Legislator Case Law & Legislation
482/2017 AI generated

482/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 482/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 482 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

482/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 482 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 482/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Ισίδωρου Μποτωνάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 948/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2165/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 4024/2011, με κοινή υπουργική απόφαση (στο εξής: ΚΥΑ) καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (στο εξής: ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (στο εξής: ΝΠΔΔ). Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ Β' 498/28-2-2012), σύμφωνα με την παρ.1 της οποίας καταβάλλεται στους δικηγόρους σε Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου (στο εξής: ΜΚ) του Ε' βαθμού, στους δικηγόρους σε Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου ΜΚ του Γ' βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β` βαθμού. Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (στο εξής: ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ. Σε όλους αυτούς, επί πλέον, είχε προβλεφθεί η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η παροχή αυτή, όμως, καταργήθηκε από 1-1-2013, δυνάμει της περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.3 του ν. 4024/2011, με ΚΥΑ καθορίζονται "οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα". Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17127/0022/2012 (ΦΕΚ Β' 498/28-2-2012), η οποία, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου μόνου αυτής, αφορούσε σε "όλους, όσοι, μετά από πρόσληψη, απόσπαση ή μετάταξη, κατέχουν, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση, οργανική θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθώς και όσους απασχολούνται ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής", στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές (στο εξής: ΑΔΑ) και στους υπόλοιπους φορείς του δημόσιου τομέα που μόλις αναφέρθηκαν. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου μόνου της ίδιας ΚΥΑ, "Στο προσωπικό της παρ.1 καταβάλλεται ως βασικός μισθός, ο μισθός του Α' βαθμού". Και περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου άρθρου, το προσωπικό της παρ.1, πλην των δικηγόρων, εξελίσσεται αυτοδίκαια σε 18 ΜΚ και με κάθε αλλαγή κλιμακίου λαμβάνει προσαύξηση 2% επί του βασικού μισθού, ενώ, σύμφωνα με την παρ.4 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ 2/71801/0022/2012 (ΦΕΚ Β' 2827/19-10-2012), ειδικά για τους δικηγόρους, οι οποίοι δεν εξελίσσονται σε ΜΚ, προβλέπεται η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού, που χορηγείται αυτοδικαίως ανά διετία από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

3. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά ρητώς ή σιωπηρώς αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ ή των ΝΠΔΔ και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1227/2012), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 9/2004). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη (ΑΠ 2122/2013).

4. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες σκέψεις, διαπιστώνεται, κατ' αρχήν, διαφοροποίηση στη μισθολογική μεταχείριση αφ' ενός των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση πάγιας έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, στους οποίους, εφ' όσον είναι διαβαθμισμένοι παρ' Αρείω Πάγω, καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Β' βαθμού και αφ' ετέρου των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με όμοια σχέση στις ΑΔΑ και στους λοιπούς ανάλογους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Α' βαθμού. Και η διαφοροποίηση αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι το χρονοεπίδομα, που αρχικά είχε προβλεφθεί και για τις δύο κατηγορίες δικηγόρων, καταργήθηκε στη συνέχεια μόνο για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ενώ διατηρήθηκε για τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ. Περαιτέρω, όμως, διαπιστώνεται ότι η ως άνω διαφοροποίηση υπήρξε απολύτως συνειδητή, διότι έγινε με δύο ΚΥΑ αυτοτελείς μεν, αλλά εκδοθείσες την ίδια ημέρα, από τους ίδιους υπουργούς (στην περίπτωση των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ συνέπραξε επί πλέον και ο υπουργός Δικαιοσύνης) και δημοσιευθείσες στο ίδιο ΦΕΚ. Και ακόμη, διαπιστώνεται ότι για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προβλέπεται μισθολογική εξέλιξη ανάλογη προς τη διαβάθμισή τους από δικηγόρο στο πρωτοδικείο σε δικηγόρο στο εφετείο και κατόπιν στον Άρειο Πάγο, ενώ για τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ δεν προβλέπεται κάποια εξέλιξη, σε αντίθεση προς το λοιπό επιστημονικό προσωπικό των αρχών αυτών, του οποίου οι αποδοχές καθορίζονται με την ίδια ΚΥΑ και στο ίδιο ύψος και για το οποίο προβλέπεται εξέλιξη σε 18 ΜΚ με αντίστοιχη προσαύξηση των αποδοχών του κατά 2%. Ως εκ τούτου, η παρατηρούμενη διαφοροποίηση δεν έγινε αυθαίρετα, αλλά επιβλήθηκε από τη διαφορετικότητα των δύο κατηγοριών δικηγόρων. Είναι εμφανές, δηλαδή, ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, έλαβε υπ' όψη τη νομική φύση και την αποστολή των εν λόγω αρχών ή επιτροπών και θέλησε να τις ξεχωρίσει από τις αποδοχές των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως έπραξε και για τις αποδοχές του λοιπού επιστημονικού προσωπικού των αρχών αυτών, τις οποίες ξεχώρισε από εκείνες που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης για το εν γένει επιστημονικό προσωπικό του δημόσιου τομέα. Και κατά τη διαμόρφωση της βούλησης αυτής, οι αρμόδιοι υπουργοί, ενεργώντας κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ευρισκόμενοι μέσα στα όριά της (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 4024/ 2011), έλαβαν υπ' όψη την υποχρέωση που είχαν από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) και τον οργανικό νόμο εκάστης ΑΔΑ κλπ να καθορίσουν τις αποδοχές με τρόπο που να συνάδει αφ' ενός προς τη λειτουργική ανεξαρτησία της αρχής ή επιτροπής και αφ' ετέρου προς το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς που διέπει από άποψη ουσιαστικών προσόντων, επιλογής και υπηρεσιακής κατάστασης το προσωπικό της. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να τεθεί βασίμως ζήτημα άνισης μεταχείρισης των δικηγόρων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (ή των εν συνεχεία εξομοιωθέντων με αυτούς δικηγόρων των ΝΠΙΔ του δημόσιου τομέα) σε σύγκριση με τους δικηγόρους των ΑΔΑ κλπ, διότι πρόκειται για απασχολούμενους λειτουργούς διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού ως προς τους οποίους η επίμαχη διάκριση έγινε από λόγους δημόσιου συμφέροντος (πρβλ. ΟλΣτΕ 3405/2014).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 20-1-2015 αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικηγόρος στον Άρειο Πάγο εκθέτει ότι έχει προσληφθεί νομίμως και παρέχει τις δικηγορικές υπηρεσίες της με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΟΤΑ, αμειβόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων, σε συνδυασμό με το ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης. Ότι ο εναγόμενος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ (βλ. αρ.1 της παρούσας), αφ' ενός καταβάλλει σ' αυτήν το βασικό μισθό του Β' βαθμού και αφ' ετέρου αρνείται από 1-1-2013 να της καταβάλει το χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας, το οποίο της κατέβαλλε μέχρι τότε. Ότι με τον τρόπο αυτό γίνεται σε βάρος της δυσμενής μισθολογική διάκριση σε σχέση με τους δικηγόρους των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, στους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω (βλ. αρ.2 της παρούσας), καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Α' βαθμού και χρονοεπίδομα 2% επ' αυτού για κάθε δύο έτη δικηγορίας. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί να αρθεί η εν λόγω διάκριση και, κατ' εφαρμογή των συνταγματικών αρχών της ισότητας έναντι του νόμου και της ίσης αμοιβής για την παροχή εργασίας της αυτής αξίας, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος ΟΤΑ να της καταβάλει μισθολογικές διαφορές συνολικού ποσού 19.621,64 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 μέχρι 31-12-2014. Με αυτό το περιεχόμενο και τέτοιο αίτημα, η ένδικη αγωγή δεν βρίσκει έρεισμα στις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις (βλ. αρ.3 της παρούσας), διότι, σύμφωνα με τα όσα έχουν αναλυθεί παραπάνω (βλ. αρ.4 της παρούσας), οι δικηγόροι των ΑΔΑ και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα συνιστούν κατηγορία απασχολούμενων λειτουργών διαφορετική από αυτή των δικηγόρων των ΟΤΑ κλπ και, μάλιστα, ανεξάρτητα από αυτό καθ' εαυτό το αντικείμενο της απασχόλησης ενός εκάστου και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή διεξάγεται. Κατόπιν αυτού, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας κατόπιν εφέσεως του εναγομένου ΟΤΑ και, ύστερα από εξαφάνιση της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη με την ίδια, κατά βάση, αιτιολογία, όπως και η παρούσα, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις που αναφέρθηκαν. Επομένως, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως, οι οποίοι κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους εστιάζουν στο αντίθετο και με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι υπόλοιποι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι είτε εστιάζουν σε ζητήματα που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της διαφοράς είτε αναφέρονται σε πλημμέλειες, οι οποίες δεν προσήκουν σε αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως πρωτοδικείου, που έκρινε κατ' έφεση επί αποφάσεως ειρηνοδικείου.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 του κώδικα δήμων και κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2165/ 2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ