Legislator Case Law & Legislation
483/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal land seizure and forest encroachment due to lack of legal basis for suspension.

Case Number 483/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's conviction for illegal land seizure and forest encroachment. The appellant argued for a suspension of criminal proceedings pending administrative rulings on the land's status, but the court found no statutory basis for such a suspension. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and inadmissible, ordering the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 60 and 61 of the Code of Criminal Procedure; Article 70 of Law 999/1979; Article 280 of the Forestry Code: Criminal proceedings for illegal land seizure and forest encroachment are not suspended pending administrative rulings on land classification unless specific statutory conditions are met.

Keywords

AI generated
illegal land seizure forest encroachment suspension of criminal proceedings administrative classification lack of legal basis inadmissible appeal court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 60 of the Code of Criminal Procedure
Article 61 of the Code of Criminal Procedure
Article 70 paragraph 1 section 2 of Law 999/1979
Article 280 paragraph 1 of Law 86/1969
Article 13 of Law 996/1971
AI generated
127/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη Και Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1983/2022
Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, upholding lower court's assessment of evidence in property dispute.
12/2023
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι: α) η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις …, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου … , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 2, 3, 4, 5, και 6 αναιρεσίβλητες, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, β) η υπό στοιχείο 17 αναιρεσίβλητη, απεβίωσε στις …, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμόν … ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου… , και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχείο 18 και 19 αναιρεσιβλήτοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
1271/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
115/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 483 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 483/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Αιμιλία Λίτινα – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου .... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο, περί αναιρέσεως της 4083/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1133/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 60 Κ.Π.Δ. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσης που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν σύμφωνα με το νόμο χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Εξ άλλου κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής.

Εξ άλλου το άρθρο 70 παρ. 1 εδ. 2 του Ν. 999/1979 «περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας», εκείνος που εκχερσώνει, υλοτομεί αποψιλωτικά ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ποινές. Ενώ, κατά το άρθρο 280 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969 «περί Δασικού Κώδικα», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 ν.δ. 996/1971, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές εκείνος ο οποίος επιχειρεί καταπάτηση ή δημιουργία με τους αναφερομένους τρόπους ανυπάρκτων δικαιωμάτων σε δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις, που έχουν λόγω θέσεως ή συστάσεως ή εκ λύσεως εξαιρετική σημασία.

Διάταξη που να καθιστά υποχρεωτική την αναστολή της ποινικής δίωξης για τις πράξεις της καταπάτησης δημοσίας δασικής έκτασης και εκχέρσωση έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 23 § 1 ν. 1539/1938 και 70 § 1 ΑΝ 998/1979, όπως ισχύει σήμερα μέχρις ότου αποφανθούν αμετακλήτως Διοικητικές Αρχές ή Διοικητικά Δικαστήρια περί του χαρακτηρισμού της ως τέτοιας, δεν υφίσταται.

Συνεπώς στο ποινικό δικαστήριο είναι ανατεθειμένη η κρίση για τα αναφυόμενα κατά την ενώπιόν του εκδίκαση ποινικών υποθέσεων ζητήματα αστικής φύσεως, περί των οποίων κρίνει και μορφώνει πεποίθηση, αλλά δεν λύνει αποφασιστικά, ως και περί των αναγκαίων ή μη της αναβολής της ποινικής δίκης μέχρι πέρατος της πολιτικής, εφόσον δεν υπάρχει διάταξη περί υποχρεωτική αναστολή της ποινικής δίωξης και εκ της ως άνω κρίσεως του ποινικού δικαστηρίου δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της 4082/2005 προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθη για τα εγκλήματα της καταλήψεως δημοσίου κτήματος αυτογνωμόνως (άρθρο 23 § 1 ν. 1539/1338) και της παράνομης εκχέρσωσης έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα (άρθρα 70 παρ. 1 α.ν. 998/1979) ο εκπροσωπών τον απόντα κατηγορούμενο η αναιρεσείουσα πληρεξούσιος δικηγόρος πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ζήτησε την αναβολή της δίκης για τον λόγο ότι δεν του κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμ. 20/2005 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων ώστε να λάβει γνώση και προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια.

Επί του κτήματος αυτού ο μεν εισαγγελεύς πρότεινε ν'απορριφθεί, το δε Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδόσει την απόφασή του κατά την πρόοδο της δίκης. Ο συνήγορος του αναιρεσείοντος προέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθεί και εξετασθεί ο προτεινόμενος απ' αυτόν μάρτυς, το οποίο με ειδική αιτιολογία απέρριψε το Δικαστήριο.

Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε μετά τον Εισαγγελέα ο λόγος και στον συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε την απαλλαγή του τελευταίου. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία στο σκεπτικό, απέρριψε με διάταξή του στο διατακτικό, το περί αναβολής της δίκης αίτημα του αναιρεσείοντα, για το οποίο είχε επιφυλαχθεί.

Με την απορριπτική αυτή περί αναβολής της δίκης προκειμένου ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια κρίση του το Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του. Μετά ταύτα πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο τ' αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Θ περίπτωση α πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ότι αποφάσισε καθ'υπέρβαση εξουσίας για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 Κ.Πολ.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ν' αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων. Η ύπαρξη εξ άλλου του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογεί ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες της τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή.

Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά σ'αυτή τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο σχετικό πόρισμα ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων.

Στη κρινόμενη υπόθεση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος αυθαίρετα και χωρίς την έγκριση του Ελληνικού δημοσίου, κατέλαβε, στις 22-3-1998, στη δασική θέση «....

» της περιφέρειας του Δήμου Κορωπίου, δασική έκταση εμβαδού 9.450 τ.μ., που βρισκόταν υπό συνεχή, αδιάλειπτη και αναμφισβήτητη κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου, που με τα όργανά του επιτηρούσε πάντα την έκταση αυτή. Την έκταση εκχέρσωσε με μηχάνημα έργων, ασκώντας φυσική εξουσία σαν να ήταν κύριος της εκτάσεως, αν και ο ίδιος εγνώριζε ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα στην έκταση, ήταν δε εντελώς ξένος με την περιοχή στην οποία έγινε η κατάληψη.

Κατέστη υπαίτιος έτσι του εγκλήματος της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίας εκτάσεως. Αλλά περαιτέρω ο ίδιος τέλεσε και την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης της δασικής εκτάσεως που κατέλαβε, ενεργώντας τον ίδιο χρόνο καταλήψεως. Η έκταση αυτή καλυπτόταν από αραιά βλάστηση θαμνώδους και ξηλώδους βλαστήσεως, με πεύκα, σχίνα, πουρνάνια και αγριελιές και βοηθούσε με την βλάστηση αυτή τη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, την έκταση δε αυτή, ο κατηγορούμενος χωρίς καμμία άδεια, εκχέρσωσε με το μηχάνημα έργων εκριζώνοντας, υλοτομώντας και καταστρέφοντας την αναφερομένη βλάστηση, γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της εκτάσεως ως δασικής.

Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 23 § 1 ΑΝ 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 2 ΑΝ 263/1968 και άρθρο 70 § 1 α.ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 § 1 του ν. 2081/1992, τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.

Με τα δεδομένα αυτά, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τρίτος λόγος του αναιρετηρίου για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση ως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και της εκ πλαγίου παράβασης αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις οι οποίες, υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ως ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αναγνωσθέντων εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ως άνω έκταση είναι του Ελληνικού Δημοσίου, ότι αυτός εν γνώσει του και αυτογνωμόνως κατέλαβε την εν λόγω έκταση και ότι η έκταση αυτή ανήκε σε τρίτους και αυτός ενήργησε ως πληρεξούσιος των τελευταίων, πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Τριμελούς Εφετείου και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Μετά απ' αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Μαΐου 2005 αίτηση του κατηγορουμένου .... για αναίρεση της 4083/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα εκ διακοσίων δέκα (210) Ευρώ δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ