Legislator Case Law & Legislation
482/2023 AI generated

482/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 482/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

482/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ρύθμιση του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ έχει ως δικαιολογητικό λόγο ότι μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η αξίωση δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί σε συνδυασμό και με τη λειτουργία του δεδικασμένου, υπάρχει δε πλήρης βεβαιότητα γι' αυτήν και ουδεμία δυσχέρεια απόδειξης υφίσταται πλέον, με συνέπεια να εκλείπει ο λόγος καθιέρωσης της βραχείας παραγραφής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν η 1672/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 521/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26-11-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 89929/146/14-12-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 521/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 1672/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22-7-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1366/2010) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και β) αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή" προκύπτει ότι εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχάς στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση, εφόσον εξαρχής μπορούσε να προβλεφθεί.

Στην περίπτωση αυτή (της αξίωσης για αποκατάσταση ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση) η νέα εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν είχε υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μετά την τελεσιδικία ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία τον χρόνο της αδικοπραξίας απέχει από εκείνον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επιμέρους αξιώσεων (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 767/2016).

Η ρύθμιση του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ έχει ως δικαιολογητικό λόγο ότι μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η αξίωση δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί σε συνδυασμό και με τη λειτουργία του δεδικασμένου, υπάρχει δε πλήρης βεβαιότητα γι' αυτήν και ουδεμία δυσχέρεια απόδειξης υφίσταται πλέον, με συνέπεια να εκλείπει ο λόγος καθιέρωσης της βραχείας παραγραφής.

Και ναι μεν κατά το εδ. β' της ιδίας διάταξης του άρθρου 268 του ΑΚ, "αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή", τούτο δε ισχύει και επί ζημίας λόγω απώλειας εισοδημάτων περιοδικώς επαναλαμβανόμενων συνεπεία αδικοπραξίας, πλην όμως εάν κάποιες από τις ως άνω επαναλαμβανόμενες περιοδικά παροχές έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές κατά τον χρόνο της τελεσιδικίας, ως αναγόμενες σε προηγούμενο αυτής χρονικό διάστημα, το εδ.

β' της πιο πάνω διάταξης δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και εφαρμόζεται το εδ. α' της ίδιας διάταξης για επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετή (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 12/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, 1443/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 1163/2019).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 12/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ περί παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 249, 254, 261, 268 και 937 του ΑΚ, όσον αφορά το σκέλος της με το οποίο έγινε δεκτή η προβληθείσα από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων αυτού και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή του.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, με την από 22-7-2010 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 1366/2010) αγωγή, ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 22-11-1974, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, ενταχθείς στη συνέχεια στο τακτικό προσωπικό αυτής, παρείχε δε τις υπηρεσίες του στην τελευταία από την πρόσληψή του έως την 7-8-2005, οπότε απολύθηκε κατέχοντας τον βαθμό Δ/Α.

Ότι η εναγομένη, ενεργώντας κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, τον ενέταξε στη μισθολογική κατηγορία ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης) αφότου εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής και ακολούθως στη μισθολογική κατηγορία ΤΕ2 (διετούς τεχνολογικής εκπαίδευσης) από την 1-4-1999, επειδή κατά την πρόσληψή του ήταν κάτοχος πτυχίου Ραδιοτηλεγραφητή, ήτοι τίτλου αποκτηθέντος μετά από διετείς μεταλυκειακές σπουδές και αναγνωρισθέντος από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας ως ισότιμου με εκείνους των Ανωτέρων Τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών, ενώ θα έπρεπε να τον εντάξει στην κατηγορία ΤΕ (τριετούς ή τετραετούς ανώτερης ή τεχνολογικής εκπαίδευσης), δεδομένου ότι τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, πτυχιούχους Παιδαγωγικής Ακαδημίας με διετείς σπουδές και πτυχιούχους ΑΤΣ-ΟΤΕ με δεκαοκτάμηνες σπουδές, οι οποίοι είχαν τα ίδια τυπικά προσόντα με αυτόν και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες, τους ενέταξε ευνοϊκότερα στο μισθολόγιο του ΟΤΕ, ειδικότερα δε, στις κατηγορίες ΑΤ4, ΠΕ4 και ΑΡ3 κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, με συνέπεια οι αποδοχές του να υπολείπονται εκείνων των ως άνω συναδέλφων του.

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη παρέλειψε υπαιτίως να τηρήσει την απορρέουσα από τα άρθρα 14 παρ. 4 και 19 του Καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΤΕ υποχρέωσή της, η οποία συνίσταται στην εκ μέρους της γνωστοποίηση προς τον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα κάθε μισθολογικής μεταβολής που αναγνωρίζεται στους μισθωτούς της μετά τη συνταξιοδότησή τους, ώστε να αναπροσαρμόζεται αναλόγως η σύνταξή τους, ειδικότερα δε, απέστειλε προς το ΤΑΠ-ΟΤΕ πίνακα αποδοχών, στον οποίο ο βασικός μισθός του εμφανιζόταν μειωμένος λόγω της ένταξής του στην κατηγορία ΤΕ2 αντί της κατηγορίας ΤΕ.

Ότι το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια να του χορηγηθεί σύνταξη ποσού 2.224,67 ευρώ μηνιαίως, υπολογιζόμενη βάσει των τακτικών αποδοχών που ελάμβανε κατά τον τελευταίο προ της απόλυσής του μήνα ως υπάλληλος κατηγορίας ΤΕ2, αντί του ποσού των 2.475,38 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα του χορηγούνταν ως σύνταξη βάσει των τακτικών αποδοχών που θα ελάμβανε ως υπάλληλος κατηγορίας ΤΕ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Ζητούσε δε, με βάση τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως και επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει, ως αποζημίωση, εντόκως το συνολικό ποσό των 10.529,82 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας και της καταβλητέας σύνταξης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2011.

Το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου με την υπ' αριθ. 1672/2011 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.529,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 5-11-2014 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 22249/503/2015) έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 521/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο την (απορριφθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης) ένσταση παραγραφής του καθολικού δικαιώματος (ΑΚ 254) από το οποίο απορρέουν οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκε: Με τη με αριθμ. 412/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη ύστερα από απόρριψη με τη με αριθμ. 3795/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της ασκηθείσας από την εναγόμενη έφεσης κατ' αυτής, κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ενάγων, κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, δεν θεωρήθηκε από την εναγόμενη εντακτέος στην κατηγορία ΑΡ3 από 1.1.1999 και ΤΕ από 1.4.1999, με αποτέλεσμα να του οφείλονται οι αιτηθείσες για εκείνη την χρονική περίοδο (αγωγή 1052/2008) διαφορές αποδοχών από 1.1.2003 έως και 7.8.2005.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι η εναγόμενη, κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών αρχών, κατέταξε τον ενάγοντα από την ένταξη του στο τακτικό προσωπικό της στη μισθολογική κατηγορία ΑΡ2 και στη συνέχεια από 1.4.1999 στη μισθολογική κατηγορία ΤΕ2, παρά το γεγονός ότι κατείχε πτυχίο των Ανώτερων Τεχνολογικών Επαγγελματικών Σχολών, ενώ ενέταξε ευνοϊκότερα στο μισθολόγιο τους αναφερόμενους συναδέλφους του, πτυχιούχους Παιδαγωγικής Ακαδημίας διετούς φοίτησης και πτυχιούχους ΑΤΣ-ΟΤΕ, παρόλο που είχε τα ίδια τυπικά προσόντα με αυτούς και εργαζόταν κάτω από τις ίδιες συνθήκες με αποτέλεσμα οι αποδοχές του να υπολείπονταν εκείνων των ανωτέρω συναδέλφων του, αφού η εξέλιξη του έγινε σταδιακά σε χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια.

Το δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση καταλαμβάνει και τις ένδικες αξιώσεις, διότι: α. αυτές προέρχονται από την ίδια ήδη τελεσίδικα κριθείσα ιστορική και νομική αιτία από την οποία γεννήθηκαν οι αξιώσεις που ασκήθηκαν με την προηγούμενη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω ήδη τελεσίδικη απόφαση, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, β.

αυτές οι ένδικες αξιώσεις προϋποθέτουν δικαίωμα του ενάγοντος που κρίθηκε σε προγενέστερη δίκη και γ. δεν μεταβλήθηκε εν τω μεταξύ το νομικό καθεστώς που διέπει την έννομη σχέση των διαδίκων ή τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία παρήχθη. ... Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 ΑΚ, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχές που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, όπως είναι οι αποδοχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, αρχίζει αφότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση.

Ο χρόνος όμως της παραγραφής του καθολικού δικαιώματος για τη λήψη μισθού ή για την ορθή ένταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο από την οποία εξαρτάται το ύψος του μισθού, υπόκειται σε 20ετή παραγραφή που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, ενώ οι αξιώσεις για τις αποδοχές ή τις διαφορές αποδοχών των επιμέρους χρονικών διαστημάτων υπόκεινται σε 5ετή παραγραφή που αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατά τα ανωτέρω έναρξή της.

Η εναγόμενη με σχετικό λόγο της έφεσής της επανέφερε την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος, ότι το καθολικό δικαίωμά του είχε υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον από 1.1.1985, δηλαδή από τότε που ίσχυσε η αντίστοιχη ΕΣΣΕ, με βάση την οποία ο ενάγων αξιώνει μισθολογικές διαφορές, μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών.

Η ένσταση αυτή της εναγόμενης, καίτοι εσφαλμένα θέτει ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής τη θέση σε ισχύ της ΕΣΣΕ και όχι τις αποφάσεις του ΔΣ της ιδίας με την οποία ορίστηκε ευνοϊκότερο μισθολογικό καθεστώς στους συναδέλφους του ενάγοντος, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον η αξίωση του ενάγοντος για διαφορές αποδοχών που γεννήθηκε από 1.9.1987 και 16.10.1989, ημερομηνίες που λήφθηκαν, αντίστοιχα, οι με αριθμούς 2024 και 2143 αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης, με τις οποίες εντάχθηκαν οι ευνοηθέντες συνάδελφοι του ενάγοντος στα μισθολογικά κλιμάκια ΑΡ3 και ΑΤ4 μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής του, που ολοκληρώθηκε με την επίδοση αυτής στις 16.6.2011 (βλ.

πρωτόδικες προτάσεις ενάγοντος) έχει υποπέσει στην 20ετή παραγραφή του καθολικού δικαιώματός του, δηλονότι είχε συμπληρωθεί ήδη η 20ετία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αβάσιμη την ένσταση, έσφαλε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και συνεπώς πρέπει ο σχετικός 4ος λόγος της έφεσης να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος, όπως και η έφεση στο σύνολό της, να εξαφανιστεί η με αριθμ. 1672/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη." Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 254 και 268 ΑΚ, εφαρμόζοντας την πρώτη από αυτές ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και μη εφαρμόζοντας τη δεύτερη μολονότι συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Ειδικότερα, τούτο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι με την υπ' αριθ. 3795/2012 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο) κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι ο ενάγων, κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, δεν θεωρήθηκε από την εναγομένη εντακτέος στην κατηγορία ΑΡ3 από 1.1.1999 και ΤΕ από 1.4.1999, με αποτέλεσμα να του οφείλονται οι αιτηθείσες (με την υπ' αριθ.

έκθ. κατάθεσης 1052/2008 προγενέστερη αγωγή του) διαφορές αποδοχών από 1.1.2003 έως και 7.8.2005, καθώς και ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση καταλαμβάνει και τις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, από την τελεσιδικία της ανωτέρω υπ' αριθ. 3795/2012 απόφασης, η οποία έλαβε χώρα με τη δημοσίευση αυτής στις 17-7-2012, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος προς αποζημίωση εξαιτίας της περιγραφόμενης στην ένδικη από 22-7-2010 αγωγή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης.

Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της τελεσιδικίας της ανωτέρω απόφασης (17-7-2012), οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2011, ήταν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, με συνέπεια να υπαχθούν έκτοτε στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 εδ. α' του ΑΚ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι εν λόγω αξιώσεις, με αφετηρία τον χρόνο της αδικοπραξίας, ο οποίος ανάγεται στην 1-1-1999 και 1-4-1999, οπότε οι αναφερόμενοι στην ένδικη αγωγή συνάδελφοι του ενάγοντος εντάχθηκαν στις μισθολογικές κατηγορίες ΑΡ3 και ΤΕ αντίστοιχα, ενώ ο ίδιος στις ΑΡ2 και ΤΕ2 αντίστοιχα, απέχουν από εκείνον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας όχι όμως και της εικοσαετίας.

Στη συνέχεια δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση της εκκαλούσας - εναγομένης περί παραγραφής του καθολικού δικαιώματος του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, από το οποίο απορρέουν οι ένδικες αξιώσεις του για καταβολή αποζημίωσης (θέτοντας μάλιστα εσφαλμένα ως αφετηρία του χρόνου παραγραφής του καθολικού δικαιώματος την 1.9.1987 και 16.10.1989, αντί της 1-1-1999 και 1-4-1999, όπως προελέχθη), εφαρμόζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 254 του ΑΚ ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 268 του ίδιου Κώδικα, οι οποίες έπρεπε να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως, είναι βάσιμος ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, α) ως προς το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένστασης παραγραφής του καθολικού δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις αυτού και β) ως προς τις αρρήκτως συνδεόμενες με το αναιρεθέν σκέλος της διατάξεις περί δικαστικών εξόδων και επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεθείσας απόφασης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτού, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω λόγου, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου ως προς τα δεύτερο και τρίτο σκέλη του, με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά το αναιρεθέν μέρος της, οι πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθ. 5 και 6 αντίστοιχα του ΚΠολΔ, καθώς και του δευτέρου λόγου, με τον οποίο προσάπτεται στην εν λόγω απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, ως προς το σκέλος της με το οποίο έγινε δεκτή η υποβληθείσα από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 521/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό σκέλη της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ