Legislator Case Law & Legislation
482/2011 AI generated

482/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 482/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 482 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 482/2011

Legislator headnote

AI generated

482/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 482 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 482/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 482/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Α. Μ., κατοίκου ..., 2) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. Μ. του Α., 4) Β. Μ. του Α., κατοίκων ..., 5)Α. Μ. του Σ., 6) Ν. Μ. του Σ., κατοίκων ..., 7) Σ. Μ. του Α. και Ν. Μ. συζύγου Σ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Μ. του Σ., 8) Α. Μ. του Α. και Χ. Ν., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Μ. του Α., 9) Β. Μ. του Α. και Α. συζύγου Β. Μ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Α. Μ. του Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Καλουτσάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζουπάνο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2913/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1909/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/12/2007 αίτησή τους και τους από 6/11/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 26/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του εναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά για τις συνθήκες του ατυχήματος και ιδίως την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων: "Στις 3-7-2001, περί ώρα 20.45, ο πρώτος των εφεσιβλήτων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη των εφεσίβλητων έβαινε επί της Ε.Ο. Λάρισας - Τρικάλων με κατεύθυνση προς Τρίκαλα, όταν δε έφθασε στο 48° χιλιόμετρο της εν λόγω οδού επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου τούτου στην αριστερή πλευρά της προπορευόμενης υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ΝΜ 8387 δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Α. Μ. με συνεπιβάτη τον CAYHIA BLEDAR με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού τούτου λόγω πτώσεώς του επί του οδοστρώματος κατόπιν παρασύρσεως της μοτοσυκλέτας αυτής επί του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας της αυτής οδού και ακινητοποιήσεώς της επί του χωμάτινου ερείσματος σε απόσταση 18 περίπου μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο πρώτος των εφεσίβλητων έβαινε με ωριαία ταχύτητα εγγίζουσα την ανώτατη επιτρεπόμενη των 90 χιλιομέτρων και επιχειρούσε να προσπεράσει από αριστερά την προπορευόμενη μοτοσυκλέτα ο οδηγός της οποίας, ενώ εκινείτο πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος της ανωτέρω οδού, πραγματοποίησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να φθάσει στην παρακείμενη οικία του, παρά την ύπαρξη ως προς την ευθεία πορεία του κατά μήκος του οδοστρώματος διαγράμμισης εκ μιας συνεχόμενης γραμμής, χωρίς προηγουμένως να καταστήσει γνωστή την πρόθεση του αυτή είτε με τους δείκτες κατευθύνσεως της εν λόγω μοτοσυκλέτας είτε με έκταση του αριστερού του βραχίονα. Περαιτέρω ο πρώτος των εφεσίβλητων αντιλήφθηκε; από απόσταση 15 περίπου μέτρων ότι ο οδηγός της προαναφερόμενης μοτοσυκλέτας άρχισε να πραγματοποιεί τον ανωτέρω ελιγμό και συνέχισε την πορεία του προς προσπέραση της μοτοσυκλέτας αυτής χωρίς να προειδοποιήσει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας με την χρήση των ηχητικών οργάνων του αυτοκινήτου ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η μοτοσυκλέτα έβαινε με ωριαία ταχύτητα μη υπερβαίνουσα τα 60 χιλιόμετρα. Υπό τα περιστατικά αυτά στο ως άνω ατύχημα συντέλεσε κατά ποσοστό 30% η αμέλεια του πρώτου εφεσίβλητου και κατά ποσοστό 70% η αμέλεια του Α. Μ.. Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου των εφεσίβλητων συνίσταται στο ότι αυτός κατά την ανωτέρω πορεία του παρέλειψε να τηρήσει ως μέσος συνετός οδηγός τις διατάξεις των αρθρ. 19 παρ.2 και 37 παρ. 1β του ΚΟΚ και συγκεκριμένα δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση, αμέσως όταν αντιλήφθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας άρχισε να πραγματοποιεί τον προαναφερόμενο ελιγμό και θα παρεμβαλόταν στην πορεία του, να αποφύγει την επίπτωσή του στη μοτοσυκλέτα αυτή είτε με δεξιό ελιγμό είτε με άμεση διακοπή της πορείας του, αλλ' ούτε και προειδοποίησε με τα ηχητικά όργανα του αυτοκινήτου του τον οδηγό της μοτοσυκλέτας ότι επρόκειτο να προσπεράσει αυτή, ενέργεια η οποία ήταν αναγκαία ενόψει της ταχύτητας μετά της οποίας εκινείτο. Περαιτέρω η αμέλεια του Α. Μ. συνίσταται στο ότι αυτός κατά παράβαση των διατάξεων των αρθρ. 5 παρ. 8α και 21 παρ. παρ.1 και 2 του ΚΟΚ, τις οποίες όφειλε να τηρήσει ως μέσος συνετός οδηγός, πραγματοποίησε τον προαναφερόμενο ελιγμό στο ανωτέρω σημείο της οδού για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και εκείθεν να φθάσει στην οικία του παρά την ύπαρξη κατά μήκος του οδοστρώματος διαγράμμισης εκ μιας συνεχόμενης γραμμής, χωρίς προηγουμένως, αφενός μεν να βεβαιωθεί ότι δεν εκινείτο όπισθεν αυτού όχημα, ο οδηγός του οποίου ετοιμαζόταν να τον προσπεράσει, αφετέρου δε να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή είτε με τους δείκτες κατευθύνσεως της μοτοσυκλέτας είτε με έκταση του αριστερού του βραχίονα".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και όχι πλήρεις αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ενώ η απόφαση του Εφετείου δέχεται ότι ο πρώτος των εφεσίβλητων και οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου Π. Μ. αντιλήφθηκε από απόσταση δέκα πέντε (15) μέτρων περίπου ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Α. Μ. άρχισε να πραγματοποιεί από τα δεξιά ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να κατευθυνθεί στην απέναντι ευρισκόμενη (παρακείμενη) οικία του και ότι συνέχισε την πορεία του για προσπέραση της μοτοσικλέτας χωρίς να προειδοποιήσει τον οδηγό της με τη χρήση των ηχητικών του οργάνων ενόψει του ότι η μοτοσικλέτα έβαινε με ταχύτητα 60 Χ/Ω, εντούτοις δεν διευκρινίζει αν παρόλα τα ανωτέρω ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου προέβη ή όχι σε αποφευκτική ενέργεια (ελιγμός προς τα δεξιά) ή τροχοπέδηση, όπως επίσης δεν διευκρινίζει αν οι ενέργειες αυτές υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του ατυχήματος ήσαν ή όχι δυνατές και αποφευκτικές της συγκρούσεως. Επομένως, είναι βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όπως συμπληρώθηκαν από την εισηγήτρια (ΚΠολΔ 562 παρ. 4).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παρελκούσης της έρευνας του προσθέτου λόγου αναιρέσεως πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας των στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1909/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ