Legislator Case Law & Legislation
482/2008 AI generated

482/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 482/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

482/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την από το άρθρο 12 παρ. παρ. 1, 2 του Ν. 2118/95 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 Ν. 2573/98 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν. 2121/99 εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθ. 1556/06 σχετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. για τους λόγους αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 482 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 482/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μιχαήλ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από

11-3-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντιων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 28-6-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 10-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, μετά την από το άρθρο 12 παρ. παρ. 1, 2 του Ν. 2118/95 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 Ν. 2573/98 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν. 2121/99 εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθ. 1556/06 σχετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. για τους λόγους αναίρεσης.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 562 παρ. 3 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπου που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη, τέτοιος δε λόγος αναιρέσεως είναι του αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αφορά την καθ' ύλη αναρμοδιότητα.

Εν προκειμένω ο αναιρεσίβλητος προβάλλει την ένσταση περί απαραδέκτου του 3ου λόγου αναιρέσεως εκ του αριθ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 48/05 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού, κατά της υπ' αριθ. 42/02 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων, την αιτίαση εκ της διατάξεως αυτής, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, για το λόγο ότι αυτός προήλθε από τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ο οποίος προσδιόρισε την έφεση και η οποία συζητήθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τα προαναφερθέντα, γιατί ο λόγος αυτός αναιρέσεως αφορά ζήτημα που ανάγεται στη δημόσια τάξη (Ολ. ΑΠ 58/1998).

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 115 του Π.Δ/τος 11/12-11-1929 όπως έκτοτε τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, σε βάρος των οπωσδήποτε χωρίς συμβατική σχέση καρπουμένων ή ποιουμένων χρήση δημοσίων κτημάτων ή τέτοιων των οποίων την νομή ή την χρήση έχει με οποιαδήποτε σύμβαση το δημόσιο, βεβαιώνεται αποζημίωση για εκείνο το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, οριζόμενα μετά το Β.Δ. 619/1965 από τον αρμόδιο Οικ. 'Εφορο και ήδη προϊστάμενο της κτηματικής υπηρεσίας του Δημοσίου κατά κρίση αγαθού ανδρός με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται στον καρπούμενο ή χρησιμοποιούντα το ακίνητο. Η αποζημίωση μπορεί να επιβληθεί και για το χρόνο είτε προηγούμενο είτε και μετά την σύνταξη του πρωτοκόλλου εφόσον κατά την συζήτηση της ανακοπής προκύπτει ότι ο ανακόπτων έκανε χρήση του κτήματος και μετά την χρονολογία συντάξεως του πρωτοκόλλου, σε κάθε όμως περίπτωση τα χρονικά διαστήματα της βεβαιώσεως της αποζημιώσεως δεν μπορεί να είναι μεγαλυτέρα της πενταετίας από τότε που το πρώτο λαμβάνει χώρα η αυθαίρετη χρήση και εκδίδεται σχετικό πρωτόκολλο ενώ κατόπιν δηλαδή μετά την πάροδο της πενταετίας δεν υπάρχει κανένας χρονικός περιορισμός ως προς την επιβολή αποζημιώσεως χρήσης με νέο πρωτόκολλο αποζημιώσεως.

Εν προκειμένω ως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας έκανε δεκτή την ανακοπή, του αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε το 217/2001 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος, δεχθέν ότι η επίδικη έκταση καταλήφθηκε από τον ανακόπτοντα από παλαιά, το έτος 1960 και επομένως το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο αφορά χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας από την αρχική κατάληψη (1995 - 2000) καίτοι το ίδιο δέχεται ότι είχε εκδοθεί από την οικεία ΔΟΥ και προηγούμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσης για το ίδιο διάδικο τμήμα για τα έτη 1991 έως 1994. 'Ετσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά τον οποίο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντρέχει αν αυτός εφαρμοσθεί εσφαλμένα και ειδικότερα ενώ δέχθηκε ότι η αρχική κατάληψη είχε γίνει το 1960 και εκδόθηκε και σχετικό πρωτόκολλο αυθαίρετης χρήσης σε βάρος του ανακόπτοντος για τα έτη 1991-1994 και είχε έκτοτε περάσει πενταετία και δεν υπήρχε σχετικός χρονικός προσδιορισμός, ως προς την επιβολή αποζημιώσεως χρήσης με νέον πρωτόκολλο αποζημιώσεως χρήσεως, όπως το κρινόμενο κατά τα προαναφερθέντα, εν τούτοις δέχθηκε τα αντίθετα.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο άνω λόγος αναίρεσης. ΕΠΕΙΔΗ κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 115 του Π.Δ. 11/12-11-1929 η από αυτές προβλεπόμενη και βεβαιωμένη αποζημίωση χρήσεως οφείλεται και επιβάλλεται για την αυθαίρετη χρήση εκ μέρους του ανακόπτοντος του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος μετά των επ' αυτού ανεγερθέντων κατασκευών, και συνεπώς ουδεμία επιρροή έχει το γεγονός ότι η ανέγερση αυτών έγινε με αποκλειστικά έξοδα του ανακόπτοντος, ο οποίος ωφελείται από τη χρήση αυτού.

Εν προκειμένω το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, απέρριψε το κονδύλιο που αφορούσε τη χρήση του κτίσματος που είχε ανεγείρει ο αναιρεσίβλητος στο επίδικο τμήμα ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι καθορίζοντας το πρωτόκολλο το ύψος της αποζημιώσεως χρήσεως και λαμβάνοντας υπόψη αυξητικά την ύπαρξη του ανεγερθέντος κτίσματος, αναγνωρίζει το επωφελές της εγκατάστασης και συνεπώς τη μη ύπαρξη ζημίας του Δημοσίου απ' αυτήν. 'Ετσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερθείσες διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 3 του άρθρ 560 ΚΠολΔ κατά τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά τα προαναφερθέντα ο οποίος και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τις παραγράφους 1 και 2 του από 11/12/11/1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 42666/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 5895/1933 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 Α.Ν. 1540/1938, 19 Α.Ν. 1919/1939, 2 Α.Ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 Α.Ν. 263/1968 "εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οπωσδήποτε το Δημόσιο ή η Δ.Δ.Κ., βεβαιούται αποζημίωσις δι' ο χρονικόν διάστημα εποιήσατο χρήσιν.

Η αποζημίωσις ορίζεται...... κατά τη κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, υπέρ ..... κοινοποιείται δια δημοσίου εγγράφου εις τον κατά τα άνω καρπούμενο ή χρησιμοποιούντα το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας ενός μήνα (άρθρο 10 Α.Ν. 1919/1935) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει ανακοπή.

Περαιτέρω ορίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις ότι η ανακοπή ασκείται ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσον, αυτός αν ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 115 παρ. 2 του δ/τος). 'Ηδη μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής, έχει σύμφωνα με τα άρθρα 1 εδ.

ε και στ, 3 παρ. παρ. 1, 2 και 4 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, κατά τις οποίες καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΑΠ 409/05, ΑΠ 553/06).

Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της και παρά την ακολουθουμένη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρα 511 και 552 ΚΠολΔ) ένδικα μέσα τη έφεσης και της αναίρεσης και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων θεωρείται ότι έχει καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 21-22/02 και 38/02). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον 3ο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 48/05 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού, κατά της υπ' αριθ.42/02 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για χρήση δημοσίου κτήματος το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του, την αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός καθ' όσον κατά τα προαναφερθέντα αρμόδιο να δικάσει την έφεση κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και όχι το δικάσαν ως Εφετείον Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος.

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο, ερμηνευομένη τόσο με λήψη υπόψη της αρχής της οικονομίας της δίκης όσο και σε συνδυασμό με την ρυθμιστική της κατάστασης των διαδίκων μετά την αναίρεση της απόφασης διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε εαυτό καθ' ύλη αρμόδιο για την εκδίκαση της έφεσης, ενώ κατά τον όπως στην προκειμένη περίπτωση βάσιμο σχετικό λόγο αναιρέσεως δεν ήταν, συναναιρείται και η απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε σε πρώτο βαθμό, ενώ και αυτό όπως σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο, για να καταστεί έτσι εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (Ολ. ΑΠ 566/1986). Επομένως πρέπει να αναιρεθεί και η υπ' αριθ. 42/02 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων, και η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ' αριθ. 42/02 και 48/05 αποφάσεις των Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, αντίστοιχα.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος, για εκδίκασή της απ' αυτό σε πρώτο βαθμό. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ