Legislator Case Law & Legislation
482/2014 AI generated

482/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 482/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 482 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2014

Legislator headnote

AI generated

482/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 482 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2014

Keywords

AI generated
agricultural land use zone rural land rights agricultural use public domain rights of landowner unbuilt land
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Χ. Γ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Βέρροιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 466/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 16/6/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 23/9/2013 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κριμπά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 1/1999). Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική (Ολ. ΑΠ 1579/1981). Περαιτέρω, η αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή αρκεί, για να είναι ορισμένη, να αναφέρει τη συμβολαιογραφική μεταβιβαστική πράξη μεταξύ ενάγοντος και του αμέσου δικαιοπαρόχου του και τη νόμιμη μεταγραφή αυτής. Αν όμως ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης αμφισβητήσει ειδικά την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του επιδίκου, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας συζήτησης, να καθορίσει με σαφή έκθεση γεγονότων τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που να δύναται να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία. Επίσης, το μεν άρθρο 236 ΑΚ ορίζει ότι "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", το δε άρθρο 239 ΑΚ προβλέπει ότι "διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της. Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση. (β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία. (γ) Ειδικότερα, συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση της δικαιοπραξίας, και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω γενικά για τη συγκατάθεση. Ακόμα, κατά το άρθρο 1 του Αγροτικού Κώδικα, επιτρέπεται η παραχώρηση κτημάτων που ανήκουν στο Κράτος, τους Δήμους και τις Κοινότητες, καθώς και η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Μάλιστα οι κλήροι που παραχωρούνται με διανομή της έκτασης που απαλλοτριώθηκε διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, στους κλήρους που παραχωρούνται σε γηγενείς και σε εκείνους που παραχωρούνται σε πρόσφυγες, ενώ και στις δύο αυτές κατηγορίες είναι δυνατόν τμήμα της διανεμόμενης έκτασης να παραχωρηθεί σε Κοινότητα, οπότε γίνεται λόγος για "κοινοτικό κλήρο", ρυθμιζόμενο από το άρθρο 85 του Αγροτικού Κώδικα, επί κλήρων γηγενών, και από το άρθρο 164 του ίδιου κώδικα, επί κλήρων προσφύγων. Ειδικότερα, περίπτωση παραχώρησης χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση ρυθμίζει το άρθρο 124 ΑγρΚωδ με τίτλο "εκούσιοι μεταβιβάσεις υπό Νομικών Προσώπων", κατά το οποίο: "1. Επιτρέπεται εις τα πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, τα στερούμενα, είτε εκ του νόμου είτε εκ συμβάσεως ή και εξ οιασδήποτε άλλης δικαιοπραξίας του δικαιώματος της εκποιήσεως ή της άνευ δημοπρασίας εκποιήσεως καλλιεργησίμων εκτάσεων, να προβαίνωσιν εις συμφωνίας πωλήσεων τοιούτων κτημάτων προς ακτήμονας καλλιεργητάς κατά την έννοιαν του παρόντος Κώδικος υποκειμένας εις την έγκρισιν των Αρχών, υπό την εποπτείαν των οποίων τελεί η διαχείρισις των προσώπων τούτων. 2. Επί τη βάσει της κατά την προηγουμένην παράγραφον εγκρίσεως ο Υπουργός της Γεωργίας παρέχει την άδειαν προς σύναψιν της οριστικής συμφωνίας ή κυροί την συναφθείσαν ήδη τοιαύτην. 3. Την δυναμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους να εκποιηθή καλλιεργήσιμον έκτασιν καθορίζει η αρμοδία Γεωργική Υπηρεσία, τους δε δικαιουμένους να συμμεθέξωσιν εις την αγοράν ταύτης ακτήμονας η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων. 4. Πάσα γενική ή ειδική διάταξις νομοθεσίας οιουδήποτε νομικού προσώπου αντικειμένη εις τας διατάξεις του άρθρου τούτου καταργείται".

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με αγωγή που άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε αναφορικά με τον τρόπο κτήσης κυριότητας με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου νομίμως μεταγεγραμμένου έχει καταστεί κυρία δύο όμορων ακινήτων τα οποία στη συνέχεια συνένωσε σε ένα ενιαίο οικόπεδο αλλά από παραδρομή κατά τη γενομένη πρώτη εγγραφή στο Κτηματολογικό Βιβλίο, το δικαίωμά της αυτό που ανάγεται σε εκούσια πώληση κατά το άρθρο 124 ΑγρΚωδ από την τότε Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου που επιτράπηκε μετά από προηγούμενη απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας, δεν καταχωρήθηκε στα Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αλμυρού αλλά κύριος του ακινήτου αυτού φέρεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί του παραπάνω ακινήτου και να γίνει η σχετική διόρθωση στην αρχική εγγραφή στο οικείο Κτηματολογικό Βιβλίο. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με την απόκτηση κυριότητας από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της, είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 513, 1033, 1192 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, 6 παρ. 1, 2, 3 ν. 2664/1998) καθώς μπορεί η αναιρεσίβλητη να μην ανάγει την κτήση της κυριότητάς της από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της σε έκτακτη χρησικτησία με χρόνο νομής συμπληρωμένο μέχρι 11-9-1915 και έτσι αντιτάξιμη κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ούτε να ισχυρίζεται ότι η έκταση που εκουσίως πωλήθηκε από την τότε Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου σε απώτερους δικαιοπαρόχους της συνιστούσε κοινοτικό κλήρο και ως τέτοια θεμελίωνε κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, όμως επικαλούμενη ότι η εκουσία πώληση προς τους απώτατους δικαιοπαρόχους της από την Κοινότητα Αγίου Λαυρεντίου έγινε κατά το άρθρο 124 του Αγροτικού Κώδικα και ενώ είχε επιτραπεί από το Υπουργείο Γεωργίας, εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την κτήση κυριότητας από απώτερους δικαιοπαρόχους της κατά τρόπο που να μην μπορεί να αμφισβητηθεί η μεταβίβαση κυριότητας σε αυτούς από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διότι η παροχή άδειας για την εν λόγω πώληση με Υπουργική Απόφαση, δηλαδή με πράξη της Διοίκησης απαιτουμένη για την κτήση κυριότητας ατομικών κλήρων, σε κάθε περίπτωση συνιστά μια ιδιότυπη συναίνεση αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) στην αναφερόμενη εκούσια πώληση.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει το λόγο (Ολ. ΑΠ 24/1992).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με το δασικό ή μη χαρακτήρα της επίδικης έκτασης. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για το ουσιώδες ως άνω ζήτημα: "Το εκκαλούν ισχυρίστηκε πρωτοδίκως παραδεκτά, ότι το επίδικο είναι δάσος ή δασική έκταση, που περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με την από 20-6/2-7-1881 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως που κυρώθηκε με το ν. ΠΛΖ' της 11/13-3-1882. Τον ισχυρισμό του δε τον επαναφέρει ως λόγο έφεσης (4ος). Όπως προαναφέρθηκε κατά τη σύνταξη των … και …/19-8-1954 συμβολαίων του τότε συμβολαιογράφου Βόλου, Δημητρίου Ματαρώνα, με τα οποία πουλήθηκε εκούσια η έκταση του αγροκτήματος "Μάραθος" σε ακτήμονες καλλιεργητές, είχε προσκομιστεί η 10.041/26-7-1954 βεβαίωση της Διεύθυνσης Γεωργίας Μαγνησίας κατά το άρθρο 124 του Αγροτικού Κώδικα, η οποία χαρακτήριζε ολόκληρη την έκταση του αγροκτήματος ως καλλιεργήσιμη. Από τη βεβαίωση αυτή δημιουργούνται και στο Δικαστήριο τούτο εύλογες αμφιβολίες για το δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης κατά το έτος 1945, αλλά και κατά το έτος 1881 κατά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, καθόσον με βάση το χρόνο σύνταξής της μία τέτοια βεβαίωση παρίσταται πλέον αξιόπιστη από μία φωτοερμηνεία. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και στην αεροφωτογραφία λήψης του έτους 1945 η επίδικη έκταση αποτυπώνεται γειτονική με έκταση που βρίσκεται δυτικά αυτής, η οποία δεν είναι δάσος ούτε δασική έκταση, χωρίς μάλιστα να διαφοροποιείται οπτικά από την τελευταία. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν τόσο από τα σχετικά έγγραφα που προεκτέθηκαν, όσο και από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος της εφεσιβλήτου, ο οποίος, λόγω της ηλικίας του και της ιδιότητάς του ως γειτόνου αυτής, καταθέτει με λόγο πλήρους γνώσης. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε από την κατάθεση του μάρτυρος του εκκαλούντος, υπαλλήλου της Διεύθυνσης δασών Μαγνησίας, ο οποίος καταθέτει ότι δεν γνωρίζει αν η περιοχή γύρω από το επίδικο έχει δασικό χαρακτήρα. Καταθέτει όμως ότι η περιοχή, όπου βρίσκεται και το επίδικο, δεν έχει δασικό χαρακτήρα".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί του δασικού χαρακτήρα ή μη της επίδικης έκτασης, ενώ περιέχει τις διαλαμβανόμενες ως άνω σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται παράπονο ότι η προσβαλλομένη απόφαση για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 10041/26-7-1954 βεβαίωση της Διευθύνσεως Γεωργίας Μαγνησίας, αποδεικτικό, όμως, μέσο παράνομο αφού το έγγραφο αυτό δεν προσκομίσθηκε σε επίσημο αντίγραφο επικυρωμένο από την Υπηρεσία που το εξέδωσε ενώ δεν έφερε το όνομα του εκδώσαντος και υπογράφοντος αυτό οργάνου του Δημοσίου και η ημερομηνία εκδόσεώς του φερόταν σβησμένη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, επιτρέπεται στο δικαστήριο να λάβει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου όπως είναι και τα ανεπικύρωτα, δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα ευθέως ή προβλήθηκαν ως πλαστά. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 466/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης μειωμένα κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ένδικη από 16-6-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 466/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ