482/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated482/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 117,79 τ.μ., κείμενο εντός του οικισμού ..... παραχωρήθηκε ατύπως , ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, από τον αρχικό ιδιοκτήτη του X1 στο γιό του και πατέρα της ενάγουσας, δυνάμει του από 24-2-1932 προικοσυμφώνου, που καταχωρήθηκε στον Κώδικα της Ιεράς Μητροπόλεως .....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 482 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 482/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1) .... και 2) ..... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Ρουσάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης:....., νόμιμα εκπροσωπούμενη από την ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμψών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 6-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 13/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ( κατοχή ) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του ( άρθρο 1051 ΑΚ).
Εξάλλου ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη για πρώτη φορά στη Δωδεκάνησο από 1-1-1932 με την εισαγωγή σ' αυτήν του Ιταλικού ΑΚ/1865 με το υπ' αριθμ. 200/31-10-1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, έκτοτε δε, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, ίσχυσαν διαδοχικά α) από 1-1-1932 οι διατάξεις 685,686,2105,2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865 , από τις οποίες προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου επί τριάντα έτη αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας β) από 21-4-1942, οπότε εισήχθη, με το 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εκτός άλλων, το " περί κυριότητας" κεφάλαιο του ΙταλΑΚ/1942, οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 του Κώδικα αυτού, κατά τις οποίες ο επί εικοσαετία νεμόμενος, ήτοι ο ασκών επί του πράγματος εξουσία που ανταποκρίνεται στην ενάσκηση της επ'αυτού κυριότητας, αποκτά την κυριότητά του και γ) από την κατά την 30-12-1947 εισαγωγή στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1 εδ.α του Ν510/1947, του Ελληνικού ΑΚ και του Εισαγωγικού Νόμου του, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και974 του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, ήτοι οικόπεδο εμβαδού 117,79 τ.μ., κείμενο εντός του οικισμού ..... παραχωρήθηκε ατύπως , ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, από τον αρχικό ιδιοκτήτη του X1 στο γιό του και πατέρα της ενάγουσας, δυνάμει του από 24-2-1932 προικοσυμφώνου, που καταχωρήθηκε στον Κώδικα της Ιεράς Μητροπόλεως .....
Έκτοτε ο πατέρας της ενάγουσας X2 νεμόταν αυτό συνεχώς μέχρι το θάνατό του κατά το έτος 1971, ασκώντας σ'αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις. Ειδικότερα, ενόψει του ότι αυτό ήταν ακάλυπτο οικόπεδο, προοριζόμενο για ανοικοδόμηση, το οριοθετούσε και το επέβλεπε ως δικό του. Ο ανωτέρω X2, που απεβίωσε το έτος 1971, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του .....
κατά ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου, και τα έξι τέκνα του, κατά ποσοστό 3/24 από το καθένα, ήτοι την ενάγουσα .... και τους ...., ...., ...., ..... και ..... Αυτοί επελήφθησαν της νομής του επιδίκου και έκτοτε ασκούσαν από κοινού σ' αυτό, μέσω της εξ αυτών μητέρας τους που διέμενε στο ..... τις ίδιες, προσιδιάζουσες στη φύση του, πράξεις νομής (επίβλεψη, οριοθετήσεις) συνεχώς μέχρι το έτος 1992.
Κατά το έτος αυτό οι παραπάνω συγκληρονόμοι αποδέχθηκαν από κοινού την κληρονομία του ανωτέρω συζύγου και πατέρα τους με την .... πράξη της συμβολαιογράφου ..... που μεταγράφηκε νόμιμα, και στη συνέχεια, τα μεν προαναφερόμενα αδέλφια της ενάγουσας, με το .... δωρητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν σ' αυτήν τα επί του επιδίκου ιδανικά τους μερίδια (15/24 συνολικά), η δε μητέρα της ....
με το .... συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε επίσης σ' αυτήν το δικό της μερίδιο (6/24) επί του επιδίκου. Μετά τις μεταβιβάσεις αυτές η ενάγουσα συνέχισε να νέμεται ολόκληρο το επίδικο μέχρι το έτος 1995, κατά το οποίο οι εναγόμενες κατασκεύασαν εντός του επιδίκου πρόχειρο παράπηγμα, αμφισβητώντας έτσι το δικαίωμα κυριότητάς της σ' αυτό.
Με βάση αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος πατέρας της ενάγουσας X2 είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1932 και μέχρι το έτος 1971 που πέθανε νεμόταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως , ότι και οι προαναφερόμενοι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτής ( μητέρα και αδέλφια) ,αλλά και η ίδια απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου, ο καθένας κατά το κληρονομικό του μερίδιο, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1971, που πέθανε ο ανωτέρω δικαιοπάροχός τους X2, μέχρι και το έτος 1992 νεμήθηκαν αυτό από κοινού, έκτοτε δε και μέχρι το έτος 1995 το νεμόταν η ίδια και έτσι αυτή κατέστη κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι κατά τα 3/24 ποσοστά εξ αδιαιρέτου από κληρονομική διαδοχή του πατέρα της και κατά τα υπόλοιπα 21/24 ποσοστά εξ αδιαιρέτου από δωρεά και γονική παροχή των μεριδίων αυτών από τα αδέλφια και τη μητέρα της , αντίστοιχα, αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, αφού οι δικαιοπάροχοί της από το έτος 1971 και μέχρι το έτος 1995 η ίδια ασκούσαν με διάνοια κυρίου τη νομή επί του επιδίκου , και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως δεν έσφαλε.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, αλλ' ούτε και τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ιταλικού ΑΚ/1865 και του Ιταλικού ΑΚ/1942, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ο δε τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη .
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 24-2-1932 προικοσυμφώνου, αφού, ενώ σ'αυτό αναγράφεται ότι " ο πατέρας της ενάγουσας X2, ενόψει του γάμου του, αυτοπροικίζεται ολόκληρη την εξ αδιαθέτου κληρονομική πατρική του μερίδα, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στο με ημερομηνία 22-11-1901 προικοσύμφωνο του πατέρα του, καθώς και των αγοραστών, που είναι το χωράφι στο ....." τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, το Εφετείο δέχθηκε ότι με το εν λόγω προικοσύμφωνο ο πατέρας του X1 προίκησε αυτόν και με το ακίνητο στο .....
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
-ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.9 εδ.α΄ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το Εφετείο επιδίκασε πλέον των αιτηθέντων, αφού δέχθηκε ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης του επιδίκου X1 , με το από 24-2-1932 προικοσύμφωνο, έδωσε αυτό στο γιό του και δικαιοπάροχο της ενάγουσας X2 και έτσι ο τελευταίος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ενώ η ενάγουσα δεν είχε ζητήσει με την αγωγή της την αναγνώριση της κτήσης από τον πατέρα της της κυριότητας του επιδίκου με αυτόν τον παράγωγο τρόπο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί την περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, επικυρώνοντας αυτήν, χωρίς να προβεί το ίδιο σε "επιδίκαση", όπως προϋποθέτει η ως άνω διάταξη.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.α¨ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που πρότειναν οι αναιρεσείουσες εναγόμενες, και ειδικότερα τους ισχυρισμούς τους ότι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1958 έως το έτος 1995, ότι η δεύτερη από αυτές από το έτος 1958 είχε εγκαταστήσει μέσα στο επίδικο δύο ξύλινες παράγκες που χρησιμοποιούσε έκτοτε για τον σταυλισμό των ζώων της και τις οποίες, μαζί με το διαχωριστικό του ακινήτου τοίχο, κατέστρεψε ολοσχερώς κατά το έτος 1995 η μητέρα της ενάγουσας και ότι η ίδια εναγομένη με το υπ' αριθμ. .....
συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ...., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στην πρώτη εναγόμενη θυγατέρα της. Τους ισχυρισμούς αυτούς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τους πρόβαλαν οι αναιρεσείουσες για τη θεμελίωση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας στο επίδικο της πρώτης τούτων, την οποία είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσής τους.
Την ένσταση όμως αυτή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και συνεπώς έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 9, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται σ' αυτόν περιστατικά που να πληρούν το πραγματικό οποιουδήποτε από τους λόγους αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2005 αίτηση αναιρέσεως των .... και ..... της υπ' αριθμ.13/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ