482/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated482/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ. 356/1974 περί Κώδικος Είσπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) " η είσπραξη των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος" (παρ. 1) και "ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και οι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής" (παρ. 2).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 482 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 482/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-01-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων - Α.Α.Δ.Ε., ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων, που κατοικοεδρεύει στο Μαρούσι Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Πανάγο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Παπαντώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-02-2016 και με αιρθμούς κατάθεσης 8986/2016, 8995/2016 και 9000/2016 ανακοπές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2809/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3530/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3530/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2809/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν συνεκδικασθεί και είχαν γίνει δεκτές τρείς ανακοπές του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1,3 Κ. Πολ. Δ.).
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ. 356/1974 περί Κώδικος Είσπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) " η είσπραξη των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος" (παρ. 1) και "ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και οι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής" (παρ. 2).
Περαιτέρω στο άρθρο 2 παράγραφοι 1, 2 και 3 του ιδίου ΝΔ (όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 Ν. 4224/2013 και εφαρμόζονται στη κρινόμενη περίπτωση , κατά την διάταξη του άρθρου 22 του νόμου αυτού ), προσδιορίζονται τα όργανα εισπράξεως και ο απαιτούμενος για την είσπραξη νόμιμος τίτλος, τέτοιον δε αποτελούν α) τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κ.
Πολ. Δ., στο άρθρο 4 προβλέπεται η μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου έκδοση και αποστολή στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα ατομικής ειδοποίησης για την πληρωμή του χρέους και τέλος στο άρθρο 73 προβλέπεται ο τρόπος και η διαδικασία άσκησης ανακοπής του οφειλέτη μετά την εκδοθείσα ατομική ειδοποίηση πληρωμής, τόσον προ της ενάρξεως της εκτελέσεως, όσον και κατά την αρξαμένης εκτελέσεως.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές, όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος, η προθεσμία δε αυτή μπορεί να παρατείνεται με νόμο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, που τους ανατίθενται με νόμο. Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ' αυτήν, μεταξύ δε των διαφορών αυτών, οι οποίες μνημονεύονται ενδεικτικά στην παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 1, περιλαμβάνονται (και αναφέρονται ειδικά υπό στοιχεία ια') και οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ΝΔ 356/1974).
Όλες, όμως οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, διότι είναι δυνατόν να προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Δημοσίου, ή των λοιπών προσώπων, στα οποία εφαρμόζεται ο ΚΕΔΕ, και του οφειλέτη τους, κριτήριο δε προκειμένου μία τέτοια διαφορά να θεωρηθεί ως διοικητική ή ιδιωτική αποτελεί η φύση της απαίτησης, που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης.
Έτσι, αν η απαίτηση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, τότε και η διαφορά που ανακύπτει κατά την επιδίωξη της αναγκαστικής είσπραξής της είναι ιδιωτική και η φύση της δεν μεταβάλλεται από την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξη της από το δημόσιο ταμείο (ΑΕΔ 14/2003, ΑΕΔ 8/1989, ΑΠ 991/2019, ΑΠ 741/2017 ΑΠ 1919/2013).
Επομένως στην περίπτωση που επισπεύδεται ή επίκειται αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαίτησης του Δημοσίου, όταν αυτή (απαίτηση) προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτού και του οφειλέτη του, τότε ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου και η διαφορά που δημιουργείται φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 991/2019 ΑΠ 1245/2010, ΣτΕ 3527/2000).
Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η ατομική ειδοποίηση, στηρίζεται σε φερόμενη παραβίαση εκ μέρους του οφειλέτη συμβατικής υποχρέωσης του για εξόφληση δανείου, που είχε λάβει από ιδιωτική τράπεζα, την εξόφληση του οποίου είχε εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΕΔ 5/1989). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 218/2020). Περαιτέρω, η επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος οφειλέτη μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική, αφού άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ελέγχεται για κατάχρηση, αποτελεί και η επιδίωξη του δανειστή να ικανοποιήσει με αναγκαστική εκτέλεση την απαίτησή του κατά του οφειλέτη του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 2/2018, ΟλΑΠ 16/2006, Ολ.
ΑΠ 42/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006.
ΟλΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2809/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάσθηκαν και έγιναν δεκτές, κατά την παραδοχήν ως βασίμου του τρίτου λόγου τους, τρείς ανακοπές του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος με βάση το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο περιστατικά:
Ότι η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.". με τις από 14/11/1988 και 23/2/1988 συμβάσεις πίστωσης χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με την εγγύηση υπέρ αυτής του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραιτήθηκε και από την ένσταση της διζήσεως, δύο βιοτεχνικά δάνεια ποσών 3.000.000 και 45.000.000 δραχμών.
Ότι μετά από σχετικές πράξεις της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών πιστώσεων αυτού το αναιρεσείον εγγυήθηκε στην πιστώτρια Τράπεζα τις δύο συμβάσεις πίστωσης μέχρι των ποσών των 1.800.00 και 16.800.00 δραχμών αντιστοίχως. Ότι λόγω μη ανταπόκρισης της πιστούχου εταιρείας στις συμβατικές της υποχρεώσεις η δανείστρια τράπεζα έκλεισε τους δανειοδοτικούς λογαριασμούς και στην συνέχεια προχώρησε στην κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγυήσεως του αναιρεσείοντος, το οποίο της κατέβαλε τα ποσά που αντιστοιχούν στην εγγυημένη απαίτηση της τράπεζας, η οποία απέστειλε στη Δ.Ο.Υ, ΦΑΒΕ Αθηνών τα απαιτούμενα έγγραφα βεβαίωσης οφειλής ποσών 3.160.540, 27.351.942 και 8.047.116 δραχμών και ότι με βάση τα έγγραφα αυτά η ανωτέρω Δ.Ο.Υ, με τις υπ' αριθμ. .../2013, .../1997 και …/1998 αντίστοιχες ταμειακές βεβαιώσεις, βεβαίωσε τα ποσά αυτά, ενώ με την υπ' αριθμ. 345/2015 ατομική ειδοποίηση της Γενικής Γραμματείας Εσόδων, την οποία απέστειλε στον αναιρεσίβλητο ως εγγυητή των δανείων, τον καλούσε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 324.117,47 ευρώ, το οποίο επιμερίζεται σε κεφάλαιο των ανωτέρω ταμειακών βεβαιώσεων ποσού 107.313,59 ευρώ και σε προσαυξήσεις ποσού 216.803,88 ευρώ.
Τέλος το Εφετείο, εξετάζοντας την προβληθείσα με τον τρίτο λόγο των τριών ανακοπών του αναιρεσίβλητου κατά των αντιστοίχων τριών ταμειακών βεβαιώσεων ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, αφού την έκρινε νόμιμη, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) ουδέποτε μετά τη σύνταξη των ταμειακών βεβαιώσεων τα έτη 1993, 1997 και 1998 όχλησε για την εξόφληση τον ανακόπτοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) με την ιδιότητά του ως εγγυητή των δανείων, ο οποίος μάλιστα είχε αποχωρήσει από την δανειολήπτρια εταιρία από το έτος 1993 και δεν είχε πρόσβαση σε αυτήν, ούτε είχε αντίληψη περί της πορείας των δανειακών υποχρεώσεων αυτής, έστω και αν είχε αναλάβει την εγγύηση αυτών.
Για πρώτη φορά ο ανακόπτων έλαβε γνώση με την επίδοση σε αυτόν της υπ' αριθ. 345/2015 ατομικής ειδοποίησης, με την οποία του ζητήθηκε να καταβάλει με την ιδιότητά του ως εγγυητή το συνολικό ποσό των 324. 117, 47 ευρώ, το οποίο επιμερίζεται σε κεφάλαιο 107.313,59 ευρώ και προσαυξήσεις 216.803,88 ευρώ. Η πολύ μεγάλη αυτή καθυστέρηση στην αναζήτηση της εκπλήρωσης της οφειλής του ανακόπτοντος, έχει προδήλως επαχθείς συνέπειες σε βάρος αυτού, καθώς μετά την πάροδο τόσων ετών οι προσαυξήσεις είναι υπερδιπλάσιες του κεφαλαίου, ενώ πρέπει σαφώς να ληφθεί υπόψη ότι τίποτε δεν εμπόδιζε το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο να στραφεί πολύ νωρίτερα κατά του ανακόπτοντος, ώστε αυτός να μην επιβαρυνθεί με υπέρογκες προσαυξήσεις άνευ υπαιτιότητάς του, αφού ο ανακόπτων είχε παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως και δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί η προσπάθεια ευόδωσης της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος της δανειολήπτριας εταιρίας και των εκπροσώπων της, προκειμένου να στραφεί στη συνέχεια το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο σε βάρος του εγγυητή-ανακόπτοντος.
Συνεπώς, η συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο καλεί μέσω των ταμειακών αυτών βεβαιώσεων και της σχετικής ατομικής ειδοποίησης τον ανακόπτοντα να καταβάλει τα ανωτέρω οφειλόμενα μετά προσαυξήσεων ποσά, είναι αντίθετη στην καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου καταχρηστική με αποτέλεσμα να καθίσταται ακυρωτέα η επιδίωξη είσπραξης του ποσού αυτού από τον ανακόπτοντα, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ανακοπής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, κατά παραδοχή του ανωτέρω τρίτου λόγου των ανακοπών του αναιρεσιβλήτου, είχε κάνει δεκτές τις τρείς ανακοπές του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2,4 και 73 του ΚΕΔΕ, καθ' όσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την παραδοχή ως νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης της περιεχομένης στον τρίτο λόγο των τριών ένδικων ανακοπών του αναιρεσιβλήτου ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αποστείλει την επίδικη ατομική ειδοποίηση στον αναιρεσίβλητο, αφού, αφ' ενός μεν η ένδικη διαφορά αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά από σύμβαση χορήγησης δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και η επ' αυτής θεμελιούμενη ένσταση μπορεί να προβληθεί και με την ανακοπή του οφειλέτη κατά το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, αφ' ετέρου δε, η αδράνεια του αναιρεσείοντος για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα από τη σύνταξη των ταμειακών βεβαιώσεων τα έτη 1993, 1997 και 1998 μέχρι το έτος 2015, που απέστειλε στον αναιρεσίβλητο την ως άνω ατομική ειδοποίηση, σε συνδυασμό με τα αποδειχθέντα, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόσθετα περιστατικά, ήτοι 1) την αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία ήδη από το έτος 1993 και την άγνοιά του έκτοτε για την πορεία των δανειακών υποχρεώσεών της και 2) την πρόκληση δυσβάστακτων συνεπειών σ' αυτόν από την μεγάλη καθυστέρηση στην αναζήτηση της οφειλής, αφού καλείται να καταβάλει προσαυξήσεις της οφειλής υπερδιπλάσιες του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθιστούν την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος αντίθετη στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό αυτού και συνεπώς καταχρηστική.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ. Πολ. Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 2 και 4 του ΚΕΔΕ και 281 ΑΚ και έτσι έκανε δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, γιατί το άρθρο 281 Α.Κ.
εφαρμόζεται μόνο κατά την άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και όχι στην άσκηση δέσμιας διοικητικής δραστηριότητας, όπως είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση η αποστολή της επίδικης ατομικής ειδοποίησης για εξόφληση του χρέους και γιατί από την καθυστέρηση στην αναζήτηση της εκπλήρωσης της οφειλής του αναιρεσίβλητου δεν μπορεί να συναχθεί παγιωμένη συμπεριφορά ή κατάσταση μη άσκησης του σχετικού δικαιώματος αναγωγής του Δημοσίου, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος του, πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ. ), μειωμένα όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 18/11/2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3530/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και -
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ