Legislator Case Law & Legislation
482/2020 AI generated

482/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 482/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 482 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2020

Legislator headnote

AI generated

482/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 482 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2020

Keywords

AI generated
lapse of enforcement withdrawal of debt enforcement reassignment of claim application for enforcement - Decision capacity to pursue debt enforcement loan write-off
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπούμενο από τον ειδικό εκκαθαριστή ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Κιτσαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Γ. Π., 2) Κ. Π. του Γ. και 3) Χ. Π. του Γ., κατοίκων όλων ..., ως νομίμων και μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα και εφεσιβλήτου Γ. Π.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4391/2009 και 22/2011 μη οριστικές και 5940/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1635/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθμ. 1635/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης αναιρετικής δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αρχικός ενάγων Γ. Π., ο οποίος απεβίωσε στις 6-5-2014 κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του, με την από 18-4-2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας (αναιρεσείουσας), ιστορούσε ότι τυγχάνει αγρότης και ότι προς εξυπηρέτηση της αγροτικής του δραστηριότητας κατήρτισε τις αναφερόμενες συμβάσεις πιστώσεως, δυνάμει των οποίων του χορηγήθηκαν μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα δάνεια, συνολικού ποσού 55.849,25 ευρώ, προς εξόφληση των οποίων προέβη σε καταβολές συνολικού ύψους 123.666,90 ευρώ, όμως η εναγομένη εμφάνιζε στα βιβλία της ότι το ύψος της συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής του, με βάση τους όρους των συμβάσεων αυτών, ανερχόταν στις 4-8-2004, λόγω επιβολής ανατοκισμού των τόκων, στο συνολικό ποσό των 116.410,91 ευρώ. Ότι υπέβαλε στην τελευταία αίτηση, προκειμένου να επαναπροσδιορισθούν οι οφειλές του από τις δανειακές αυτές συμβάσεις με βάση την ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, πλην όμως, αυτή του γνωστοποίησε ότι η επαναπροσδιορισθείσα απαίτησή της βάσει του Ν.3259/2004 ανερχόταν στις 28-4-2009 στο ποσό των 68.211,77 ευρώ, ενώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, η οφειλή του εκ των συμβάσεων αυτών έχει εξοφληθεί πλήρως, μάλιστα δε, έχει καταβάλει επιπλέον ποσό 11.988,39 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η έννομη σχέση, η οποία τον συνδέει με την εναγομένη για τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις πιστώσεως βραχυπροθέσμου δανεισμού δεν είναι συμβάσεις πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό αλλά κοινού δανεισμού και ως εκ τούτου ο υπολογισμός του υπολοίπου της οφειλής του πρέπει να γίνει με βάση τα ληφθέντα κεφάλαια και όχι τα κατάλοιπα των λογαριασμών, β) να αναγνωρισθεί ότι οι εν λόγω συμβάσεις κινήθηκαν με απλούς δοσοληπτικούς λογαριασμούς και όχι αλληλοχρέους λογαριασμούς και ως εκ τούτου ο υπολογισμός της οφειλής του πρέπει να γίνει κατά τον προαναφερόμενο τρόπο και γ) να αναγνωρισθεί ότι έχει διαμορφωθεί υπέρ αυτού πιστωτικό υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 11.988,39 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθμ. 7079/1996 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου τα προσκομισθούν τα σε αυτή αναφερόμενα έγγραφα, εν συνεχεία, η υπ' αριθμ. 22/2011, επίσης, μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και, κατόπιν, η υπ' αριθμ. 5940/2013 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε απορριπτέα η αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς τα υπό στοιχεία α'και β'αιτήματά της και, εν συνεχεία, έγινε δεκτή εν μέρει (η αγωγή), ως προς το υπό στοιχείο γ' αίτημά της και αναγνωρίστηκε ότι δεν υφίσταται οφειλή του αρχικώς ενάγοντος έναντι της εναγομένης από τις αναφερόμενες σε αυτήν (απόφαση) συμβάσεις. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση, η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη, επ' αυτής δε εκδόθηκε η υπ" αριθμ. 1635/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήδη προσβαλλομένη, με την οποία, η έφεση απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με το άρθρο 30 παρ. 1 και 2 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθμ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... καν λοιπές διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής:" 1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία". Επίσης με το άρθρο 39 παρ. παρ.1,2 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζονται τα εξής : " 1 .Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 12.Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πιστώσεως ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παρ. 12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίσθηκε μόνο το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο), και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε απεκλείσθησαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 488/2017, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 345/2013, ΑΠ 842/2012, ΑΠ 1379/2012, ΑΠ 1449/2012). Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015, ΑΠ 1379/2012). Ωστόσο, η ανωτέρω προνομιακή ρύθμιση δεν καταλαμβάνει όλες ανεξαίρετα τις οφειλές των αγροτών προς τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά μόνο εκείνες "που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Εξαιρέθηκαν δε ρητά από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως ισχύει (και επομένως δεν ισχύει γι' αυτές η ευνοϊκή ρύθμιση της ανωτέρω παρ. 5) οι ακόλουθες οφειλές αγροτών: α) Εκείνες για τις οποίες έχουν εκδοθεί ατομικές ή γενικές υπουργικές αποφάσεις για τη ρύθμισή τους με ειδικούς όρους και εφόσον έχουν υπογραφεί οι σχετικές συμβάσεις, όπου αυτές απαιτούνται (παρ. 9 του άρθρου 30 ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 5 ν. 2912/2001). β) Εκείνες, που δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000..." (ΑΠ 488/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου εννοίας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή εννοίας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1849/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 39 παρ.5 του ν. 3259/2004, έκρινε ότι για την υπαγωγή και τον επανακαθορισμό της οφειλής των περισσοτέρων της μιας δανειακών προς αυτήν (αναιρεσείουσα) υποχρεώσεων από αγροτικά δάνεια του αρχικώς ενάγοντος-εφεσιβλήτου, υπαγόμενα στις ρυθμίσεις της εν λόγω διατάξεως, έπρεπε να υπολογισθεί ως ανώτατο όριο το σύνολο του κεφαλαίου όλων των δανείων, ενώ έπρεπε να γίνει ιδιαίτερος υπολογισμός της οφειλής για κάθε δάνειο χωριστά, με συνέπεια την απόρριψη του δευτέρου λόγου της εφέσεώς της, ως αβασίμου. Ο λογος αυτός είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, για τον επανακαθορισμό των οφειλών προς πιστωτικά ιδρύματα, κατ' επάγγελμα αγροτών, από δάνεια, σχετικά με την επαγγελματική τους δραστηριότητα, υπαγόμενα στις ρυθμίσεις της άνω διατάξεως, το συνολικό ύψος τους υπολογίζεται στο διπλάσιο του σχετικού κεφαλαίου, το οποίο έχει ληφθεί με ένα ή περισσότερα δάνεια, τα οποία συνυπολογίζονται.

Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, όσον αφορά την απόρριψη του τρίτου λόγου της εφέσεώς της, με τον οποίο είχε προβάλει ότι εσφαλμένα οι υπ' αριθμ. 479/2003 και 480/2003 συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου υπολογίστηκαν με βάση την παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ενώ έπρεπε να υπολογισθούν με βάση την παρ. 1 του ιδίου άρθρου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση στην αρχή δέχεται ότι "προκειμένου για οφειλές κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, οι οποίες είναι σχετικές με την επαγγελματική τους δραστηριότητα και έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, τότε το συνολικό ύψος τους υπολογίζεται στο διπλάσιο του συνολικού κεφαλαίου..., ότι δηλαδή αντικείμενο της ως άνω ρυθμίσεως δεν αποτελούν όλες ανεξαιρέτως οι οφειλές των κατ' επάγγελμα αγροτών, αλλά μόνον εκείνες οι οποίες έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 ", στη συνέχεια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι " τα ληφθέντα με τις εν λόγω δυο συμβάσεις δάνεια ήταν αγροτικά και ο πιστούχος αρχικός εφεσίβλητος-ενάγων αγρότης και ως εκ τούτου υπάγονται στην παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004", διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς κατά την εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 έλαβε υπόψη μόνο τη φύση των δανείων ως αγροτικών, προϋπόθεση αναγκαία όχι όμως επαρκή για την εφαρμογή της άνω ρυθμίσεως, καθώς πρόσθετη προϋπόθεση αποτελεί η υπαγωγή των αγροτικών δανείων στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, κατά την παρ.1 του οποίου, η απαίτηση πρέπει να έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, μέχρι 31-12-2000, προϋπόθεση που δεν πληρούται για τις ως άνω καταρτισθείσες το έτος 2003 συμβάσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1, 5 και 12 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 30 παρ. του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, προκύπτει ότι για την υπαγωγή των οφειλών στην προνομιακή για τους αγρότες ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 πρέπει οι οφειλές να προέρχονται από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 39 παρ.1 του ν. 3259/2004 συμβάσεις, διάταξη η οποία ουδεμία διάκριση κάνει στον υπολογισμό της οφειλής ανάλογα με το χρονικό διάστημα, που χορηγήθηκαν το δάνειο ή η πίστωση, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, καθώς και να έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες με κάποιο νόμιμο τρόπο μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3259/2004, δηλ. μέχρι 4-8-2004, ρητώς δε εξαιρέθηκαν από την υπαγωγή τους στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, οι οφειλές των αγροτών οι οποίες δεν πληρούν την ακόλουθη χρονική προϋπόθεση, δηλαδή "οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000...", κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω (ΑΠ 488/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' (ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, το οποίο έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη έγγραφα που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, προς απόδειξη του ισχυρισμού, τον οποίο προέβαλε νομίμως τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του εφετείου περί ολοσχερούς εξοφλήσεως στις 3-12-1996 της οφειλής του αρχικώς ενάγοντος-εφεσιβλήτου εκ της υπ' αριθμ. ... συμβάσεως χρεωλυτικού δανείου, προς έγγραφη απόδειξη του οποίου αυτή είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, τρεις χειρόγραφες "καρτέλες κίνησης" της ως άνω συμβάσεως και, ως εκ τούτου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να αποτελέσει αντικείμενο της ρυθμίσεως του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, η ως άνω σύμβαση. Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα λόγο, μέρος τα εξής: " ... με τον πρώτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο συμπεριέλαβε και συνυπολόγισε στο συνολικό ύψος των χρηματικών καταβολών και τις καταβολές που πραγματοποίησε ο αρχικώς εφεσίβλητος για την εξόφληση της οφειλής του από την ως άνω υπ' αριθμ. ... σύμβαση, γιατί, όπως ισχυρίζεται αυτή, είχε ήδη εξοφληθεί προ του έτους 2000 και δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της ρύθμισης του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 η σχετική οφειλή του, αφού δεν υφίστατο τέτοια κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Ωστόσο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη από την εκκαλούσα πλήρης εξόφληση της συγκεκριμένης οφειλής πριν από το χρόνο δημοσίευσης του ν. 3259/2004. Άλλωστε η εκκαλούσα δεν προσκομίζει (ούτε επικαλείται) προς τούτο σχετική απόδειξη εξόφλησης, ούτε ο ως άνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε τούτο κατά τη διενεργηθείσα λογιστική πραγματογνωμοσύνη, στον οποίο θα μπορούσε η εκκαλούσα να προσκομίσει τα υπάρχοντα σχετικά στοιχεία, ενώ ο ίδιος έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας".

'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην προσαπτομένη από τον υπό έρευνα πρώτο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν προκύπτει ανενδοιάστως ότι έλαβε υπόψη τις προδιαληφθείσες τρείς "καρτέλες κίνησης" με αριθμό 2054, τις οποίες η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως ενώπιόν του για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι η επίμαχη οφειλή είχε εξοφληθεί πριν από την δημοσίευση του ν. 3259/2004 και συνεπώς δεν υπόκειται στην ρύθμιση του νόμου τούτου. Επομένως, ο ως άνω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και, κατά παραδοχή του πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνον, όμως, κατά το μέρος της, που αφορά την απόρριψη του ως άνω πρώτου λόγου εφέσεως της αναιρεσείουσας.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως εν μέρει ηττηθέντες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά συμψηφισμό των κατανεμομένων μεταξύ των διαδίκων εξόδων αναλόγως της εκτάσεως της νίκης και ήττης αυτών. (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την ύπ' αριθμ. 1635/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει, αντιστοίχως, την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο, ως άνω Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 06 Μαΐου 2020.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ