482/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated482/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.(OλΑΠ 2/2019).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 482 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482 / 2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2'ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1901/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3222/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/11/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 09.11.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3222/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της 1901/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθημνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ακολούθως αφού εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να προσλάβει τον ενάγοντα και να του καταβάλει εντόκως το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ) Η σύμβαση εργασίας είναι δυνατό να συναφθεί από μεγάλες επιχειρήσεις (Τράπεζες, Οργανισμούς κ.λπ.) μετά από διαγωνισμό, οι σπουδαιότερες και συνηθέστερες μορφές του οποίου είναι:
Α) ο εργοδότης που επιδιώκει την πρόσληψη μισθωτού με διαγωνισμό απευθύνει προκήρυξη πρόσκληση σε αόριστο αριθμό προσώπων για να υποβάλλουν υποψηφιότητες και τάσσει τους αναγκαίους όρους και προθεσμίες διεξαγωγής του διαγωνισμού. Δεσμεύεται δε για όλο το χρονικό διάστημα, το οποίο έταξε για την υποβολή των αιτήσεων. Ο καθένας που υποβάλλει αίτηση για συμμετοχή στο διαγωνισμό, θεωρείται ότι υποβάλλει πρόταση στον εργοδότη που προκήρυξε τον διαγωνισμό για την πρόσληψή του, δηλαδή για σύναψη σύμβασης εργασίας. Η κατάρτιση της σύμβασης αυτής τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του υποψηφίου και η επιτυχία αυτού είναι συγχρόνως και αποδοχή της πρότασής του. Η αποδοχή αυτή καθιστά οριστική την επιδιωκομένη σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει και τα δύο μέρη και υποχρεώνει τον εργοδότη να προσλάβει τους επιτυχόντες κατά τη σειρά της επιτυχίας τους και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Εάν δε ο εργοδότης εμποδίζει αντίθετα με την καλή πίστη την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης επιτυχίας, τότε η αίρεση αυτή πλασματικώς θεωρείται ότι πληρώθηκε, δηλαδή ότι πέτυχε ο υποψήφιος και καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ, ΑΠ 1124/1993, ΑΠ 93/1993) και
Β) διαγωνισμός κατά τον οποίο ο εργοδότης δεν ζητεί από τους υποψηφίους να υποβληθούν στη δοκιμασία των εξετάσεων και δεν εξαρτά την κατάρτιση της σύμβασης από την επιτυχία τους σ` αυτές αλλά με προκήρυξή του καλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλλουν υποψηφιότητες και να εκθέσουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, προσκομίζοντας και τα ανάλογα έγγραφα δικαιολογητικά. Παράλληλα καθορίζει και τα πρόσωπα τα οποία θα ελέγξουν τις αιτήσεις αυτές και θα κρίνουν ποιες ή ποιοι από τους υποψηφίους πρέπει να προσληφθούν. Η υποβολή της αίτησης από τον υποψήφιο είναι η πρόταση προς σύναψη της εργασιακής σύμβασης και η κρίση του αρμοδίου οργάνου του εργοδότη, η αποδοχή της. Αυτός που κάνει το διαγωνισμό είναι ελεύθερος να επιλέξει μεταξύ των υποψηφίων εκείνον τον οποίο θεωρεί κατάλληλο για την εργασία στην οποία πρόκειται να ασχοληθεί, όπως επίσης να θεωρήσει ότι κανείς από τους υποψηφίους δεν είναι κατάλληλος για την εν λόγω εργασία και να ματαιώσει το διαγωνισμό. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις:
α) του άρθρου 371 ΑΚ περί αοριστίας της παροχής,
β) του άρθρου 288 ΑΚ περί εκπληρώσεως της παροχής όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη,
γ) του άρθρου 207 ΑΚ περί πλασματικής πλήρωσης ή μη πλήρωσης της αίρεσης και δ) του άρθρου 281 ΑΚ περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος. Και αυτό γιατί ο κάθε συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα και κατά την απόλυτη κρίση του τον αντισυμβαλλόμενό του, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος αυτού(επιλογή) καταχρηστική. Δεν μπορεί δε στην περίπτωση αυτή να εφαρμοστεί το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ αφού οι υποψήφιοι δεν υποβάλλονται σε δοκιμασία εξετάσεων και η κατάρτιση της σύμβασης δεν τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας, αλλά όπως προαναφέρθηκε υπόκειται στην ελεύθερη κρίση του εργοδότη.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.(OλΑΠ 2/2019).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (AΠ 2260/2009).
Σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 ν. 3198/1955 κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σύμβασης. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει ν` ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρο 279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013).
Η μη κοινοποίηση δηλ. της αγωγής στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις, ως εκ τούτου δε αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 1619/2006).
Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα (ΑΠ 172/2018) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" (η λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι μη προταθέντων, ή) η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς, παραδεκτά προβαλλόμενοι και νόμιμοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αποτελούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης), που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 38/2016, ΑΠ 785/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την από αγωγή (όπως αυτήν παραδεκτά περιόρισε με δήλωσή της πληρεξούσιας δικηγόρου στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) ότι συμμετείχε νόμιμα σε διαγωνισμό, που προκήρυξε η εναγόμενη, για την πλήρωση πέντε (5) θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού.
Ότι ανακηρύχθηκε όγδοος (8ος) επιλαχών επί συνόλου είκοσι δύο (22) υποψηφίων, η δε εναγομένη αποφάσισε την πρόσληψη όλων των υποψηφίων. Ότι η εναγόμενη προσέλαβε δεκαέξι (16) ενώ δεν προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν όγδοος (8ος) στην τελική κατάταξη. Ότι η εν λόγω συμπεριφορά της εναγομένης πέραν της αθέτησης της συμβατικής υποχρέωσης συνιστά, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να προσλάβει αυτόν με απειλή χρηματικής ποινής τριακοσίων ευρώ (300€) για κάθε ημέρα άρνησης, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω τα αδικοπραξίας και να αναγνωρισθεί για την ίδια αιτία η υποχρέωσή της να του καταβάλει τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000), όλα δε τα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1901/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του ενάγοντος, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού κατά παραδοχή της εφέσεως εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 13.1.2005 η εναγομένη προκήρυξε την πλήρωση, κατόπιν επιλογής, δέκα (10) θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού για τις ανάγκες του Κεντρικού Καταστήματος της και ειδικότερα: α) πέντε (5) θέσεις προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στον τομέα της οικονομικής επιστήμης και β) πέντε (5) θέσεις προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στον τομέα της οικονομικής ή χρηματοοικονομικής επιστήμης.
Από τις τελευταίες αυτές προϋποθέσεις, οι τρεις (υπό στοιχείο Β1 στην προκήρυξη) αφορούσαν σε ειδίκευση στην επιχειρησιακή χρηματοοικονομική και στα διεθνή λογιστικά πρότυπα και στην ικανότητα χειρισμού ανάλογων προηγμένων λογιστικών πακέτων. Σύμφωνα με τους όρους της προκήρυξης, κάθε υποψήφιος μπορούσε να εκδηλώσει ενδιαφέρον για την κάλυψη περισσότερων κατηγοριών θέσεων (Α1, Α2, Α4, Bl, Β2) κατά σειρά προτίμησης ενώ ακολούθως, θα ελάμβανε χώρα έλεγχος των υποβληθέντων δικαιολογητικών και βιογραφικών και προεπιλογή των υποψηφίων, με τους οποίους θα επακολουθούσε προφορική συνέντευξη και εν συνεχεία, η αρμόδια επιτροπή θα προέβαινε στην κατάρτιση του πίνακα επιτυχόντων, ανάλογα με τις προκηρυχθείσες θέσεις.
Ο ενάγων υπέβαλε στις 16.02.2005 αίτηση για πλήρωση μίας εκ των τριών θέσεων υπό στοιχείο Β1. Όπως δε προκύπτει από το με ημερομηνία 27.7.2005 πρακτικό αξιολόγησης της ως άνω επιτροπής για τις θέσεις αυτές, μετά από προεπιλογή κι έλεγχο, η επιτροπή κάλεσε σε συνέντευξη 106 υποψηφίους εκ των 637 αιτούντων και μετά την ολοκλήρωση των συνεντεύξεων και τη βαθμολόγηση των υποψηφίων προέβη στην κατάρτιση του οριστικού πίνακα κατάταξης επιτυχόντων.
Για τις τρεις θέσεις για τις οποίες είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον ο ενάγων, στον πίνακα επιτυχόντων συμπεριλήφθησαν 16 συνολικά υποψήφιοι και ο ενάγων κατέλαβε την δέκατη τέταρτη (14η) θέση. Την 26.4.2006 το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις νέες αυξημένες ανάγκες της εναγομένης αποφάσισε την πρόσληψη εβδομήντα (70) αποφοίτων λυκείου, πενήντα οκτώ (58) πτυχιούχων ΑΕΙ και είκοσι δύο (22) μεταπτυχιακού επιπέδου διαφόρων ειδικοτήτων.
Για την περίπτωση δε των είκοσι δύο κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων αποφασίσθηκε να διερευνηθεί η δυνατότητα κάλυψης των θέσεων αυτών από τους επιτυχόντες των πινάκων κατάταξης του διαγωνισμού του 2005, προκειμένου να αποφευχθεί η χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία νέου διαγωνισμού, άλλως να διενεργηθεί νέος διαγωνισμός.
Στο πλαίσιο αυτό, τόσο ο ενάγων όσο και οι λοιποί επιλαχόντες κλήθηκαν από την εναγομένη σε νέα συνέντευξη, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ικανότητα να εκπληρώσουν τα καθήκοντα των νέων θέσεων που είχαν προκύψει σε άλλους τομείς από αυτούς για τους οποίους είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον το 2005 και ειδικότερα για την κάλυψη θέσεων στη Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος, στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων, στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης και στη Διεύθυνση Στατιστικής.
Η εναγομένη δια του αρμοδίου οργάνου της με το από 22.6.2006 πρακτικό από τον ομοειδή κατάλογο των επιτυχόντων για τις θέσεις Β1, στον οποίο κατάλογο ο ενάγων είχε σειρά επιτυχίας δεκατέσσερα (14) με βαθμό 5,6 προσέλαβε τον δέκατο πέμπτο (15°) με βαθμό 5,4 Π. Μ. και τον κατέταξε τρίτο στις πέντε (5) θέσεις της Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων, ενώ την δέκατη πέμπτη (15η) με βαθμό 5,2 Π.
Κ. κατέταξε στη μία από τις δύο θέσεις της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εναγομένη δεσμεύεται συμβατικά από τον πίνακα επιτυχίας που είχε συντάξει η Εξεταστική Επιτροπή την 27.7.2005 και δεν υπήρχε κανένας αποχρών λόγος να αποκλείσει τον ενάγοντα, αφού προσήλθε εκ νέου και εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για πρόσληψη, η δε επιλογή των ως άνω δηλώνει ότι και ο ενάγων είχε τα ίδια τυπικά προσόντα να καλύψει μία από τις δύο θέσεις, δηλαδή είτε στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων είτε στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης.
Περαιτέρω, ο ενάγων από την παράνομη και υπαίτια πράξη των οργάνων της εναγομένης υπέστη ηθική βλάβη στην προσωπικότητά του λόγω του βάναυσου και προκλητικού αποκλεισμού του από τον πίνακα επιτυχίας, καθόσον μειώθηκε η τιμή του προσωπικά και επαγγελματικά στο οικογενειακό, φιλικό και κοινωνικό του περιβάλλον.
Είναι δε χαρακτηριστικό της βαρύτητας του πταίσματος ότι, ενώ η εναγομένη είναι επιφορτισμένη νομοθετικά να λειτουργεί με διαφάνεια και σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, ιδίως δε να ελέγχει τη νόμιμη και ορθή λειτουργία των λειτουργούντων στην Ελλάδα Τραπεζών ως προς την εσωτερική της λειτουργία, έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία, προέβη στην ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά παραβιάζουσα όχι μόνο το νόμο αλλά και τις στοιχειώδεις αρχές της χρηστής διοίκησης και την αρχή της εμπιστοσύνης έναντι των πολιτών δεδομένου του κορυφαίου θεσμικού ρόλου της.
Τα ως άνω δε είναι πασίδηλα γεγονότα ( άρθρο 336 ΚΠολΔ). Λαμβανομένων υπόψη του είδους της βλάβης, της διάρκειάς της, του βαθμού πταίσματος, της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της κοινωνικής θέσης του ενάγοντος (γεννήθηκε το 1974, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου) πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ.
Η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ που προτείνει η εναγομένη είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον δεν επικαλέσθηκε ούτε απέδειξε γεγονότα τα οποία θα της δημιουργούσαν την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δε θα ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις .." Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 185, 189,192, 201, 207, 281,288, 361 και 648 ΑΚ το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις περί πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε πρόσληψη και ότι η Τράπεζα δεσμευόταν συμβατικά από την από 27.07.2005 πίνακα επιτυχίας, που είχε συντάξει η αρμόδια Επιτροπή.
Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με τη εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων της Προκήρυξης του 2005 και της από 24.06.2006 απόφασης του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας.
Εξάλλου, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της πλασματικής πλήρωσης της αιρέσεως.
Σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, α) η εναγόμενη επιδιώκοντας την πρόσληψη μισθωτού με διαγωνισμό απηύθυνε προκήρυξη πρόσκληση σε αόριστο αριθμό προσώπων για να υποβάλλουν υποψηφιότητες και αφού ο αναιρεσιβλητος υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο διαγωνισμό, θεωρείται ότι υπέβαλε πρόταση στην αναιρεσείουσα που προκήρυξε τον διαγωνισμό για την πρόσληψή του, δηλαδή για σύναψη σύμβασης εργασίας.
β) Η κατάρτιση της σύμβασης αυτής τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του αναιρεσιβλήτου και η επιτυχία αυτού ήταν συγχρόνως και αποδοχή της πρότασής του. γ) Η αποδοχή αυτή κατέστησε οριστική την επιδιωκομένη σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει και τα δύο μέρη και υποχρεώνει την αναιρεσείουσα να προσλάβει τους επιτυχόντες (μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσίβλητο) κατά τη σειρά της επιτυχίας και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Εφόσον δε ο εργοδότης (δηλαδή αναρεσείουσα) εμπόδισε αντίθετα με την καλή πίστη την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης επιτυχίας, τότε η αίρεση αυτή πλασματικώς θεωρείται ότι πληρώθηκε, δηλαδή ότι πέτυχε ο αναιρεσίβλητος και καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας. Με τις άνω παραδοχές, ότι δηλαδή συνέτρεξαν οι προυποθέσεις περί πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε πρόσληψη και ότι η Τράπεζα δεσμευόταν συμβατικά από τον από 27.07.2005 πίνακα επιτυχίας, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185,189,192, 201, 207, 281,288, 361 και 648 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, το Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραλείποντας, όπως αποδίδεται, να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού δεν δέχθηκε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ούτε ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων, ώστε να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες (ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 788/2018) Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με όσα δέχθηκε επίσης το Εφετείο ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδεχθέντα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ τις οποίες ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, στο δε αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Και αυτό διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά του ενάγοντος, που μειώνουν αυτόν ως άτομο και νέο επιστήμονα στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο και έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί απόσβεσης του ασκούμενου δικαιώματος, επικαλούμενη ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση του οριζομένου στο άρθρο 6 παρ.1 Ν. 3198/1955 τριμήνου.
Ο λόγος αυτός, που απορρίφθηκε σιγή, είναι αβάσιμος γιατί η ένδικη διαφορά δεν αφορά αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά αξίωση που αναφέρεται στην με βάση την προκήρυξη υποχρέωση απασχολήσεως του ενάγοντος καθώς και σε αξίωση από υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης (ηθική βλάβη).
Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεξαν οι προυποθέσεις περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος.
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας ή ενστάσεως αυτού για τη μη πρόσληψή του και η πάροδος αρκετού χρόνου από την άρνηση της Τράπεζας για την προσληψή του δεν δικαιολογούν τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στην εναγόμενη ότι δεν προτίθεται αυτός ν' ασκήσει τις αξιώσεις αυτές χωρίς την επίκληση προσθέτων γεγονότων ή συνθηκών.
Σημειώνεται ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου(ΑΠ 909/2017).
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, για την μη παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος είναι αβάσιμος.
Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω τα ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09.11.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 3222/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 23 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 3 Μαΐου 2019
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ