482/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Legislator headnote
AI generated482/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι είναι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, απασχολούμενοι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και, συγκεκριμένα, οι 1η, 2η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8ος και 12η εξ αυτών από το έτος 2001, η 3η από το έτος 1999, η 9η από το έτος 1997, οι 10η, 11η και 13ος από το έτος 2002, οι 14η, 15η και 16η από το έτος 2000 και ο 17ος από το έτος 1981.
Full text
Απόφαση 482 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από το διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (άρθρα 36 παρ.1 και 41 παρ.4 του ν. 4389/2016) και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Νικολέτας Παπαρούνη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Β. του Κ., 2) Ο. Έ. του Δ., 3 )Χ-Π. Κ. του Δ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 4) Α. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε. 5) Γ. Λ. του Π., 6) Ζ. Σ. του Σ. και 7) Β. Ν. του Θ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό …/2008. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1250/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 5-5-2010 εφέσεως, η 284/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διορθώθηκε με την 4801/ 2014 απόφασή του. Την αναίρεση της τελεσίδικης απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 30-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στο άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Εν προκειμένω από την έρευνα της δικογραφίας διαπιστώνεται ότι η 4η αναιρεσίβλητη, Α. Κ., δεν κλητεύθηκε για να παραστεί στη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης και δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε κατέθεσε κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, επειδή πρόκειται για απλή ομοδικία, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτήν.
2. Με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι είναι υπάλληλοι του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, απασχολούμενοι με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και, συγκεκριμένα, οι 1η, 2η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8ος και 12η εξ αυτών από το έτος 2001, η 3η από το έτος 1999, η 9η από το έτος 1997, οι 10η, 11η και 13ος από το έτος 2002, οι 14η, 15η και 16η από το έτος 2000 και ο 17ος από το έτος 1981.
Ότι, για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα (από 01-01-2002 έως 31-12-2006), δεν τους έχει καταβληθεί η πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/ 2002, ποσού 88 ευρώ από 01-01-2002 και 176 ευρώ από 01-07-2002, η οποία διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 και 28 του ν. 3205/2003, που ισχύει από 01-01-2004 (άρθρο 56) και την οποία δικαιούνται κατ' εφαρμογή των προμνησθεισών διατάξεων και των δυνάμει αυτών εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων (στο εξής:
ΚΥΑ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος. Ότι η παροχή αυτή, χορηγηθείσα χωρίς ειδικές προϋποθέσεις σε πλείστες κατηγορίες των εργαζομένων στη δημόσια διοίκηση και στα ΝΠΔΔ, αποτελεί γενική προσαύξηση των τακτικών αποδοχών όλων των εργαζομένων. Ότι η μη χορήγησή της στους ενάγοντες, για το λόγο ότι απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και να καταβάλει στον καθένα από αυτούς την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και να τη συνυπολογίσει κατά την εκκαθάριση της μισθοδοσίας τους, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων καθώς και το επίδομα αδείας, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, (α) κυρίως, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, (β) επικουρικώς, με βάση την υποχρέωση αποζημίωσης αυτών, που ανακύπτει από το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ λόγω της παρανόμου παραλείψεως των οργάνων του εναγομένου να συντελέσουν στην έκδοση ΚΥΑ για τη χορήγηση της παροχής και σ' αυτούς και (γ) έτι επικουρικώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθ' όσον το εναγόμενο εξοικονόμησε χωρίς νόμιμη αιτία την αντίστοιχη δαπάνη για καθέναν από αυτούς, στην οποία θα προέβαινε εάν απασχολούσε άλλους υπαλλήλους με τις ίδιες συνθήκες εργασίας και τα ίδια με τους ενάγοντες ή αντίστοιχα προσόντα για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας.
Τα σχετικά ποσά ζητούνται με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, άλλως με το επιτόκιο υπερημερίας που ισχύει για το Δημόσιο (6%), από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί πλέον ζητείται και η καταδίκη του εναγομένου στα δικαστικά έξοδα.
3. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1250/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με αυτήν η αγωγή απορρίφτηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επιδιώκοντας να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Επ' αυτής εκδόθηκε η τελεσίδικη και ήδη προσβαλλόμενη 284/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή ως προς τους 1η, 3η, 4η, 5ο, 6η,•7η, 12η και 13ο των εκκαλούντων, εξαφανίστηκε η 1250/2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε στην ουσία της.
Ακολούθως, η αγωγή έγινε δεκτή ως προς τους 1η, 4η, 5ο, 6η,•7η, 12η και 13ο των εναγόντων, απορρίφθηκε ως προς την 3η ενάγουσα και το εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στους 1η, 4η, 5ο, 6η,•7η, 12η και 13ο από τους ενάγοντες 6.336 ευρώ στον καθένα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Εν συνεχεία, η τελεσίδικη απόφαση διορθώθηκε με την 4801/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το επιδικασθέν ποσό, από 6.336 ευρώ στο ορθό 4.224 ευρώ.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν, για τα επίδικα χρονικά διαστήματα, την προαναφερόμενη πρόσθετη ειδική παροχή, η οποία χορηγήθηκε με πολλές ΚΥΑ, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3016/2002 (περιλαμβανομένης και της ΚΥΑ 2/42529/0022/22.08.2002 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ΦΕΚ Β' 1266/2002, με την οποία χορηγήθηκε η ανωτέρω ειδική παροχή στους μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Δημόσιας Διοίκησης), σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και, κυρίως, των κεντρικών υπηρεσιών των Υπουργείων, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και οποιαδήποτε μνεία ή αιτιολόγηση για τη χορήγησή της, αναγόμενη στο είδος, στην έκταση ή στις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων της παροχής μισθωτών, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, με αποτέλεσμα η χορήγηση της ειδικής παροχής, αφού εξέλιπε ο αρχικός λόγος χορήγησης αυτής, ο οποίος ήταν η ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να έχει λάβει χαρακτήρα γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των νόμων περί ενιαίου μισθολογίου.
Ότι η μη χορήγηση της ένδικης παροχής και στους ενάγοντες, εφόσον πληρούν τη μοναδική προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο, δηλαδή την υπαγωγή τους στο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι "η ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 συνιστά ειδική υπερωριακή αποζημίωση για παροχή πρόσθετης εργασίας που βαρύνει ειδικό λογαριασμό και όχι τον κρατικό προϋπολογισμό και ως εκ τούτου η παροχή αυτή είναι ετεροειδής και μη δεκτική αλληλοεπικάλυψης και συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 14 ν. 3016/2002, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εναγόντων και τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής αμοιβή προς την επίδικη του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002, που αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και απονέμεται συλλήβδην σε όλους τους υπαλλήλους, χωρίς να γίνεται διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη, αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο προδήλως άτοπο αποτέλεσμα οι υπάλληλοι, που λόγω φύσης της εργασίας τους πρέπει να λάβουν υψηλότερες αποδοχές από υπαλλήλους διαφορετικών υπηρεσιών, τελικά να εξισώνονται μισθολογικά με αυτούς και να λαμβάνουν ίδιες αποδοχές για εντελώς διαφορετική εργασία.
Επομένως [είπε το δικαστήριο τη ουσίας], η επίδικη παροχή, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 3016/2002, είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού προς τις ανωτέρω αποζημιώσεις και την πρόσθετη αμοιβή που λαμβάνεται. Γι' αυτό και, προς άρση της άνισης διάκρισης και αποκατάσταση της ως άνω συνταγματικής αρχής, πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της προαναφερόμενης ειδικής πρόσθετης παροχής και στους ενάγοντες - εκκαλούντες, οι οποίοι συνδεόμενοι με το εναγόμενο - εφεσίβλητο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου είχαν ήδη ενεργή αξίωση έως την 31-12-2003, η οποία από 01-01-2004 και εντεύθεν διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά".
4. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι το να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες με το ποσό των 176 ευρώ. Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους, αφού αυτοί, ως εργαζόμενοι ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών λάμβαναν πρόσθετες μισθολογικές παροχές από τον ειδικό λογαριασμό με την ονομασία ΔΙΒΕΤΕ, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως.
Πέραν αυτού από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση ούτε της δημόσιας διοίκησης γενικά, αλλά ούτε και του αναιρεσείοντος ειδικότερα για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στους αναιρεσίβλητους, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί προηγουμένως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.
Διότι η επέκταση της χορήγησης, χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ' υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως, ισότητα δε στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 932/2015, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως, ο μόνος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α' ), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από τους αναιρεσίβλητους και, μετά την διαπίστωση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς όλους τους ενάγοντες ως μη νόμιμη καθ' όλες τις νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (βλ. παραπάνω αρ.4) και κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται, ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στους ενάγοντες και, τέλος, ούτε για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών διαφορετικών ή πρόσθετων από εκείνα στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 38/2017, ΑΠ 331/2017).
Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης ως προς την 4η αναιρεσίβλητη, Α. Κ..
Αναιρεί στο σύνολό της την 284/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4801/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας επί της εφέσεως.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την 1250/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Δικάζοντας επί της από 5-2-2008 αγωγής.
Απορρίπτει την αγωγή. -Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ