482/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 482 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2012
Legislator headnote
AI generated482/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 482 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 482 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 482/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Α. και 2. Ε. Κ. συζ. Ε. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΡΚΑ ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και 2. Γ. Ν., επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών με την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΚΑ ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1438/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/6/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 27/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των τριών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δε εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 602 του ΑΚ, "οι αξιώσεις του εκμισθωτού για αποζημίωση εξ αιτίας μεταβολών ή φθορών στο μίσθιο παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου το ανέλαβε". Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 261 του αυτού Κώδικος, "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Ως αγωγή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται όχι μόνον η άσκηση της αγωγής καθ' εαυτής (καταψηφιστικής ή αναγνωριστικής) αλλά η άσκηση κάθε "επιθετικού" ενδίκου μέσου, που χορηγείται από τον νόμο στο δικαιούχο προς δικαστική επιδίωξη ή αναγνώριση της αξιώσεώς του και διακόπτει την αδράνειά του. Ως διαδικαστική δε πράξη, διακόπτουσα την παραγραφή, θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων των ή του δικαστηρίου, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία, κατά τον ΚΠολΔ, για την έναρξη, συνέχιση, διεξαγωγή ή αποπεράτωση της δίκης. Εξ άλλου, η κατά τα ανωτέρω παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί "εν επιδικία", αν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρέλθει χρονικό διάστημα ισόχρονο με τη παραγραφή, που διακόπηκε. Όμως, για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή, που διακόπηκε, από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, η οποία είναι ισόχρονη με την διακοπείσα (ανεξαρτήτως του είδους της βραχυπροθέσμου ή συνήθους) και να μπορεί να συμπληρωθεί, με την παρέλευση του χρόνου, που ισχύει γι' αυτή, εφ' όσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική πράξη, ή άλλος λόγος διακοπής, προ της τελεσιδίκου περατώσεως της δίκης, προϋποτίθεται ότι είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως, με πράξεις των διαδίκων. Πράγματι, ο θεσμός της παραγραφής αποτελεί την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του και γι'αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο. Ωστόσο, ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες γι'αυτόν. Τέτοιοι λόγοι είναι οι, κατ' άρθρο 255 ΑΚ, λόγοι αναστολής της παραγραφής από δικαιοστάσιο ή ανωτέρω βία, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του. Τέτοια περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας του δανειστού να προχωρήσει σε οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη, επιφέρουσα τη διακοπή της παραγραφής, αποτελεί και η μετά την δημοσίευση της αποφάσεως παράδοση στο δικαστή του σχεδίου, προς θεώρησή της, ότε δεν υπάρχει στο αρχείο του δικαστηρίου απόφαση προς έκδοση αντιγράφου αυτής (ΑΠ 1891/2006). Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 257 του ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής, ενώ όταν λήξει ο διακωλυτικός της ασκήσεως της αξιώσεως λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία. Εάν, όμως, κατά τη διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι εμποδίσθηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που προτείνεται από το εναγόμενο, και ερείδεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, πρότεινε τον ισχυρισμό περί παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων "εν επιδικία", επειδή από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 6.6.2008 μέχρι την άσκηση της έφεσης στις 12.2.2009 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών. Οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους πρότειναν, κατ' αντένσταση, ισχυρισμό περί αναστολής της παραγραφής από το άρθρο 255 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι από τη δημοσίευση της απόφασης μέχρι τη θεώρηση από τον εισηγητή δικαστή εχώρησε αναστολή της παραγραφής, καθόσον δεν μπορούσαν να λάβουν αντίγραφο της απόφασης και να ασκήσουν το ένδικο μέσο της έφεσης. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ'αυτή, το Εφετείο σε σχέσει προς τους προαναφερομένους ισχυρισμούς (ένσταση-αντένσταση) των διαδίκων δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Κατά των αξιώσεων αυτών η εναγομένη με τις προτάσεις της προτείνει παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού την ένσταση παραγραφής του άρθρου 602 ΑΚ εν επιδικία, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι από την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως την 6/6/2008 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση εφέσεως την 12.2.2009, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών και συνεπώς οι ανωτέρω αξιώσεις των εναγόντων έχουν παραγραφεί. Επί της ενστάσεως αυτής πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα. Από τις ως άνω δύο αξιώσεις των εναγόντων, η πρώτη υπόκειται στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 602 ΑΚ ως προερχόμενη από φθορές και βλάβες της υλικής υποστάσεως των φθαρέντων και βλαβέντων στοιχείων του μισθίου, ενώ η δεύτερη υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, δηλαδή στην συνήθη εικοσαετή παραγραφή, εφόσον προέρχεται από αθέτηση νόμιμης και συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης, να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε.
Συνεπώς η ανωτέρω ένσταση όσον αφορά την δεύτερη αξίωση αποζημιώσεως είναι αβάσιμη κατά νόμον και πρέπει να απορριφθεί, ενώ ως προς την πρώτη αξίωση αποζημιώσεως είναι νόμιμη (άρθρ. 602 ΑΚ) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Οι ενάγοντες παρέλαβαν το μίσθιο τον Σεπτέμβριο του 2007 και η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε την 24.1.2008, εντός του χρόνου της εξάμηνης παραγραφής η οποία και διεκόπη. Η αρξαμένη νέα εξάμηνη παραγραφή μετά την ως άνω επίδοση της αγωγής, διεκόπη την 20.5.2008 με την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η μετά τη διακοπή αυτή αρξαμένη νέα εξάμηνη προθεσμία διεκόπη την 6/6/2008 με την δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Έκτοτε άρχισε νέα εξάμηνη παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε την 6/12/2008. Επομένως η ασκηθείσα την 12/2/2009 υπό κρίση έφεση ως επόμενη διαδικαστική πράξη μετά την συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ουδεμία έννομη συνέπεια έχει ως προς αυτό, με αποτέλεσμα η ανωτέρω ένδικη αξίωση αποζημιώσεως των εναγόντων ύψους 44.085 ευρώ να έχει υποπέσει στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 602 ΑΚ, εν επιδικία. Οι εκκαλούντες ενάγοντες προβάλλουν αντένσταση αναστολής της παραγραφής του άρθρου 255 ΑΚ ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε κατά τρόπο "παντελώς παράδοξο, ασυνήθη και απρόσμενο" εντός μιας εβδομάδος από την ημέρα συζητήσεώς της (20.5.2008) ήτοι την 6/6/2008, χωρίς να μπορούν να πάρουν αντίγραφο, γιατί ήταν επί μήνες για θεώρηση στα χέρια της δικαστή, η οποία την εξέδωσε μεν ταχύτητα αλλά δεν τη θεώρησε και την είχε στα χέρια της και δεν υπήρχε δυνατότητα να ασκήσουν έφεση, με αποτέλεσμα να ανασταλεί η παραγραφή μέχρι την 2/2/2009 που θεωρήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και συνεπώς η αξίωσή τους δεν έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 602 ΑΚ. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά ανώτερη βία κατά την ΑΚ 225 εδ. α', την οποία αποτελεί κάθε απρόβλεπτο γεγονός που δεν μπορεί να αποτραπεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε με μέτρα άκρας συνέσεως και επιμέλειας και το οποίο καθιστά ανέφικτη την από το δικαιούχο, η με άλλο πρόσωπο, επιδίωξη της αξίωσής του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, ούτε αίρει την αδράνεια και αμέλεια των εναγόντων α) να ενημερωθούν συντόμως για τη δημοσίευση της εκκαλουμένης αποφάσεως, από την οποία (δημοσίευση) αρχίζει και η τριετής προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, β) να ζητήσουν εγγράφως από τον Πρόεδρο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την άμεση καθαρογραφή και θεώρηση αυτής και γ) έστω να λάβουν απλό αντίγραφο του σχεδίου της εκκαλουμένης, προκειμένου να ασκήσουν την υπό κρίση έφεσή τους και να καταθέσουν ακριβές αντίγραφο της αποφάσεως στο Δικαστήριο αυτό κατά τη συζήτησή της, οπότε θα αποφεύγετο η συμπλήρωση της παραγραφής εν επιδικία. Πράγματι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι, εκπληρώνοντας την ως άνω υποχρέωση της επιμέλειας, ενημερώθηκαν εγκαίρως και πότε για τον χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης και στη συνέχεια ζήτησαν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, εγγράφως την επίσπευση της καθαρογραφής και θεώρησής της ή να λάβουν απλό φωτοτυπικό αντίγραφο προκειμένου να μεριμνήσουν οι ίδιοι για την καθαρογραφή της και εν συνεχεία άμεση θεώρησή της, επισημαίνοντας τον κίνδυνο της παραγραφής της αξίωσής τους και σε καταφατική περίπτωση, ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε το σχετικό αίτημά τους. Επομένως οι ενάγοντες δεν ευρίσκοντο σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσουν την διαδικαστική πράξη άσκησης της έφεσης η οποία και μόνο θα μπορούσε να επιφέρει διακοπή της παραγραφής και με τον σύντομο ορισμό δικασίμου προς συζήτησή της να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση περί της αξιώσεώς των αυτής, εντός του χρόνου της εξάμηνης παραγραφής. Κατ' ακολουθία ο ισχυρισμός των εναγόντων, όπως διατυπώνεται, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως μη δυνάμενος να στοιχειοθετήσει νόμιμη αντένσταση αναστολής της παραγραφής κατά την ΑΚ 255 εδ. α' ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αντένσταση των εναγόντων-εκκαλούντων, δεχόμενο ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν ανωτέρω βία και κατ' ακολουθίαν δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής "εν επιδικία". Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 255 του αστικού κώδικα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως που αφορά την ευθεία παράβαση του ως άνω άρθρου 255 ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτός, διότι το Εφετείο, με την κρίση του, ότι η καθυστέρηση καθαρογραφής και θεώρησης της απόφασης, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα (6.6.20908-12.2.2009) δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας και κατ' ακολουθία λόγο αναστολής της παραγραφής, παρεβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου εκτείνεται και σε αυτούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που πλήττεται και συγκεκριμένα κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην αντένσταση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί αναστολής της παραγραφής λόγω ανωτέρας βίας, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 174/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ