Legislator Case Law & Legislation
482/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on boundary dispute where lower court's factual assessment regarding common sense principles was not reviewable.

Case Number 482/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property boundary dispute. The appellant argued that the lower court erred by applying principles of common sense to determine the boundary line without sufficient factual basis. The court held that the lower court's evaluation of facts and its discretionary decision to order or not order an expert survey are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1)(a) and 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of facts or its discretionary decision on expert surveys, and vague arguments regarding common sense principles do not constitute grounds for appeal.

Keywords

AI generated
property boundary dispute common sense principles factual assessment review expert survey discretion appeal admissibility lower court evaluation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 336(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 482/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. Δ., χήρας Ι. Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Λεβεντάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Δ. του Δ. και Α., 2) Ν. Δ. του Δ. και Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κωνσταντίνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγάρων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8262/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Επίσης, κατά το άρθρ. 560 αρθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση, των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά, αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (336 § 4 ΚΠολΔ, είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αυτός, ιδρύεται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί παρά την λογική τα διδάγματα της κοινής πείρας, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες ουσιαστικών κανόνων ή για την υπαγωγή σε αυτούς των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, ενώ δεν στοιχειοθετείται ο λόγος, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά για να διαγνώσει τη συνδρομή, ή όχι των αποδεικτέων γεγονότων ή για να εκτιμήσει την αποδεικτικότητα των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων.

Ο λόγος αυτός ενδέχεται, υπό το πρόσχημα της αντίστοιχης πλημμέλειας, να πλήττει την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (κατά την εκτίμηση των αποδείξεων), που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (561 § 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατ' άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιαδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του αρ. 6 του πιο πάνω άρθρου η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

IV. Από τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να περιέχεται η πλημμέλεια, που καταλογίζεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, ευσύνοπτα, σαφώς και με τρόπο ορισμένο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή (ή όχι) του επικαλούμενου ή κατ' εκτίμηση άλλου απ' τους προβλεπόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Αν όμως, ο λόγος δεν αναπτύσσεται, κατά τα ως άνω, στα επί μέρους σημεία του, πλήττεται από αοριστία και είναι απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, πρέπει να μνημονεύονται, αντίστοιχα, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις και ο τρόπος της παραβίασης τους, ποια είναι τα "πράγματα", ήτοι οι ουσιώδεις αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που, κατά το αναιρετικό παράπονο, λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη και ποια η επίδρασή τους στην έκβαση της δίκης και σε τι συνίσταται η αιτιώμενη έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης, δηλαδή, παράθεση (όχι αποσπασματική) των παραδοχών του αποδεικτικού πορίσματος και συγκεκριμένες αιτιάσεις, που, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

V. Η προσβαλλόμενη 8262/18, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε το Εφετείο επιτρεπτώς επισκοπείται και έχει ως εξής: "Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένης της υπ' αριθ. 23/2018 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μεγάρων, που λήφθηκε με πρωτοβουλία της ενάγουσας, του μάρτυρα Σ.-Ι.

Κ. Φ., κατόπιν νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων της (βλ. τις υπ' αριθ.2.251ΣΤ' και 2.252ΣΤ726.2.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Π.), και της υπ' αριθ 36/2017 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μεγάρων, που λήφθηκε με πρωτοβουλία της ενάγουσας, του ιδίου ως άνω μάρτυρα, μόνο όσον αφορά το δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως κατά τη εξέταση αυτού και δεν πρόβαλε κάποια ένσταση, δεκτού γενομένου του τρίτου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμου - χωρίς, ωστόσο, τούτο άνευ ετέρου να οδηγεί στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης (βλ.

σχετ. ΕφΑΘ. 10180/1989 Δίκη 22.149, ΠΠρΑΘ 2900/2014, ΜΠΘεσ. 18581/2017 Δημοσίευση στην ΤΝΠ "Νόμος" - Μιχαήλ Μαργαρίτης/Άντα Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2012, τόμος Τ, άρθρο 520 αριθ 22), και όχι ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο, καθόσον δεν προσκομίστηκε ούτε έγινε επίκληση της έκθεσης επίδοσης της κλήσης, κατ' άρθρο 422 ΚΠολΑ, ώστε να ελέγξει το παρόν Δικαστήριο το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλήτευσης του εν λόγω αντιδίκου της, χωρίς να αρκεί η βεβαίωση περί τούτου του Ειρηνοδίκη ή του Συμβολαιογράφου ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση, διότι δεν είναι αρμόδιοι να ελέγξουν προς τούτο (ΑΠ 912/2010 ΝοΒ 2010. 2491, ΑΠ 1874/2008 ΝοΒ 2009. 892), όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς τον συγκεκριμένο διάδικο, και μη λαμβανομένης υπόψη ούτε της υπ' αριθ…./2017 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος Π.

χήρας Α. Β., το γένος Κ. Δ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μεγάρων, που λήφθηκε με πρωτοβουλία των εναγομένων, διότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1.116ΣΤ716.2.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Λ. Π. στην από 14.2.2017 κλήση, αν και κατονομάζεται η μάρτυρας που θα εξεταζόταν, δεν γίνεται αναφορά του επαγγέλματός της, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του υπ' αριθ. …/1961 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Μεγάρων Γεωργίου Σβολόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και αριθ….., η ενάγουσα απέκτησε, λόγω αγοράς, την κυριότητα ενός οικοπέδου στα ..., έκτασης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, 300τ.μ., οριζόμενου ανατολικά με ιδιοκτησία Ν.

Μ., δυτικά με την τότε νεοχαραχθείσα οδό, νότια με ιδιοκτησία Κ. Δ. Δ. και βορείως με κληρονόμους Ι. Γ. Μ. και ήδη οδό …, σύμφωνα δε με το από Οκτωβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Φ. έκτασης 224,49τ.μ, οριζόμενου βόρεια, σε πλευρά (ΑΒ) μήκους 1,28μ. και (ΒΓ) μήκους 8,71μ. με την οδό ... ανατολικά, σε πλευρά (ΓΔ) μήκους 13,06μ., (ΔΖ) μήκους 6,40μ, (ΖΗ) 1,97μ.

και (ΗΘ) μήκους 3,06μ. με ιδιοκτησία Π. Μ., νότια, σε πλευρά (ΘΙ) μήκους 8,62μ. με ιδιοκτησία των εναγομένων, και δυτικά, σε πλευρά (ΙΚ) μήκους 3,04μ" (ΚΔ) μήκους 2,11 μ., (AM) μήκους 2,79μ., (ΜΝ) μήκους 1,51 μ., (ΝΞ) μήκους 8,49μ. και (ΞΑ) μήκους 6,50μ. με οδό .... Οι εναγόμενοι κατέστησαν συγκύριοι του ομόρου από τη νότια πλευρά του ως άνω ιδιοκτησίας της ενάγουσας ακινήτου, έκτασης 233,14 τ.μ., δυνάμει της υπ' αριθ…./2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος την 25.12.2000 πατέρα τους, ως εκ της 12.6.1999 ιδιόγραφης διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας στα βιβλία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κληρονόμοι αυτού, νομίμως μεταγεγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο … και αριθμό …, σε συνδυασμό με τον επισυμβάντα την 14.4.2007 θάνατο της μητέρας τους, Α.

Δ., η οποία, δυνάμει της ίδιας ως άνω διαθήκης, είχε εγκατασταθεί ως επικαρπώτρια σε αυτό. Στον απώτερο δε δικαιοπάροχο των εναγομένων, Δ. Δ. του Κ., η κυριότητα του εν λόγω ακινήτου είχε περιέλθει αφενός μεν κατά ποσοοτό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθ. …/…..12,1990 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του αποβιώσαντος την 4.8.1974 πατέρα του, Κ.

Δ. Δ., της Συμβολαιογράφου Μεγάρων Αγγελικής Καραγιώργη, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων, στον τόμο … και αριθμό …, ως εκ της νομίμως δημοσιευθείσης 24.7.1974 δημόσιας διαθήκης αυτού κληρονόμος του, αφετέρου δε, κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 2/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθ…./1990 συμβολαίου της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και με αριθμό …, λόγω αγοράς από τα αδέρφια του, Ι.

και Σ. Δ. των ποσοστών επ' αυτού που είχαν κληρονομήσει από τον πατέρα τους και αποδεχθεί με την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Στον απώτερο δε δικαιοπάροχο των εναγομένων, Κ. Δ. Δ., το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθ. …./1941 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Μεγάρων Παναγιώτη Καράλη, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ….

και αριθμό …. Εντός του ακινήτου της ενάγουσας υπάρχουν μία ισόγεια οικία, εμβαδού 126,81τ.μ., Kat άλλα κτίσματα εμβαδού 1,34 τ.μ., 2,5 τ.μ. και 9,88 τ.μ., τα οποία είναι περιτοιχισμένα από μαντρότοιχο με τσιμεντόλιθους ύψους δύο (2) μέτρων, τον οποίο κατασκεύασε η ενάγουσα το έτος 1969, δυνάμει της υπ' αριθ…./1969 άδειας περιτοίχισης του Γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών Στην περιτοίχιση δε αυτή του ακινήτου της ενάγουσας αφενός μεν δεν είχε συμπεριληφθεί το εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία (ΚΗ) μήκους 8,78 μ., (ΗΘ) μήκους 3,06 μ., (ΘΙ) μήκους 8,62 μ.

και (ΙΚ) μήκους 2,05 μ. στο υπό στοιχεία (Α) τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού εδαφικό τμήμα, έκτασης 22,16 τ.μ., που αποτελεί και την επίδικη έκταση, αφετέρου δε δεν υπήρχε κάποιο άνοιγμα μέσω του οποίου να έχει πρόσβαση η ίδια η ενάγουσα στην τελευταία, στοιχεία από τα οποία θα αποδεικνυόταν τουλάχιστον η εκ μέρους της διενέργεια πράξεων νομής επ' αυτής.

Αντιθέτως, ιδίως από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους φωτογραφίες, στις οποίες εμφαίνεται ότι εντός της συγκεκριμένης έκτασης υπήρχε κτισμένος εξωτερικός φούρνος που χρησιμοποιούσε ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, Κ. Δ. Δ. όσο τελούσε εν ζωή (στο σημείο που καταγράφεται επί του από Σεπτεμβρίου 2007 προσκομιζόμενου σχεδιαγράμματος), είναι εμφανές δε υπόλειμμα του βόρειου τοίχου του κατεδαφισθέντος κτίσματος - οικίας των δικαιοπαρόχων των εναγομένων, αποδεικνύεται ότι επ' αυτής πράξεις που άρμοζαν στη φύση και στον προορισμό της, διανοία κυρίων, διενεργούσαν οι προαναφερόμενοι.

Σύμφωνα δε με την σαφή και ακριβή, ως και από ιδία κυρίως αντίληψη κατάθεση της Π. Β., του Δ. Δ. και της ενάγουσας, που διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 2/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγάρων πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, επί της συγκεκριμένης έκτασης ο δικαιοπάροχος των εναγομένων είχε σταθμεύσει σε ανύποπτο χρόνο ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο τότε εξετασθείς από την καθ' ης η αίτηση μάρτυρας Π.

Τ., και ότι αυτή χρησιμοποιούνταν ως αυλή, στην οποία μάλιστα η γυναίκα του αδερφού της άπλωνε τα ρούχα, ενώ η ενάγουσα δεν προέβαινε σε πράξεις νομής επ' αυτής. Όταν, μάλιστα, το Νοέμβριο του έτους 1998, η τελευταία τοποθέτησε επ' αυτής τετρακόσιους (400) τσιμεντόλιθους, καταλαμβάνοντάς την, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων-Δ.

Κ. Δ., αντέδρασε άμεσα υποβάλλοντας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων την από 24.11.1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, στρεφόμενος κατά αυτής, επικαλούμενος τη διατάραξη της νομής του από την ίδια. Επί της εν λόγω αίτησης εξεδόθη η υπ' αριθ. 2/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση, αναγνωρίστηκε ο τότε αιτών προσωρινά νομέας του όλου οικοπέδου και υποχρεώθηκε η τότε καθ* ης η αίτηση, νυν ενάγουσα, να αποσύρει τους τσιμεντόλιθους που είχε τοποθετήσει επί της επίδικης έκτασης, με την απαγγελία σε βάρος της χρηματικής ποινής 50.000 δραχμών και προσωπικής κράτησης ενός (1) μηνός για κάθε μελλοντική διατάραξη, απόφαση με το διατακτικό της οποίας συμμορφώθηκε την 23.2.1999, αποσύροντας του τσιμεντόλιθους που είχε εναποθέσει επ' αυτής, (βλ.

την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως με ημερομηνία 23.2,1999 απόδειξη). Στο πλαίσιο της τότε δικαστικής αντιδικίας μεταξύ της ενάγουσας και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων η πρώτη είχε επικαλεστεί ότι η τοποθέτηση του μαντρότοιχου σε σημείο βορειότερο από το πραγματικό νότιο όριο του ακινήτου της, σε απόσταση από τα δύο κτισμένα παλαιά δωμάτια όπου κατοικούσαν οι γονείς της, έγινε εκουσίως γι" να μην κλείσει το φωτισμό και αερισμό και τη θέα αυτών διότι τα δωμάτια αυτά είχαν παράθυρα με πρόσοψη προς το βορρά, ισχυρισμό που παραλλάσσει κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή της πραγματικά περιστατικά αναφέροντας ότι.

εξαναγκάστηκε να κατασκευάσει τον μαντρότοιχο στο συγκεκριμένο σημείο παρά "to ότι τα πραγματικά όρια της ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Κ. Δ. έφθαναν έως τη βορεινή πλευρά του παλαιού κτίσματος. Επομένως, ενόψει των προαναφερομένων, ανεξαρτήτως του εάν η επίδικη έκσταση διαλαμβάνεται ή όχι στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας, εφόσον απ' όλα το επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ήδη από το έτος 1969 ο απώτερος και ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγομένων ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό της αναφερόμενες υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσιάσεως, οι συγκεκριμένοι, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις επ' αυτού, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους τον αντίστοιχο χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι (20) ετών, είχαν αποκτήσει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής την κυριότητα αυτής με έκτακτη χρησικτησία Τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από τα όσα κατέθεσε στην υπ' αριθ.

…/2018 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μεγάρων, ο τοπογράφος μηχανικός Σ. I. Φ. που συνέταξε τα συνημμένα στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφικά διαγράμματα κατόπιν αίτησης της ενάγουσας, σύμφωνα με τα οποία προέβη στη σύνταξη δύο τοπογραφικών διαγραμμάτων, ενός του δικού της οικοπέδου και ενός του ακινήτου των εναγομένων, η εμβαδομέτρηση του οποίου έγινε όπως αυτό ήταν πριν τη ρυμοτόμηση της περιοχής και τη διάνοιξη των εγκεκριμένων οδών, χωρίς να εισέλθει στην εν λόγω ιδιοκτησία και καθ' υπόδειξη των ορίων της από την ίδια την ενάγουσα, καταλήγοντας με τη βοήθεια αεροφωτογραφίας της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, με ημερομηνία λήψης το έτος I960, στο αβέβαιο συμπέρασμα ότι "φαίνεταυ> να είναι αληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η ιδιοκτησία των εναγομένων έφθανε μέχρι τα κτίσματα του δυτικού Ο.Τ….

και κατ' αποτέλεσμα ότι τα υποδειχθέντα από την ενάγουσα όρια της ιδιοκτησίας αυτών ήταν αληθή. Ενόψει δε των προαναφερομένων και της απόδειξης της κτήσης συγκυριότητας των εναγομένων επί της επίδικης έκτασης τουλάχιστον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρέλκει και η διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο τίτλο κτήσης της ενάγουσας, απορριπτομένου ως αλυσιτελώς προβαλλομένου του δεύτερου λόγου έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το πιο πάνω δικαστήριο που δίκασε ως εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 97/17 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας για ακίνητο (εδαφικό τμήμα) 22, 16 μ2 στα ....

VI. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη υπέπεσε: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατ' εκτίμηση στην υπ' αρ. 6 (και όχι στην υπ' αριθ. 5, όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια. Ήτοι, παραθέτει αποσπασματικά παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης για την από τους εναγόμενους - αναιρεσίβλητους κτήση, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Κατόπιν αιτιάται ότι η αιτιολογία αυτή στερείται βασιμότητας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, γιατί ο ισχυρισμός ίδιας κυριότητας των εναγομένων με έκτακτη χρησικτησία έρχεται σε αντίθεση με δημόσια έγγραφα, όπως είναι το από 1-2-1997 αντίγραφο του δελτίου συμβάντων του Α.Τ. Μεγάρων που είχε αυτή προσκομίσει κατάθεση Εισαγγελικής παραγγελία για την προσβολή της νομής της επί του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι είναι αόριστος και, σε κάθε περίπτωση, διότι υπό το πρόσχημα θεμελίωσης της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα, πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Προσέτι με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρ. 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου ν' αποδειχθεί ο ισχυρισμός της ότι είναι κυρία της επίδικης έκτασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός διότι είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται με πληρότητα, αλλά μόνον αποσπασματικά, οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ούτε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου (και μάλιστα ενάριθμα) που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και, αφετέρου διότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει ή όχι πραγματογνωμοσύνη εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε η απορριπτική του κρίση στο αίτημα αυτό, ιδρύει την πιο πάνω πλημέλεια, καθόσον το σχετικό αίτημα δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 560 αρ. 6 ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσας υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρ. 560 § 1β', διότι: Κατ' επιθυμία των γονέων της είχε τοποθετήσει μανδρότοιχο σε σημείο βορειότερο από το πραγματικό όριο του ακινήτου της (παρά του ότι τα πραγματικά όρια της ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων έφθαναν έως τη βορεινή πλευρά του παλαιού κτίσματος, όπως δέχτηκε η προσβαλλομένη) για να μην τους κλείσει τη θέα και το φωτισμό και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία "όταν έχουμε δύο ανθρώπους και ο ένας εκ των δύο επιθυμεί κάτι και ο άλλος αποδέχεται μεν ενώ δεν το θέλει τότε υπάρχει εξαναγκασμός". Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα μνημονευόμενα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

VII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει: 1) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, 2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και 3) να επιβληθούν στην ηττώμενη αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων κατά παραδοχή του αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2018 αίτηση της Π. Δ. για αναίρεση της 8262/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ