όλων των συναλλαγών αυτού και τη δυνατότητα να ενεργεί τις πληρωμές των πελατών και να δέχεται τις εντολές τους, ασκώντας αρμοδιότητες εκπροσωπήσεως της αναιρεσείουσας κατά τη διενέργεια συναλλαγών στο άνω υποκατάστημα και δεσμεύοντας την ίδια με μόνη την υπογραφή του για τις συναλλαγές αυτές, αφετέρου δε, κατά τα έτη 1996, 1997 και 1998 δεν έλαβε ποτέ άδεια διακοπών για διάστημα μείζον των δέκα πέντε (15) ημερών, ενώ εξάλλου η αναιρεσείουσα απέκρυψε, μέσω των νομίμων εκπροσώπων της, την ύπαρξη του άνω υποκαταστήματός της στη ... .
Στις ενέργειες αυτές προέβησαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας, "από πρόθεση", προκειμένου να επιτύχουν τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, την οποία άλλως θα ηρνείτο ενδεχομένως η αναιρεσίβλητη ή θα την εδέχετο με διαφορετικούς όρους. Η εκτεθείσα παράβαση της προσυμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας περιήλθε σε γνώση της αναιρεσίβλητης, ως προς μεν τις ερωτήσεις 6 και 12, κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 1999, όταν με την από 26-7-1999 επιστολή του (υπόμνημα) προς την τελευταία ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης, ΒΒ, γνωστοποίησε σε εκείνη (αναιρεσίβλητη) την ύπαρξη του άνω υποκαταστήματος και τη συγκέντρωση όλων των ανωτέρω εξουσιών και αρμοδιοτήτων στο πρόσωπο του ΑΑ, ως προς δε την ερώτηση 14, κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 1999, όταν με την από 17-8-1999 επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε σε εκείνη ότι κατά τα έτη 1996, 1997 και 1998 ο ΑΑ δεν έλαβε ποτέ άδεια διακοπών για διάστημα μείζον των δέκα πέντε ημερών.
Προτού η αναιρεσίβλητη λάβει γνώση (26-7-1999 και 17-8-1999) της ως άνω παραβάσεως της αναιρεσείουσας, ο κυρίως ενάγων Ψ1 (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) επέδωσε στην αναιρεσείουσα την από 8-7-1999 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία προέβαλε "τις αποζημιωτικές του αξιώσεις", ζητώντας από αυτή να του αποδώσει, κυρίως, τις μετοχές του (τις υπάρχουσες στο άνω υποκατάστημα και τις δωρεάν διανεμηθείσες) και, επικουρικώς, την αξία τους, καθώς και τα αντίστοιχα μερίσματα.
Ακολούθως, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η επίδοση της εν λόγω εξώδικης δηλώσεως επέφερε την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, άρα και την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από τη υποχρέωσή της για την πληρωμή του ασφαλίσματος, δέχθηκε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως σ' αυτή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1α', 6α' και 7β' και γ' του ν. 2496/1997, του άρθρου 25 του ίδιου νόμου και του άρθρου 201 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων ενώ επιπλέον δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα προτάθεντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, σε σχέση με τις εκ δόλου δοθείσες αναληθείς απαντήσεις της αναιρεσείουσας, δεν ήταν αναγκαία, για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου, η παράθεση περισσότερων στοιχείων, αλλά, ενόψει και του κοινώς γνωστού και αναμφιβόλου περιεχομένου αυτής της έννοιας, αρκεί η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εν προκειμένω οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας ενήργησαν "από πρόθεση", προκειμένου να επιτύχουν τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, την οποία άλλως θα ηρνείτο ενδεχομένως η αναιρεσείουσα ή θα την εδέχετο με διαφορετικούς όρους.
Περαιτέρω, αναφορικώς με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι η ερώτηση 12 δεν αφορούσε στις δευτερεύουσες χρηματιστηριακές συναλλαγές (όπως είναι οι πληρωμές πελατών και η αποδοχή εντολών τους), τις οποίες και μόνο διενεργούσε ο ΑΑ, αλλά τις κύριες, για τις οποίες η σχετική απάντηση στην ανωτέρω ερώτηση ήταν αληθής, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε, εκ του πράγματος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, αφού δέχθηκε, ότι η αναλήθεια της απαντήσεως στο κρίσιμο ερώτημα προέκυψε από την αναφερόμενη πιο πάνω δραστηριότητα του ΑΑ.
Ως εκ τούτου , δεν ήταν απαραίτητα κατά το νόμο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο τελευταίος είχε τις απαιτούμενες για τη διενέργεια των κύριων χρηματιστηριακών συναλλαγών ιδιότητες του αντικρυστή ή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ούτε ότι η ερώτηση 12 αφορούσε μόνο στις δευτερεύουσες συναλλαγές.
Επίσης, σε σχέση με την αναλήθεια της απαντήσεως στην ερώτηση 14, δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι και οι άλλοι υπάλληλοι, πλην του ΑΑ, δεν έλαβαν διακοπές δύο εβδομάδων, ούτε ότι αυτό εγίνετο επειδή η αναιρεσείουσα δεν το θεωρούσε απαραίτητο. Συναφώς, η έλλειψη ειδικής αναφοράς, περί του ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας γνώριζαν πως ο ΑΑ δεν ελάμβανε διακοπές δύο εβδομάδων ετησίως, δεν στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, αφού η παραδοχή περί της εκ προθέσεως παροχής από αυτούς της αναληθούς απαντήσεως εμπεριέχει αυτονοήτως το στοιχείο της σχετικής γνώσεως.
Ως προς την παραδοχή, ότι την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωσή της προς πληρωμή του ασφαλίσματος επέφερε και το γεγονός ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας απέκρυψαν την ύπαρξη του υποκαταστήματος της ..., δεν υφίσταται ευθεία παράβαση του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997 ούτε έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, η αναιρεσείουσα, στη γραπτή ερώτηση 6 για το τόπο φυλάξεως των ασφαλισμένων χρεογράφων ή μετρητών, απήντησε με αρνητικό σύμβολο στον χώρο δηλώσεως υποκαταστημάτων, αποκρύπτοντας έτσι την ύπαρξη του εν λόγω υποκαταστήματος, ως προς την οποία η αρνητική αυτή απάντηση είναι αναληθής κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλα σημεία της οποίας αναφέρεται ότι ο ΑΑ διαβεβαίωσε τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων πως " οι μετοχές του, που παρέμεναν στο υποκατάστημα της εναγομένης, ήταν εξασφαλισμένες" (σελ.8), οι μετοχές αυτές "βρίσκονταν στο παραπάνω υποκατάστημα" (σελ. 9) και ότι τις εν λόγω μετοχές ο ίδιος (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) "διατηρούσε στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης" (σελ. 11).
Αλλ ούτε και σε παραμόρφωση του περιεχομένου της από 30-10-1997 γραπτής προτάσεως προέβη το Εφετείο, αφού, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο στην αναιρετική αίτηση περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η αναιρεσείουσα έθεσε: α) στο χώρο δηλώσεως χρεογράφων της ενδείξεως "Κεντρικό Υποκατάστημα" αρνητικό σύμβολο και β) στον ίδιο χώρο της ενδείξεως " Άλλοι τόποι εγκαταστάσεως" τη διατύπωση "1.500.000.000 δρχ σε θυρίδα στην Άλφα Τράπεζα Πίστεως" και στον χώρο δηλώσεως μετρητών της ίδιας ενδείξεως αρνητικό σύμβολο.
Εκτιμώντας το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου το Εφετείο έκρινε ότι, με τις ανωτέρω απαντήσεις της, η αναιρεσείουσα απέκρυψε από πρόθεση την ύπαρξη του κρίσιμου καταστήματος. Ακόμη, κρίνοντας ότι με την επίδοση προαναφερθείσας εξώδικης δηλώσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στις 8-7-1999 στην αναιρεσείουσα επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1-6, 25 του ν. 2496/1997 και 201 ΑΚ, ούτε έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα.
Και τούτο, διότι α) η ασφάλιση αστικής ευθύνης καλύπτει τις δαπάνες που αφορούν όχι μόνο στην ικανοποίηση αλλά και στην απόκρουση αξιώσεων τρίτων (άρθρο 25 ν. 2496/1997), και άρα για την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως δεν απαιτείται η εκ μέρους του τρίτου άσκηση αγωγής για την επιδίκαση αυτών των αξιώσεων, αλλά αρκεί η εξώδικη προβολή τους, όπως έγινε εν προκειμένω με το ανωτέρω εξώδικο έγγραφο, με το οποίο, κατά τη σχετική παραδοχή του Εφετείου, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων προέβαλε τις αποζημιωτικές του αξιώσεις κατά της αναιρεσείουσας, ζητώντας από αυτή να του αποδώσει τις μετοχές του (τις υπάρχουσες στο υποκατάστημα και τις δωρεάν διανεμηθείσες), άλλως την αξία τους, καθώς και τα αντίστοιχα μερίσματα και β) όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, περί επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως πριν από την εκ μέρους αυτής γνώση της παραβιάσεως της άνω προσυμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας, είχε προβληθεί με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο δέχθηκε ως αποδειχθέν, ότι η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με την κατά τον Ιούλιο 1999 ασκηθείσα εξώδικη δήλωση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ο ισχυρισμός δε αυτός, διευκρινισθείς κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα , επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τους έκτο και έβδομο λόγους της εφέσεως της αναιρεσίβλητης.
Τέλος, η κρίση του Εφετείου, ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως με τη επίδοση της ειρημένης εξώδικης δηλώσεως επέφερε την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση της για την πληρωμή του ασφαλίσματος, δεν ενέχει παραβίαση του άρθρου 3 παρ. 1α, 6α και β, 7β και γ του ν. 2496/1997, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, η επίδοση της άνω εξώδικης δηλώσεως επέφερε πράγματι την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν δε απαραίτητη προς τούτο η καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Κατ' ακολουθίαν, όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ, καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Ενόψει όλων αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 82/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός εκ των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ