Legislator Case Law & Legislation
481/2025 AI generated

481/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 481/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

481/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Keywords

AI generated
failure to keep accounts financial misconduct accounting legislation criminal mismanagement accounting error customs tax fraud
AI generated
482/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1078/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1485/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
998/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
85/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 481 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 481/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία ... LTD, που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δαμιανό Δημητρούλια. Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4156/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 4141/2019 μη οριστική και 3086/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση [ΑΠ 1436/2023, ΑΠ 548/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ...2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Δ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, με την επιμέλεια της οποίας προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο [11-3-2024], προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 27-10-2022 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου προς εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, αφού αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3086/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την από 7-3-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 4156/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατ' αυτής και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α] παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β] υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ] επέλευση ζημίας άλλου προσώπου [παθόντος] και δ] αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος.

Για την κατάφαση της παρανομίας, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και, εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων [ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 346/2017].

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας. Εφόσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής [της υπαιτιότητας] προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής [ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 1497/2018, ΑΠ 346/2017, ΑΠ 183/2009, ΑΠ 299/2007].

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας[άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ], η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης [άρθρο 298 ΑΚ], ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση [ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 895/2019].

Στο πλαίσιο αυτό ο ενάγων είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με σαφήνεια την ιστορική βάση της αγωγής του, με την οποία αιτείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και να αποδείξει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, όλα τα γεγονότα, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο, ως άνω, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 914 ΑΚ, θεμελιώνουν την ζητούμενη έννομη συνέπεια [ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 515/2016].

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην κατά την κρίση του εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας [δικαιώματος ή υποχρέωσης] [ΑΠ 315/2021].

Περαιτέρω, με βάση τα άρθρα 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Επιπλέον, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλο, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων [οψιγενών ή μη], τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Αντίθετα δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας [όπως η αμέλεια, ο δόλος κ.λπ.] από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του και η παραδοχή από το δικαστήριο γεγονότων, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής [ΑΠ 228/2024, ΑΠ 315/2021].

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή του σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση [ΑΠ 816/2022, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 314/2015].

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ολΑΠ 1/2019, ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ολΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ως προς την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ότι αυτή, ως προϊσταμένη του λογιστηρίου της, στις αρχές του 2006, εν γνώσει του ψεύδους διαβεβαίωσε τους νομίμους εκπροσώπους της, ότι είχε επέλθει αλλαγή στον τρόπο πληρωμής των υποχρεώσεών της προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τους φορολογικούς φορείς και ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν μπορούσαν πλέον να πληρωθούν με εταιρικές επιταγές σε διαταγή των ως άνω φορέων, αλλά ήταν απαραίτητη η έκδοση τραπεζικών επιταγών, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές και με τον τρόπο αυτό παρέσχε συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο(ήδη μη διάδικο), να παρουσιάζει κάθε φορά ότι οι οικονομικές υποχρεώσεις της ενάγουσας προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

ήταν μεγαλύτερες από τις πραγματικές και με τον τρόπο αυτό να πείθει τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας να εκδίδουν σε διαταγή του ποσά μεγαλύτερα των πραγματικών οφειλών της, προκειμένου να εισπράττει είτε αυτός είτε φιλικά του πρόσωπα όλο το ποσό, προκαλώντας έτσι ζημία στην ενάγουσα ύψους 551.683,13 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, ζητεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ότι άλλωστε η δεύτερη εναγομένη, ως έμπειρη στα λογιστικά και κατ' εξοχήν αρμόδια για τον έλεγχο των οικονομικών μεγεθών της εταιρίας και των ετήσιων ισολογισμών αυτής, καθώς και για τον έλεγχο των εκάστοτε προσκομιζόμενων από τον πρώτο εναγόμενο παραστατικών, αποκλείεται κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να μην αντελήφθη τη συνεχιζόμενη επί τόσα έτη την αφαίμαξη του λογιστηρίου από τον πρώτο εναγόμενο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4156/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 551.583, 13 ευρώ και, επιπλέον, τον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 475.375,33 ευρώ.

Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησε έφεση η δεύτερη εναγομένη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4141/2019 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ακολούθως η προσβαλλομένη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Η ενάγουσα και τότε εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη από βαρεία αμέλεια παρέλειψε να ελέγξει την αναντιστοιχία επιταγών - πληρωμών με τις οφειλές προς το ΙΚΑ και να την ενημερώσει εγκαίρως, ώστε να αποφύγει την επί τριετία οικονομική της αφαίμαξη και ότι η συμπεριφορά της αυτή, ήτοι η παράλειψή της να ελέγξει τις εγγραφές στους φακέλους που είχε στην κατοχή της εντός του λογιστηρίου και τα επίσημα παραστατικά, με δικαιολογία την εμπιστοσύνη που είχε προς το πρόσωπο του Ε.

Κ. [πρώτου εναγομένου], κατά παράβαση των καθηκόντων της ως προϊσταμένης του λογιστηρίου της ενάγουσας [που ήταν κοινό και με άλλες εταιρείες], και όπως είχε νομική προς τούτο υποχρέωση για θετική ενέργεια που παραλείφθηκε, οδήγησε στην τεράστια οικονομική της ζημία και συγκεκριμένα ποσού 1.027.058,46 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε παράνομα ο πρώτος εναγόμενος με αντίστοιχη βλάβη της, για να πετύχει δε αυτό ο τελευταίος είχε τη δική της άμεση συνδρομή, συνιστάμενη στην από βαρεία αμέλεια παράλειψή της να την ενημερώσει εγκαίρως.

Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι τα Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: << Η ενάγουσα τυγχάνει αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία με έδρα στη Λευκωσία της Κύπρου και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στην Μονρόβια της Δημοκρατίας της Λιβερίας και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν.89/67, ενώ το αντικείμενο δραστηριότητάς της είναι η διαχείριση φορτηγών ωκεανοπόρων πλοίων.

Ακολούθως, η ενάγουσα μαζί με την εταιρία με την επωνυμία <<... S.A.", την εταιρία με την επωνυμία "... Inc.>>> και την εταιρία με την επωνυμία "... Inc.", που επίσης είχαν την έδρα τους στην Μονρόβια της Δημοκρατίας της Λιβερίας και ήταν νόμιμα εγκατεστημένες στην Ελλάδα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είχε κοινά επιχειρηματικά συμφέροντα και δραστηριότητες και άπασες εξυπηρετούνταν από κοινό λογιστήριο, απ' όπου διεκπεραίωναν τις πάσης φύσεως οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ο πρώτος εναγόμενος-μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Ε. Κ.ς, προσλήφθηκε από την εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", τον Οκτώβριο του έτος 1992, ως υπάλληλος του κοινού λογιστηρίου των ως άνω εταιριών και αρχικά απασχολούνταν κυρίως με τις πληρωμές των ασφαλιστικών εισφορών των ως άνω εταιριών σε διάφορα ασφαλιστικά ταμεία και οργανισμούς και τη διεκπεραίωση διαφόρων εξωτερικών εργασιών του λογιστηρίου (ΙΚΑ, ΤΑΝ, Τράπεζες, Δ.Ο.Υ.

κλπ.), ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη των νομίμων εκπροσώπων των ως άνω εταιριών, οι αρμοδιότητές του διευρύνθηκαν και από τον Νοέμβριο του έτους 2005, οπότε και αποχώρησε ο μέχρι τότε προϊστάμενος του κοινού λογιστηρίου, Ε. Λ., εκτός από την πληρωμή των πάσης φύσεως υποχρεώσεων των ως άνω εταιριών, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, προς ασφαλιστικούς οργανισμούς και φορολογικές αρχές, του ανατέθηκε και η αρμοδιότητα να συντάσσει και να υποβάλλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

τις δηλώσεις φόρου μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) και στο Ι.Κ.Α. τις αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις (Α.Π.Δ.). Επιπλέον, από τις αρχές του έτους 2006, του ανατέθηκε η τήρηση των λογιστικών βιβλίων, με την υποχρέωση να παραλαμβάνει και να καταχωρεί στα λογιστικά βιβλία όλα τα παραστατικά των παρεχόμενων υπηρεσιών και των τραπεζικών λογαριασμών και να προβαίνει σε εισπράξεις επιταγών των εταιριών αυτών, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, ώστε να πληρώνει τις υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως να του έχει χορηγηθεί το δικαίωμα υπογραφής των εν λόγω επιταγών, το οποίο (δικαίωμα), όσον αφορά την ενάγουσα, είχαν αποκλειστικά άλλα εξουσιοδοτημένα για το σκοπό αυτό διευθυντικά στελέχη της (ενάγουσας) και τρίτα πρόσωπα.

Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2008, ο Ε. Κ.ς, εκμεταλλευόμενος την πλήρη εμπιστοσύνη που είχαν δείξει στο πρόσωπό του οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους τελευταίους, καθώς και στα εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα, ότι δήθεν είχε αλλάξει ο τρόπος πληρωμής των υποχρεώσεών τους και ότι ήταν απαραίτητη πλέον η έκδοση τραπεζικών επιταγών, διότι οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και οι φορολογικές αρχές δεν δέχονταν πλέον προσωπικές/εταιρικές επιταγές, όπως γινόταν μέχρι τότε, τους δήλωσε δε ότι θα μεριμνούσε ο ίδιος για την έκδοση των τραπεζικών επιταγών, με την κατάθεση μετρητών που θα εισέπραττε εξαργυρώνοντας επιταγές που θα του παραδίδονταν, εκδόσεως της ενάγουσας σε διαταγή του, καθώς και της εταιρίας με την επωνυμία <<...

S.Α.", για ποσά που αυτός ο ίδιος θα της γνωστοποιούσε ότι αντιστοιχούσαν σε οφειλές της προς τα διάφορα ταμεία και δημόσιους οργανισμούς. Ακολούθως, ο Ε. Κ.ς παρουσίαζε κάθε φορά στους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας ότι οι οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τα ασφαλιστικά ταμεία και την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

ήταν μεγαλύτερες από τις πραγματικές, πείθοντάς τους με αυτόν τον τρόπο να εκδίδουν εις διαταγήν του επιταγές με ποσά μεγαλύτερα των πραγματικών οφειλών της, προκειμένου να εισπράττει αυτός όλο το ποσό, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού της διαφοράς που προέκυπτε. Ωστόσο, τα ως άνω γεγονότα ήταν ψευδή, όπως καλώς γνώριζε ο προαναφερόμενος Ε.

Κ.ς, αφού ουδέποτε άλλαξε η διαδικασία πληρωμής των υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τους δημόσιους φορείς, κατά τον τρόπο που είχε αυτός παρουσιάσει στους νομίμους εκπροσώπους της, εξακολουθούσε δε να ισχύει η πληρωμή στα ταμεία και τους λοιπούς ασφαλιστικούς και φορολογικούς φορείς με προσωπικές/εταιρικές επιταγές.

Στις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2008, τόσο η ενάγουσα και οι λοιπές ως άνω εταιρίες επεδίωξαν να πραγματοποιήσουν έλεγχο στο κοινό λογιστήριό τους και διαπίστωσαν, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις τους, έκδηλη απροθυμία του ανωτέρω να τους παραδώσει στοιχεία και έγγραφα σχετικά με τις υποθέσεις που διεκπεραίωνε, γι' αυτό και ανέθεσαν σε τρίτο εξωτερικό λογιστή τον έλεγχο του λογιστηρίου τους, ο οποίος μετά από απλή λογιστική αντιπαραβολή διαπίστωσε ότι έλλειπαν τα παραστατικά που αφορούσαν τις πληρωμές των ασφαλιστικών εισφορών τους, συνακόλουθα δε, κατόπιν λογιστικού ελέγχου που διενεργήθηκε στο λογιστήριο που αφορούσε τα έτη 2006- 2008, διαπιστώθηκε ότι ο ανωτέρω Ε.

Κ.ς είχε καρπωθεί τεράστια χρηματικά ποσά, τα οποία δεν είχε καταβάλει στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και την αρμόδια Δ.Ο.Υ., καθώς και ότι παραπλανούσε τόσο την ενάγουσα όσο και τις λοιπές ως άνω εταιρίες ως προς τα αληθή ποσά των υποχρεώσεών τους, πείθοντας αυτές να εκδώσουν επιταγές για ποσά μεγαλύτερα από αυτά που πράγματι όφειλαν στα ασφαλιστικά ταμεία και τις φορολογικές αρχές, ιδιοποιούμενος στη συνέχεια το αντίτιμό τους, ενώ αποκαλύφθηκε και ότι είχε πλαστογραφήσει σημαντικό αριθμό επιταγών της ενάγουσας και δη σε [81] επιταγές της είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του διευθυντικού της στελέχους Α.

Π.. Ακολούθως, η ενάγουσα, όπως και οι λοιπές ως άνω εταιρίες, με τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει από τον ως άνω λογιστικό έλεγχο, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του ανωτέρω Ε. Κ., του Ι. Ε. και του Μ. Π., οι οποίοι εμφαίνονταν να εισπράττουν επιταγές εκδόσεώς της, καθώς και κατά παντός υπευθύνου, την από 4.11.2008 μήνυσή της, που έλαβε ΑΒΜ ...

και κατόπιν την από 19.4.2010 συμπληρωματική αυτής ενώπιον της Ανακρίτριας του Β' Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεπεία των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των ανωτέρω προσώπων και της δεύτερης εναγομένης, για τα αδικήματα της απάτης κατ' εξακολούθηση με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία προξενηθείσα άνω των 73.000 ευρώ, της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 15.000 ευρώ και άμεση συνέργεια στις ως άνω πράξεις, για την οποία διατάχθηκε αρχικά προκαταρκτική εξέταση και ακολούθως, η διεξαγωγή κύριας ανάκρισης.

Ακολούθως, η ενάγουσα, μετά την υποβολή της ως άνω μήνυσης, αφού προμηθεύτηκε από τις συνεργαζόμενες με αυτήν τράπεζες όλα τα σώματα των επιταγών εκδόσεώς της, που είχαν εισπραχθεί κατά τα τελευταία έτη, τα παρέδωσε στον πραγματογνώμονα επί λογιστικών-τραπεζικών και φοροτεχνικών θεμάτων, Κ. Μ., οικονομολόγο, ο οποίος συνέταξε την από 12-04-2010 τεχνική του έκθεση, σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα της οποίας, ο Ε.

Κ.ς είχε εισπράξει και ιδιοποιηθεί το τίμημα [92] επιταγών εκδόσεώς της, συνολικού ποσού 551.683,13 ευρώ, οι οποίες είχαν παραδοθεί από τους νομίμους εκπροσώπους της σε αυτόν και περιελάμβαναν χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από αυτά που αντιστοιχούσαν στο πραγματικό ύψος των οφειλών της στα διάφορα ταμεία και οργανισμούς και τις εισέπραττε είτε ο ίδιος ο Ε.

Κ.ς είτε φιλικά προς αυτόν πρόσωπα, όπως οι Ι. Ε., Μ. Π.ς, Ε. Σ., Ν. Κ., Γ. Κ. και Ε. Ξ., στους οποίους ο ανωτέρω τις μεταβίβαζε για την είσπραξή τους. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που αφορούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Ε. Κ., ήτοι την τέλεση της απάτης σε βάρος της ενάγουσας, τη ζημία της τελευταίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δεν εκκαλείται κατά το κεφάλαιο αυτό, κατά το οποίο έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη-ήδη εκκαλούσα, προσελήφθη από την ενάγουσα την 1.2.1997 αρχικά ως βοηθός λογιστηρίου, του οποίου προΐστατο ο Ε. Λ., ενώ περί τα τέλη του έτους 2005, οπότε ο τελευταίος αποχώρησε, η εναγομένη ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης του κοινού λογιστηρίου των προαναφερόμενων εταιριών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, αλλά επιπλέον ορίστηκε και νόμιμη εκπρόσωπος της ενάγουσας στην Ελλάδα, όπως προέκυψε από την με αρ.πρωτ. ...2010 βεβαίωση της Δ/νσης Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ευθυνόμενη, ως εκ τούτου, αστικά και ποινικά, σύμφωνα με τον α.ν. 89/67, για τα χρέη της εταιρίας έναντι του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών.

Με την ανωτέρω ιδιότητα της προϊσταμένης του κοινού λογιστηρίου των ανωτέρω εταιριών, η εναγομένη είχε υποχρέωση να ελέγχει τον υφιστάμενό της Ε. Κ.. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από τα τέλη του έτους 2005 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2008, οπότε και διαπιστώθηκε η απάτη που τέλεσε ο Ε.

Κ.ς σε βάρος των εταιριών αυτών, η εναγομένη, η οποία είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του ανωτέρω, όπως εξάλλου οι περισσότεροι εκ των νομίμων εκπροσώπων και των διευθυντικών στελεχών των ως άνω εταιριών, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, ουδέποτε προέβη στον απαιτούμενο έλεγχο των οικονομικών μεγεθών των ως άνω εταιριών, με συνέπεια να μην αντιληφθεί ότι οι εγγραφές οι σχετικές με την έγκαιρη καταβολή του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και των ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες γινόντουσαν από τον ανωτέρω Ε.

Κ., ήταν πλασματικές, εφόσον δεν είχαν πληρωθεί οι ως άνω φόροι και οι εισφορές, δεδομένου ότι δεν ήλεγχε τις γενόμενες καταχωρίσεις και τα παραστατικά των πληρωμών. Εξάλλου, ήταν υποχρέωση της εναγομένης να ελέγχει τα αποσπάσματα των λογαριασμών όψεως που τηρούσε η ενάγουσα στις τράπεζες και το σκοπό της εξόφλησης των τραπεζικών επιταγών κάνοντας αντιπαραβολή με τα επίσημα παραστατικά, πλην όμως αυτή (εναγομένη) ουδέποτε προέβη σε έλεγχο των εκάστοτε χρεοπιστώσεων με βάση τις πληρωμές με τις τραπεζικές επιταγές, το αντίτιμο των οποίων παρακρατήθηκε παρανόμως από τον Ε.

Κ., ούτε ήλεγχε την ύπαρξη και την ορθότητα των παραστατικών δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι επιταγές. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ή γνώριζε τις ανωτέρω αναφερόμενες παράνομες ενέργειες του Ε. Κ., όπως διατείνεται στην ένδικη αγωγή της η ενάγουσα, ήτοι ότι αυτή (εναγομένη) παρείχε άμεση και υπαίτια συνδρομή στον Ε.

Κ. προκειμένου αυτός να τελέσει την άδικη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και δη ότι κατά το χρονικό διάστημα από 2006 έως και Οκτώβριο του έτους 2008, με πρόθεση διαβεβαίωσε τους νομίμους εκπροσώπους των ως άνω εταιριών, εν γνώσει της αναληθώς, ότι πράγματι είχε αλλάξει ο τρόπος πληρωμής των υποχρεώσεών τους προς τα ταμεία και τους λοιπούς ασφαλιστικούς και φορολογικούς φορείς και ότι ήταν απαραίτητη πλέον η έκδοση τραπεζικών επιταγών, διότι οι ανωτέρω φορείς δεν δέχονταν πλέον προσωπικές/εταιρικές επιταγές, γνωρίζοντας το σκοπό του προαναφερόμενου (Ε.

Κ.) να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος από την είσπραξη των ως άνω επιταγών, κατά το ποσό των 551.683,13 ευρώ, καθόσον οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές δεν προορίζονταν για την πληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων των εταιριών και ότι χωρίς τη δική της συνδρομή με βεβαιότητα ο ανωτέρω δεν θα είχε τη δυνατότητα να τελέσει την ως άνω άδικη πράξη.

Τούτο διότι κανένας από τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ενώπιον της Ανακρίτριας του Β' Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και προανακριτικά, δεν κατέθεσαν ότι η εναγομένη γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο του Ε. Κ., παρά μόνο πολλοί εξ αυτών, όπως και ο μάρτυρας απόδειξης, Δ.

Χ., ο οποίος κλήθηκε από τον Πέτρο Παππά, βασικό μέτοχο όλων των ως άνω εταιριών, με την ιδιότητα του λογιστή προκειμένου να διενεργήσει έλεγχο στο λογιστήριο της ενάγουσας και να διαπιστώσει τι πραγματικά είχε συμβεί, εξέφρασαν την άποψη ότι η εναγομένη, λόγω της ιδιότητας της προϊσταμένης του κοινού λογιστηρίου των ως άνω εταιριών, έπρεπε να το γνωρίζει.

Ακολούθως, οι μόνοι μάρτυρες που κατέθεσαν ότι η εναγομένη τους επιβεβαίωσε την αλλαγή του τρόπου πληρωμής των φορολογικών και ασφαλιστικών φορέων, ήταν η Α. Χ., υπεύθυνη στο τμήμα πληρωμάτων της ενάγουσας, διευθυντικό στέλεχος και με δικαίωμα υπογραφής σε επιταγές εκδόσεως αυτής (ενάγουσας), η οποία κατέθεσε ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας και στο ακροατήριο του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ότι η εναγομένη τη βεβαίωσε ότι άλλαξε ο τρόπος πληρωμής και ότι εάν αυτή δεν της είχε βεβαιώσει την αλλαγή του τρόπου πληρωμής "θα πήγαινε παραπάνω", καθώς και ο Δ.

Κ., διευθυντικό στέλεχος της εταιρίας με την επωνυμία <<... S.Α.", ο οποίος κατέθεσε ότι η εναγομένη του επιβεβαίωσε την αλλαγή του τρόπου πληρωμής, χωρίς να θυμάται χρονικά πότε έκανε αυτήν την ερώτηση, καταθέτοντας όμως επιπρόσθετα ότι δεν γνωρίζει αν η εναγομένη πείστηκε, όπως και ο ίδιος, από τον Ε. Κ. για την αλλαγή του τρόπου πληρωμής.

Πλην όμως, οι ανωτέρω μάρτυρες δεν βεβαίωσαν ότι η εναγομένη γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο του Ε. Κ. και ότι ήθελε να τον βοηθήσει στην υλοποίησή του. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται και από την κατάθεση του Π. Π., ο οποίος ήταν βασικός μέτοχος όλων των ανωτέρω εταιριών και διευθυντής της εταιρίας με την επωνυμία "...

S.Α." και ο πρώτος που ανακάλυψε ότι υπήρχε λογιστικό πρόβλημα όταν διαπίστωσε ότι ο ισολογισμός του έτους 2008 που του προσκόμισε η εναγομένη ήταν ίδιος με αυτόν των προηγούμενων δύο ετών παρά το γεγονός ότι το υπαλληλικό προσωπικό των εταιριών είχε μειωθεί στο μισό. Μάλιστα, κατόπιν τούτου, η εναγομένη προέβη σε έλεγχο των εγγραφών, οπότε και διαπίστωσε ότι υπήρχε ταμειακό πρόβλημα και έλλειψη παραστατικών, κάλεσε δε τον Ε.

Κ. και αυτός της ομολόγησε ότι είχε υπεξαιρέσει περίπου 2.000.000 ευρώ, όπως κατέθεσε και ο Π. Π. ενώπιον του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ όπως κατέθεσε προανακριτικά ο Δ. Χ.-μάρτυρας απόδειξης, η εναγομένη κάλεσε τον Ε. Κ. για να επιβεβαιώσει και ενώπιον του την πράξη του και να ολοκληρώσει αρκετές εκκρεμότητες της δουλειάς του.

Επίσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω από 20-11-2008 προανακριτική ένορκη κατάθεσή του (Δ. Χ.), ο ίδιος ο Ε. Κ.ς του επιβεβαίωσε την πράξη του και του είπε επί λέξει ότι είχε παρακρατήσει γύρω στα 2.000.000 ευρώ, καθώς και ότι όπως του είπαν τρίτα πρόσωπα αλλά και ο ανωτέρω, αυτός είχε παραστήσει σε όλους ότι μόνο με τραπεζική επιταγή μπορούσαν να πληρωθούν οι παραπάνω υποχρεώσεις και επειδή δεν ήξερε υποτίθεται το ακριβές ποσό, είχε πείσει τις ανωτέρω εταιρίες και εξέδιδαν στο όνομά του όλες τις επιταγές με σκοπό να πάει αυτός σε κάποια τράπεζα να εισπράξει το ποσό και να εκδώσει τραπεζικές επιταγές, πράγμα που δεν έκανε.

Εξάλλου, η εναγομένη συνέβαλε στην απόδειξη του ύψους της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από την εξαπάτηση του Ε. Κ., καθόσον όπως κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας απόδειξης, η εναγομένη ήταν αυτή που τον βοήθησε να κάνει το λογιστικό έλεγχο της ενάγουσας εταιρίας και των λοιπών ως άνω εταιριών, από τον Οκτώβριο του έτους 2008 μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2008, ενώ έλεγχος διενεργήθηκε μόνο για τα έτη 2006 έως και 2008, καθόσον δεν βρέθηκαν φορολογικά στοιχεία για το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 9.4.2010 πιστοποιητικό αξιωματούχου που συνέταξε η εναγομένη, αυτή παρέμεινε μέλος του δ.σ. της ενάγουσας και νόμιμη εκπρόσωπος αυτής μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2010, γεγονός που δεν αρνείται η ενάγουσα και ως εκ τούτου αστικά και ποινικά υπεύθυνη έναντι των ασφαλιστικών ταμείων και του Δημοσίου για τα χρέη αυτής (ενάγουσας) και δη τα χρέη που δημιούργησε ο Ε.

Κ.ς ήταν η εναγομένη, χωρίς ωστόσο η ενάγουσα να επικαλείται οποιοδήποτε όφελος της εναγομένης από την παροχή άμεσης συνδρομής στον ανωτέρω στην τέλεση της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση από αυτόν. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης δεν ήταν καλή, εφόσον είχαν εκδοθεί σε βάρος της, κατόπιν των από 29.3.2011 και 12.3.2011 αιτήσεων της τράπεζας ...

ΑΕ, οι υπ' αριθμόν ... και ... Διαταγές Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, με τις οποίες υποχρεώθηκε αυτή (εναγομένη) να καταβάλλει στην ανωτέρω τράπεζα τα ποσά των 12.186,04 ευρώ και 14.484,74 ευρώ αντίστοιχα, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Εξάλλου, με την υπ' αριθμόν 619/2019 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο Ε.

Κ.ς καταδικάστηκε, ήδη αμετάκλητα, για τις πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και κατόπιν αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε του ΠΚ, σε ποινή κάθειρξης [6] ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή κάθειρξης [9] ετών, η εναγομένη αθωώθηκε για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης που διέπραξε αυτός (Ε.

Κ.ς). Η προρρηθείσα αμετάκλητη απόφαση του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, καθόσον δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα πολιτική δίκη, πλην όμως λαμβάνεται υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα-ήδη εφεσίβλητη το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και μετά την έκδοση της προαναφερόμενης ήδη αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του προρρηθέντος ποινικού δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη από βαρεία αμέλεια παρέλειψε να ελέγξει την αναντιστοιχία επιταγών-πληρωμών με τις οφειλές προς το ΙΚΑ και να την ενημερώσει εγκαίρως, ώστε να αποφύγει την επί τριετία οικονομική της αφαίμαξη και ότι η συμπεριφορά της αυτή, ήτοι η παράλειψή της να ελέγξει τις εγγραφές στους φακέλους που είχε στην κατοχή της εντός του λογιστηρίου και τα επίσημα παραστατικά, με δικαιολογία την εμπιστοσύνη που είχε προς το πρόσωπο του Ε.

Κ., κατά παράβαση των καθηκόντων της ως εκ της ιδιότητας της προϊσταμένης του κοινού λογιστηρίου των ως άνω εταιριών, και όπως είχε νομική προς τούτο υποχρέωση για θετική ενέργεια που παραλείφθηκε, οδήγησε στην τεράστια οικονομική της ζημία και συγκεκριμένα ποσού 1.027.058,46 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε παράνομα ο Ε.

Κ.ς με αντίστοιχη βλάβη της, για να πετύχει δε αυτό ο τελευταίος, είχε τη δική της άμεση συνδρομή, συνιστάμενη στην από βαρεία αμέλεια παράλειψή της να την ενημερώσει εγκαίρως. Ο ισχυρισμός της αυτός είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος διότι συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ και δη προσθήκη νέας αγωγικής βάσης, στηριζόμενη στην παροχή από την εναγομένη άμεσης συνδρομής στον Ε.

Κ. στην τέλεση της άδικης πράξης της απάτης σε βάρος της ενάγουσας, από αμέλεια, λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων της που συνίσταται στην εκ μέρους της παράλειψη ελέγχου των οικονομικών μεγεθών του λογιστηρίου του οποίου προΐστατο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, ως προϊσταμένη του λογιστηρίου του ομίλου εταιριών, στον οποίο μετείχε και η ενάγουσα, τελούσε εν γνώσει των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών του πρώτου εναγομένου και του παρείχε την άμεση συνδρομή της προκειμένου να επιτευχθεί ο εγκληματικός σκοπός του και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ως προς αυτήν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και ερμήνευσε τις αποδείξεις, γι' αυτό πρέπει, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ίδια, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.>> Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τη δεύτερη εναγομένη, κράτησε και δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν, ενώ επέβαλε στην αναιρεσείουσα και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και των δύο πρώτων βαθμών δικαιοδοσίας ποσού 17.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι είναι απαράδεκτος και γι' αυτό απορριπτέος ο ενώπιον του γενόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας " ότι η εναγομένη από βαρεία αμέλεια παρέλειψε να ελέγξει την αναντιστοιχία επιταγών-πληρωμών με τις οφειλές προς το ΙΚΑ και να την ενημερώσει εγκαίρως, ώστε να αποφύγει την επί τριετία οικονομική της αφαίμαξη και ότι η συμπεριφορά της αυτή, ήτοι η παράλειψή της να ελέγξει τις εγγραφές στους φακέλους που είχε στην κατοχή της εντός του λογιστηρίου και τα επίσημα παραστατικά, με δικαιολογία την εμπιστοσύνη που είχε προς το πρόσωπο του Ε.

Κ., κατά παράβαση των καθηκόντων της ως εκ της ιδιότητας της προϊσταμένης του κοινού λογιστηρίου των ως άνω εταιριών, και όπως είχε νομική προς τούτο υποχρέωση για θετική ενέργεια που παραλείφθηκε, οδήγησε στην τεράστια οικονομική της ζημία και συγκεκριμένα ποσού 1.027.058,46 ευρώ, κατά το οποίο ωφελήθηκε παράνομα ο Ε.

Κ.ς με αντίστοιχη βλάβη της" κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, γιατί ο ισχυρισμός αυτός, όπως προαναφέρθηκε δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ και δη προσθήκη νέας αγωγικής βάσης, αλλά αντίθετα πρόκειται για παραδεκτή συγκεκριμενοποίηση της αναφερόμενης στην αγωγή υπαιτιότητας της δεύτερης εναγομένης, ως προς την αμέλεια αυτής, με βάση ειδικότερα περιστατικά, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή ενώ, επιπλέον, δεν αποτελούν αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής και στην προκειμένη περίπτωση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως σύνολο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την νοηματική εκτίμησή τους [και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στους δεύτερο και τρίτο λόγους], είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Ακόμη πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ: <<Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση>>.

Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 13/2004, 459/2021, ΑΠ 1486/2014).

Με την αίτηση αυτή ζητείται η νομιμοτόκως απόδοση των καταβληθέντων χρηματικών ποσών, [στα οποία περιλαμβάνονται μόνο το κεφάλαιο, οι τόκοι, τα επιδικασθέντα έξοδα καθώς και οι επί του αθροίσματος αυτού νόμιμοι τόκοι όχι όμως και τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση και της σύνταξης επιταγής (ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 8/2008) αποκλειστικά από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης (ολΑΠ 37/2005, ΑΠ 666/2017) λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών, ώστε να καθίσταται, εφικτός ιδίως στην περίπτωση εν μέρει αναίρεσης της απόφασης, ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβαλλόντα (ΑΠ 666/2017,ΑΠ 1423/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, ζήτησε παραδεκτά με τις από 14-2-2024 προτάσεις της που κατατέθηκαν στις 14-2-2014, δηλαδή πριν την παραμονή της συζήτησης της υπόθεσης, επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναγκαστική εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, με την επιστροφή του συνολικού χρηματικού ποσού των 34059,50 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη δικαστική δαπάνη και στα έξοδα εκτέλεσης, που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, μόνο ως προς το ποσό των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, όχι όμως και για τα έξοδα έκδοσης απογράφου και σύνταξης και επίδοσης επιταγής προς εκτέλεση κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Από τα έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα αποδεικνύεται ότι αυτή, σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ανωτέρω χρηματικό ποσό, το οποίο εισπράχθηκε την 8-12-2022, από το οποίο ποσό 17.000 ευρώ αποτελεί την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και ποσό 17059,50 ευρώ, αποτελεί έξοδα για λήψη απογράφου και έκδοση αντιγράφου εξ αυτού [4,5 ευρώ], για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή [17.000 ευρώ και την επίδοση επιταγής [55 ευρώ], ως προς τα οποία [17.059,50 ευρώ] το αίτημα επαναφοράς είναι μη νόμιμο.

Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται, προαποδεικτικώς η αναγκαστική εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ανωτέρω χρηματικό ποσό των 17.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3086/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Δέχεται εν μέρει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων ευρώ [17.000 Ε] με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αποφάσεως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3.000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ